Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η αναντιστοιχία πραγματικου και ονομαστικού μισθού στη σύναψη εργασιακών σχέσεων και οι επιπτώσεις της στην οικονομία



Επί πάρα πολλές δεκαετίες έχει διαμορφωθεί ένα σοβαρό δομικό πρόβλημα σε σχέση με την αγορά και την αμοιβή της εργασίας, το οποίο επιδρά στη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.

Με μια φράση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό το πρόβλημα ως αναντιστοιχία ονομαστικού και πραγματικού μισθού του εργαζόμενου.  Αφορά δηλαδή στο τι θεωρείται «μισθός» κατά την εργατική νομοθεσία, και τι θεωρείται μισθός στην κατά περίπτωση ατομική διαπραγμάτευση και στην επίτευξη συμφωνίας εργασιακής σχέσης. Η αναντιστοιχία αυτή, παρ΄ ότι πάντα αποτελούσε ένα πρόβλημα στις σχετικές διαδικασίες, δεν ήταν τόσο έντονη σε παλιότερες εποχές, που οι συμβάσεις εργασίας ήταν κατά κάποιο τρόπο «προστατευόμενες» από το κράτος.

Στη σημερινή εποχή όμως, που έχει αυξηθεί πάρα πολύ η ευθύνη κατά τη διαδικασία της συμφωνίας, από πλευράς του εργαζόμενου κυρίως, (ο εργοδότης ως επί το πλείστον πάντα αντιλαμβανόταν το μέγεθος της ευθύνης του στη διαδικασία της συμφωνίας, άσχετα τού κατά πόσο την τηρούσε) έχει καταλήξει να λειτουργεί στρεβλωτικά δημιουργώντας  γκρίζες ή ασαφείς ζώνες  όσον αφορά στο οικονομικό τμήμα της συμφωνίας.






Κατά αρχάς ας εντοπίσουμε τη διαφορά ονομαστικού και πραγματικού μισθού. Βλέπουμε στον Πίνακα 1, ότι δημιουργείται μια εργατική σύμβαση με συμφωνία για πληρωτέο μισθό 700 € το μήνα. Από την εμπειρία μου, στο μεγαλύτερο μέρος ειδικά των χαμηλόμισθων εργατικών συμβάσεων, το οικονομικό μέρος συμφωνείται σε πληρωτέο μισθό, «μισθό στο χέρι» που λέμε, χωρίς καμιά αναφορά σε επιμέρους επιβαρύνσεις.

Για ασφαλιστικούς σκοπούς ας υποθέσουμε ότι η σύμβαση αυτή αφορά σε μια από τις πιο κοινές συμβάσεις υπαλλήλου, χωρίς εργατικούς κινδύνους και χωρίς λοιπά ειδικά τεχνικά προσδιοριστικά στοιχεία τα οποία να επιρρεάζουν το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών. (ΚΑΔ ΙΚΑ 101)

Για να πάρει λοιπόν ο εργαζόμενος 700 € στο χέρι, πρέπει να ορισθεί τυπικά ένας ονομαστικός μισθός υψηλότερος των 700 €, ο οποίος να περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες «επιβαρύνουν» βάσει της εργατικής μισθοδοσίας τον εργαζόμενο, και οι οποίες θα «αφαιρεθούν» από αυτόν τον ονομαστικό μισθό για να καταλήξει ο εργαζόμενος να πάρει στο χέρι τα 700 €.

Κάνοντας λοιπόν τους σχετικούς υπολογισμούς, σύμφωνα και με την ασφαλιστική παραδοχή που κάναμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο ονομαστικός μισθός στην περίπτωσή μας, ανέρχεται στο ύψος των 838 €. Από αυτόν αφαιρείται ένα ποσοστό 16,5%, ύψους 138 €, το οποίο ονομάζεται «ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου», ώστε να καταλήξει να πάρει στο χέρι 700 €.


