Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η αναντιστοιχία πραγματικου και ονομαστικού μισθού στη σύναψη εργασιακών σχέσεων και οι επιπτώσεις της στην οικονομία



Επί πάρα πολλές δεκαετίες έχει διαμορφωθεί ένα σοβαρό δομικό πρόβλημα σε σχέση με την αγορά και την αμοιβή της εργασίας, το οποίο επιδρά στη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.

Με μια φράση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό το πρόβλημα ως αναντιστοιχία ονομαστικού και πραγματικού μισθού του εργαζόμενου.  Αφορά δηλαδή στο τι θεωρείται «μισθός» κατά την εργατική νομοθεσία, και