Στη ράβδο του Γραφήματος 1 βλέπουμε στην μπλε περιοχή τον πραγματικό μισθό των 700 €, στην πορτοκαλί περιοχή τις ασφαλιστικές κρατήσεις του εργαζομένου. Εξυπακούεται ότι ο ονομαστικός μισθός συμβολίζεται από το σύνολο της μπλε και της πορτοκαλί περιοχής.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στην πράξη στο παράδειγμά μας. Στην πράξη ο εργαζόμενος συμφώνησε για 700 € αλλά ο εργοδότης χρεώνεται 19,71% παραπάνω, ανυψώνοντας εικονικά το μισθό στα 838 €, για τις ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου τις οποίες, χάριν ενός νομικού παιχνιδίσματος, ο εργοδότης με το ένα χέρι τις δίνει και με το άλλο χέρι τις ξαναπαίρνει για να τις δώσει στο κράτος, ώστε ο εργαζόμενος να έχει θεωρητικά δικαίωμα σε κρατική υγειονομική περίθαλψη, κρατική σύνταξη, και κάποιες άλλες λοιπές κρατικές παροχές (επίδομα ανεργίας κλπ.)

Ο κορεσμός όμως στη διαμόρφωση του ύψους των εργατικών παροχών που αφορούν μια σύμβαση καθαρού μισθού 700 € δεν έχει φτάσει στο υψηλότερο κατά νόμο σημείο. Και αυτό διότι ο εργοδότης υποχρεώνεται ακόμα να καταβάλει ένα ποσό στο κράτος το οποίο τυπικά δεν περνά μέσα από το κύκλωμα εργοδότης – μισθός – εργαζόμενος. (Στην πράξη ούτε και το άλλο περνά βεβαίως) Το ποσό αυτό, το οποίο ανέρχεται στο 29,06% του ονομαστικού μισθού των 838 €, θεωρείται ότι δίνεται απευθείας από τον εργοδότη στο κράτος, αφορά στους ίδιους ακριβώς σκοπούς και στο παράδειγμά μας φτάνει τα 244 €. Στη ράβδο του γραφήματος το βλέπουμε στο γκρίζο τμήμα της.

Έχουμε φτάσει δηλαδή τελικά στο σημείο για μια εργατική σύμβαση πραγματικού ποσού 700 € να επιβαρύνεται ο εργοδότης με επιπλέον 382 € ( το πορτοκαλί και το γκρι μέρος στη ράβδο του γραφήματος) , δηλαδή να επιβαρύνεται συνολικά με μια δαπάνη 54,57%, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της διαπραγμάτευσης για τη σύναψη σύμβασης εργασιακής σχέσης. Αντίθετα αποτελεί νομικό επακόλουθο το οποίο θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη του το ένα συμβαλλόμενο μέρος.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές αυτή η διαπραγματευτική ανωμαλία λύνεται με τη μέθοδο της μαύρης συμφωνίας, η οποία όμως μακροοικονομικά θέτει σε μεγαλύτερη ανισορροπία το ασφαλιστικό σύστημα. Το σύστημα αυτό όμως, αν λάβουμε υπ όψη μας, τις μορφές εργασιακών συμβάσεων που συνάπτονται, και την έως σήμερα πορεία του, τις προσπάθειες που έχουν γίνει και τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί για τη διάσωσή του, μοιάζει να είναι μάλλον ήδη καταδικασμένο, σε ένα μακροχρόνιο βάθος.

Μια λύση να ήταν να εξισορροπήσει το σύστημα διαπραγματεύσεων εργοδότη – εργαζομένου κατά την διαπραγματευτική διαδικασία, και να αναλάβει άμεσα την ευθύνη και ο εργαζόμενος. Θα μπορούσε, από μια μελλοντική γενιά εργαζομένων και μετά ο εργοδότης να απαλλαγεί από το βάρος των εισφορών που αφορούν σε πρώτη φάση τις συνταξιοδοτικές παροχές, και να αναζητά μόνος του στην ελεύθερη αγορά το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που του ταιριάζει.

Αυτό όμως, δεδομένης της παραπάνω στρέβλωσης, και της αντίληψης που έχει διαμορφωθεί εξ αιτίας της, είναι επίφοβο ότι θα επιφέρει κραδασμούς με επιζήμια αποτελέσματα στους εργαζομένους κατά τις πρώτες περιόδους εφαρμογής. Ο εργαζόμενος δεν θα έχει ολοκληρωμένη αντίληψη για το νέο ύψος της πραγματικής του αμοιβής, και ο εργοδότης θα το εκμεταλλευθεί αυτό για να συμπιέσει τα μισθοδοτικά του κόστη.

Κλείνοντας πρέπει να αναφερθεί ότι το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ονομαστικού και πραγματικού μισθού του εργαζόμενου επιτείνεται από έναν ακόμη παράγοντα, ο οποίος ονομάζεται «παρακράτηση φόρου».

Η παρακράτηση φόρου σε επίπεδο προσδιορισμού ονομαστικού – πραγματικού μισθού κατά τη σύναψη μιας εργασιακής σχέσης λειτουργεί όπως ακριβώς και οι «ασφαλιστικές κρατήσεις του εργαζομένου». Πρόκειται για μέρος του ονομαστικού μισθού, ο οποίος όμως δεν δίνεται στο χέρι στον εργαζόμενο, αλλά παρακρατείται από τον εργοδότη, και αποδίδεται για λογαριασμό του στο κράτος. Η ετήσια παρακράτηση αυτού του είδους συμψηφίζεται στο τέλος, και κατά τη διάρκεια της φορολογικής εκκαθάρισης, με τους φόρους που αναλογούν στον εργαζόμενο.

Για έναν εργαζόμενο λοιπόν, ο οποίος δεν έχει άλλη πηγή εισοδήματος, και παρακρατείται σε ετήσια βάση ομαλά ο φόρος του, έρχεται τελικό μηδενικό αποτέλεσμα στη φορολογική του δήλωση.

Αυτό, μαζί με τα προηγούμενα των ασφαλιστικών εισφορών, έχει σαν αποτέλεσμα , από τη μια να ανεβάζει το μισθοδοτικό κόστος για τον εργοδότη, από την άλλη ο εργαζόμενος να προσλαμβάνει στην αντίληψή του ότι κάνει μια συμφωνία για 700 € στο χέρι, και ότι όλα τα υπόλοιπα (φόροι – ασφάλειες) είναι πληρωμένα από τον εργοδότη. Θεωρώ ότι αυτή η αντίληψη είναι μέρος του μακροοικονομικού προβλήματος, για τις παροχές των επομένων γενιών, γιατί στην ουσία έχει «απαλλάξει» με ένα στρεβλό τρόπο τον εργαζόμενο από τη ευθύνη για να σκεφθεί το μέλλον.

#dimkouz

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Η λάθος απάντηση στη λάθος ερώτηση και ο πραγματικός κίνδυνος του ΣΥΡΙΖΑ


ΜΕΡΟΣ Α) «Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλδημοκρατικός πολιτικός οργανισμός;»

Ένα αμείλικτο ερώτημα, το οποίο έχει προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις, πλανάται πάνω από την πολιτική σκηνή της Ελλάδας το τελευταίο διάστημα. «Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ σοσιαλδημοκρατικός πολιτικός οργανισμός. Μήπως μέσα από κάποια διαδικασία μετατρέπεται σε τέτοιον;»
Το ερώτημα αυτό, όπως διαμορφώθηκε μέσα από το δημόσιο διάλογο είναι μάλλον παραπλανητικό, γιατί αγνοεί την πραγματική φύση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίχθηκε εν μια νυκτί από ένα περιθωριακό αριστερό κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό κόμμα εξουσίας με αξιοθαύμαστες ικανότητες προσαρμογής. Ενισχυόμενος από μετεγγραφές των πιο τυχοδιωκτικών και λαϊκίστικων στοιχείων από τα δυο μεγαλύτερα έως τότε κόμματα εξουσίας, και με έναν καθαρά ανορθόδοξο και λαϊκίστικο καταγγελτικό λόγο μπόρεσε και αναρριχήθηκε στον κυβερνητικό θώκο. (Με τη βοήθεια των ΑΝΕΛ, ένα σημαντικό στοιχείο που κρατάμε για μετά)

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή έως και τη στιγμή της ανάδειξής του στην εξουσία έχει αποδείξει ήδη μια φορά πόσο επιτυχημένος πολιτικός χαμαιλέοντας μπορεί να γίνει όταν χρειαστεί. Το τι έγινε μετά την ανάδειξή του το θυμόμαστε. Αφού έδωσε χαρτοφυλάκιο και πολιτική εξουσία σε κλόουν που βυθίζονταν στην αριστερή τους ιδεοληψία και σε μια πολιτική θεώρηση που παρέπεμπε σε έναν λανθάνοντα αριστερό ολοκληρωτισμό (Βαρουφάκης, Λαφαζάνη, Βαλαβάνη, Κωνσταντοπούλου κλπ) κατέληξε να φάει κυριολεκτικά τα μούτρα του εκείνο το βράδι του Ιουνίου του 15, που όλος ο κόσμος παρακολουθούσε σε αντίστροφη μέτρηση τη χώρα μας να αποτυγχάνει στην ανανέωση των συμφωνιών με τους εταίρους μας και τους λοιπούς δανειστές. (Ειρήσθω εν παρόδω, μια από τις μεγαλύτερες ντροπές που έζησε η χώρα μας από τη σύσταση της ως σύγχρονο κράτος και που χρεώνεται ολόκληρη στον ΣΥΡΙΖΑ)

Εκτός από τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε αυτή η άθλια, επιπόλαιη και τυχοδιωκτική περιπέτεια για τη χώρα μας, σήμανε και ένα καμπανάκι για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ ως κυβερνητικό κόμμα. Ήταν σε εκείνο το σημείο που ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι τα ψέματα τέλειωσαν. Αν ήθελε πλέον να παραμείνει στην κυβέρνηση έπρεπε επειγόντως να αλλάξει στρατηγική. Από τις επόμενες εκλογές λοιπόν, με τη νέα κυβέρνηση που σχηματίσθηκε, άρχισε να επιδεικνύει, ιδιαίτερα στις διεθνείς του επαφές με θεσμούς κλπ., ένα πρόσωπο που κάποιος τρίτος ξένος παρατηρητής θα μπορούσε με άνεση να χαρακτηρίσει «σοσιαλδημοκρατικό». Και τι σημαίνει αυτό; Με δυο λόγια απόρριψη στην πράξη του καταγγελτικού λόγου και της θεωρίας της πλήρους ρήξης, και εφαρμογή πρακτικών συνδιαλλαγής και διαχείρισης της εξουσίας προς όφελος των μακροπρόθεσμων «σοσιαλιστικών» του, (σοσιαλδημοκρατικών πλέον σε επίπεδο άσκησης διακυβέρνησης) βλέψεων και στόχων.

Αυτό έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια ιδιόμορφη αντιφατική κατάσταση, σε ουσιαστική αντίθεση με τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτή τη στιγμή, για να παραμείνει στην εξουσία, έπρεπε να κυβερνά επιδεικνύοντας καθαρά «σοσιαλδημοκρατικά» ανακλαστικά σε επίπεδο άσκησης πολιτικής, αλλά από την άλλη έπρεπε να μην προδίδει την αριστερή του φύση του. Πως το επιτύγχανε αυτό; Επιδεικνύοντας σε κάθε φορά και με κάθε τρόπο τη δυσφορία του από την υποχρέωση εφαρμογής των δικλείδων που στηρίζουν την εύρυθμη λειτουργία μιας αστικής δημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην κυβερνητική εξουσία, έχει κατασυκοφαντήσει έμπρακτα κάθε έννοια της διάκρισης των εξουσιών, και έχει υποσκάψει, και κάνει κατάληψη (hi-jacking) των περισσοτέρων ανεξαρτήτων θεσμών και αρχών του Ελληνικού κράτους. (Νομίζω ότι έως αυτή τη στιγμή μόνο το φρούριο της ΤτΕ δεν έχει κατορθώσει να εκπορθήσει)

Μετά από όλα τα παραπάνω ας φτάσουμε στην ερώτηση του ενός εκατομμυρίου. Είναι λοιπόν σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ένα πολιτικό κόμμα ικανό για συνεργασία με μια πολιτική δύναμη του λεγόμενου «φιλοευρωπαϊκού τόξου»; (ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι λ.χ.)

Νομίζω ότι με τη μορφή που τον ξέρουμε, και με βάση όσα έχει επιδείξει ως τώρα, η απάντηση είναι σίγουρα όχι. Η απέχθεια από τη μια που δείχνει σε κάθε δυνατή ευκαιρία για τη θεσμική ανεξαρτησία των στοιχείων στa οποίa βασίζεται η δημοκρατία μας, και από την άλλη η «σοσιαλδημοκρατική» μάσκα ευκαιρίας που έχει φορέσει με μόνο σκοπό την περαιτέρω παραμονή του στην εξουσία τον καθιστούν ανασφαλή πολιτικό εταίρο. Η υπαρξιακή του αντιφατικότητα όπως εκφράζεται μέσα από το δίπολο «αριστερή ψυχή, καταγγελτικός λόγος – σοσιαλδημοκρατική πρακτική, παραμονή στην εξουσία» τον καθιστούν επίφοβο πολιτικό εταίρο.

Βεβαίως, σε σχέση με αυτό, δημιουργούνται δυο ερωτήματα ακόμα που πρέπει να απαντηθούν: «Θα μπορούσε στο μέλλον ο ΣΥΡΙΖΑ να υπάρξει ως κυβερνητικός εταίρος μέσα σε ένα πλαίσιο όπως αυτό που τέθηκε παραπάνω; (λεγόμενο Φιλοευρωπαϊκό τόξο) » Και ακόμα: «Θα μπορούσε κάποιο σημερινό κυβερνητικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ από μόνο του να πράξει κάτι ανάλογο;»

Βασικά, η πολιτική είναι η τέχνη των συμβιβασμών αντιθέτων μερών. Για αυτό και δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ. Αυτή είναι η ίδια η ουσία της δημοκρατίας μας, και όταν η δημοκρατία λειτουργεί με βάση τις θεσμικές της προδιαγραφές όλα είναι, όχι μόνο εφικτά, αλλά και απαραίτητα. Και αυτό για δυο λόγους:

Πρώτον, μια δημοκρατία λειτουργεί καλύτερα όταν οι συνεργασίες της είναι βασισμένες σε ξεκάθαρες, για κάθε υπεύθυνα συμβαλλόμενο μέρος, αρχές, στόχους και πλάνα, και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το σύνταγμα. Δεύτερον, οι πολιτικές συνεργασίες εξαλείφουν την πολιτική πόλωση και το διχασμό, και καλλιεργούν ένα εθνικό πνεύμα ομόνοιας και συνεργασίας. Γι αυτό και είναι απαραίτητες όταν γίνονται με σωστό τρόπο, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Βέβαια, όλα τα παραπάνω κρίνονται στην πράξη και η τελική ευθύνη για την ορθότητα μιας πολιτικής συνεργασίας ανήκει σε κάθε ένα συμβαλλόμενο μέρος ξεχωριστά.

ΜΕΡΟΣ Β) «Ποιος είναι ο πραγματικός πολιτικός κίνδυνος που εγκυμονεί η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;»

Ένα από τα κύρια επικοινωνιακά εργαλεία της αξιωματικής και όχι μόνο αντιπολίτευσης είναι η αριστερή φύση του ΣΥΡΙΖΑ. Μια αριστερά που παραπέμπει σε λαϊκισμό, ολοκληρωτισμό, κατάλυση τη δημοκρατίας κλπ. Λογαριασμοί τρολ στα κοινωνικά μέσα κάνουν πάρτυ νυχθημερόν αναδεικνύοντας αυτήν την πτυχή του κυβερνώντος κόμματος. Στηριζόμενοι σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την αντιμετώπιση των συνταγματικών δημοκρατικών θεσμών από το κυβερνητικό κόμμα, προβάλλουν την εικόνα ενός ΣΥΡΙΖΑ έτοιμου να καταλύσει το κράτος για να εγκαθιδρύσει μια λαϊκίστικη αριστερή δικτατορία τύπου Λατινικής Αμερικής.

          Αυτή η πολιτική στόχευση είναι λάθος και αποπροσανατολίζει από τον πραγματικό κίνδυνο, όπως αυτός διαφαίνεται σε όλη την Ευρώπη και στον υπερατλαντικό δυτικό κόσμο την τελευταία δεκαετία. Ο κίνδυνος αυτός δεν είναι άλλος από την άνοδο της ακροδεξιάς σε όλες τις μορφές της, θεσμικής, εναλλακτικής και ναζιστικής. Μερικές φορές μάλιστα αυτή η στόχευση ενδέχεται, όχι μόνο αποπροσανατολίζει, αλλά να χρησιμοποιείται κιόλας επί τούτου.

          Το πρώτο πρώτο που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ότι, αν είναι να υπάρξει κατάλυση της δημοκρατίας μας από τα αριστερά, υπάρχει άλλο κόμμα πολύ πιο κατάλληλο, το οποίο μάλιστα θεωρεί και με μεσσιανικό τρόπο ιστορική του ευθύνη να πράξει κάτι τέτοιο. Ευτυχώς για την ώρα, έχοντας διαπιστώσει στα τελευταία του συνέδρια ότι οι αντικειμενικές συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει, έχει λουφάξει καραδοκώντας. Το κυριότερο όμως είναι το κόμμα αυτό, και οι απόψεις που εκφράζει ήταν, είναι, και θα είναι πάντα μειοψηφία στον Ελληνικό λαό. Φωνακλάδικη μειοψηφία, αλλά ξεκάθαρα διαπιστωμένη.

          Αυτό διαπίστωσε και ο ΣΥΡΙΖΑ το εξάμηνο της πρώτης  διακυβέρνησής του, όταν πήγε να επιβάλει τις ιδεοληψίες του, και συμμαζεύτηκε κακήν κακώς, αλλάζοντας άρδην την πολιτική του στρατηγική. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι η αλλοπρόσαλλη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί κατευθείαν τη χώρα σε αντιδημοκρατικές λύσεις της άλλης όχθης.

          Ας δούμε έναν έναν ποιοι παράγοντες συνηγορούν σε αυτό το συμπέρασμα:

Για την αντιμετώπιση των θεσμών, και την εξισορρόπηση συνταγματικών εξουσιών και ανεξάρτητων αρχών στον τρόπο διακυβέρνησης έχουμε κάνει ήδη την επισήμανση. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι αυτή η περιφρόνηση των θεσμών δεν είναι προηγούμενο μόνο αριστερών ολοκληρωτικών λύσεων. Τα πιο ακραία φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν ακριβώς στην καταπάτησή και τον ενταφιασμό τους.

Τα πολιτικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύονται καθημερινά ιδιαίτερα επιπόλαια για οτιδήποτε απαιτεί ένα αξιόλογο βαθμό οργάνωσης. Η καθοδήγηση της μετακύλισης της δημοκρατίας σε ολοκληρωτικές ατραπούς όμως απαιτεί ακριβώς ένα τέτοιο επίπεδο οργάνωσης. Οπότε ο αριστερός ολοκληρωτισμός υπό την αιγίδα του ΣΥΡΙΖΑ μόνο σαν αστείο μπορεί να εκληφθεί.

Αντίθετα όμως υπάρχουν στη χώρα μας ποικιλία οργανώσεων και κομμάτων ακροδεξιάς κατεύθυνσης, οι οποίες, όπως ιστορικά έχει αποδειχθεί, μπορούν άλλες πολύ και άλλες λιγότερο να αναλάβουν εν δυνάμει αντίστοιχο ρόλο. Εξ αιτίας μιας πολύ κακής συγκυρίας και επιλογής από μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, ο τελευταίος έχει επιλέξει για κυβερνητικό εταίρο μια τις πολιτικές κινήσεις που κινούνται σε αυτόν το χώρο, τους ΑΝΕΛ. Έχει στην ουσία νομιμοποιήσει στη συνείδηση των ψηφοφόρων του ένα κόμμα που κινείται στα όρια της ακροδεξιάς. Της ακροδεξιάς με χαρωπό και μοντέρνο εναλλακτικό πρόσωπο, αλλά, στο βάθος της ουσίας των πολιτικών θέσεων και πρακτικών του, οπωσδήποτε ακροδεξιάς. Αυτό είναι ένα μέγα λάθος του ΣΥΡΙΖΑ που καταδεικνύει το μέγεθος της πολιτικής επιπολαιότητάς του, και της αλόγιστης δίψας του για εξουσία.

Πριν προχωρήσουμε καλό θα ήταν να σκιαγραφήσουμε ένα χάρτη των δεξιών τάσεων στη σημερινή πολιτική κατάσταση τη χώρας και να εντοπίσουμε ποιες από αυτές υπερβαίνουν τα όρια της ακροδεξιάς και έως ποιο βαθμό.

Όλοι ξέρουμε πως ο κύριος εκφραστής της δεξιάς σήμερα στη χώρα μας είναι η Νέα Δημοκρατία. (μαζί με τα φιλελεύθερα κόμματα που έχουν δηλώσει ότι τη στηρίζουν εξαιτίας του σημερινού αρχηγού της) Επιφανειακά φαίνεται πως οι κυρίαρχες τάσεις εντός της είναι δυο: Η λαϊκή δεξιά, η οποία εκφράζεται, όταν εκφράζεται, από τον Κώστα Καραμανλή, και η φιλελεύθερη δεξιά η οποία εκφράζεται σήμερα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Προσωπική μου άποψη είναι ότι υπάρχει μια τουλάχιστον ακόμα τάση, μπορεί και δύο εντός του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας με συγκεκριμένο ειδικό βάρος. Η τρίτη λοιπόν αξιόλογη τάση είναι αυτή που εκφράζεται από τον Αντώνη Σαμαρά. Συμπληρωματικά, και στο βαθμό που δεν εντάσσονται στην τάση υπό τον Αντώνη Σαμαρά, θα ανέφερα ως τέταρτη τάση και όσους στο παρελθόν τους έχουν θητεύσει σε κόμματα όπως το ΛΑΟΣ ή η ΕΠΕΝ, αλλά είδαν το φως το αληθινό και ανένηψαν. Κύριο χαρακτηριστικό το οποίο καλύπτει ενιαία το σύνολο της Νέας Δημοκρατίας είναι ο λειτουργικός σεβασμός στους δημοκρατικούς θεσμούς, αυτό δηλαδή που λείπει από τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Το χάρτη των σημερινών δεξιών πολιτικών σχηματισμών σήμερα συμπληρώνουν οι ΑΝΕΛ, η sui generis φιλελεύθερη Δημιουργία Ξανά, και η πούρα φασιστική Χρυσή Αυγή

Οι διαφορές τους, και κατά κάποιο τρόπο και οι επιμέρους ομοιότητες που τις διακρίνουν, έχουν να κάνουν κατ’ αρχάς με το βαθμό οικονομικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού που τις χαρακτηρίζει. Έχουν να κάνουν επίσης με το βαθμό στον οποίο τους χαρακτηρίζει το εθνικό – εθνικιστικό στοιχείο στη χάραξη πολιτικής. Σε γενικές γραμμές αυτό που τις χαρακτηρίζει είναι η θέση που καταλαμβάνουν στον άξονα πρόοδος –  συντήρηση.  (Όπου πρόοδος είναι η το πόσο είσαι σε θέση να αποδεχθείς το καινούριο ελπίζοντας σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα έστω και απορρίπτοντας σχηματισμένα συμφέροντα κοινωνικών ομάδων προς γενικότερο συνολικό κοινωνικό όφελος, ενώ συντήρηση να παραμένεις στο παλιό με το υποτιθέμενο εξασφαλισμένο αποτέλεσμα, συντηρώντας πολλές φορές έτσι τις προσόδους των κοινωνικών ομάδων που κερδίζουν με το ισχύον καθεστώς σε βάρος του εν δυνάμει γενικότερου καλού.)

Στην πολιτική ιστορία της χώρας έχει αποδειχθεί ένα τμήμα της συστημικής δεξιάς, σε περίπτωση που χρειαστεί να «σφίξουν λίγο τα λουριά», πάντα για την αποφυγή ενός «επερχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου», είναι πρόθυμο να θυσιάσει κάποιες συνταγματικές ελευθερίες και να συνταχθεί με ολοκληρωτικές πρωτοβουλίες. Αυτή τη στιγμή οι φωνές στα κοινωνικά μέσα των λογαριασμών που αντικατοπτρίζουν τμήματα της δεξιάς με αυξημένα εθνικιστικά χαρακτηριστικά, ή αντικατοπτρίζουν τμήματα της δεξιάς που έχουν θητεύσει στο παρελθόν σε ακροδεξιές παρατάξεις αμφίβολης αληθινής πίστης στο δημοκρατικό πολίτευμα, ουρλιάζουν στην κυριολεξία για τον «επερχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο» του ΣΥΡΙΖΑ. Εξ αιτίας όμως του τελευταίου αναπτύσσεται μια αντιθεσμική κουλτούρα, η οποία αποτελεί βούτυρο στο ψωμί, όσων με πρόφαση αυτόν τον κίνδυνο μπορούν να αποφασίζουν την καταφυγή σε ακροδεξιές ριζοσπαστικές λύσεις.

Πρέπει να αναφέρουμε  ότι η υποβάθμιση της σημασίας της ισορροπίας των δημοκρατικών θεσμών, δεν είναι Ελληνικό φαινόμενο. Στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, κυρίως στη λεγόμενη τετράδα του Βίζεγκραντ, παρατηρείται μια έξαρση του λαϊκίστικου αντιθεσμικού στοιχείου. Σε αυτές τις χώρες βέβαια ο εικοστός αιώνας δε φάνηκε και πολύ γαλαντόμος στην ενδυνάμωση των δημοκρατικών τους θεσμών. Παρόμοια φαινόμενα έχουμε σε Ιταλία, Ολλανδία, Αυστρία, Ην. Βασίλειο, ακόμα ακόμα και στις ίδιες τις ΗΠΑ, με τον έως τώρα βίο και πολιτεία του Πρ. Τραμπ.

Υπάρχει δηλαδή μια γενικότερη τάση καταφυγής των λαών των δυτικών χωρών σε λύσεις που μπορεί στο μέλλον να απαιτήσουν τη θυσία συνταγματικών ελευθεριών. Για τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς μπορούμε να γράψουμε ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, επιγραμματικά όμως μπορούμε να αναφέρουμε τη μείωση του προσλαμβανόμενου επιπέδου ατομικής ασφάλειας, και την αποφυγή παρενεργειών από μη επιτυχημένες πλευρές της εφαρμοσμένης παγκοσμιοποίησης, όσον αφορά στην ελεύθερη μετακίνηση πόρων κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού.

Σημαντική αρνητική συνεισφορά σε αυτήν την κατάσταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι και αυτή που πηγάζει από τον επικοινωνιακό υβριδικό πόλεμο που προέρχεται από τη Ρωσία του Πούτιν. Αυτός εκφράζεται κυρίως με δυο τρόπους. Πρώτα με την επίθεση λογαριασμών στα κοινωνικά μέσα, και τη διάδοση μέσω αυτών ψεύτικων νέων, συκοφαντώντας έτσι τη θεσμική συγκρότηση των δυτικών κρατών. (Βλέπε Καταλωνία) Δεύτερον με την ιδεολογική και υλική υποστήριξη ευρωπαϊκών ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων, με τη διοργάνωση συνεδρίων σε όλη την Ευρώπη υπό την καθοδήγηση του γκουρού του ολοκληρωτισμού Αλεξάντερ Ντούγκιν. Συνέδρια στα οποία δεν παραλείπει βεβαίως κάποιες φορές να συμμετάσχει και η δική μας Χρυσή Αυγή.

Ανοίγοντας λοιπόν το πλάνο βλέπουμε πόσο κοντά βρισκόμαστε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο στον κίνδυνο του δεξιού ολοκληρωτισμού, και τοποθετώντας και τη χώρα μας σε αυτό το πλάνο βλέπουμε και πόσο σκληρά εργάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ προς αυτήν την κατεύθυνση. Δεν είναι λοιπόν ο αριστερός ολοκληρωτισμός που πρέπει να φοβόμαστε, και όσα τμήματα της αντιπολίτευσης ασκούν αυτή σε μια τέτοια βάση, μακροπρόθεσμα ίσως κάνουν περισσότερο κακό (κάποιοι από αυτούς ίσως και να το επιθυμούν κιόλας) στο μέλλον των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα μας, αναπαράγοντας και πολλαπλασιάζοντας το διαβόητο «εμείς ή αυτοί» στο οποίο στηρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ για να υπερισχύσει πολιτικά.

Η απάντηση είναι όχι πόλωση, όχι διχασμός, ενδυνάμωση των δημοκρατικών αρμών της κοινωνίας μας, και να θυμόμαστε ότι ο αριθμός των ψηφοφόρων είναι πεπερασμένος.

#dimkouz

Η εικόνα που είναι συνοδεέυι το κείμενο είναι ο πίνακας του 1944 "Memory" από τον Rene Magritte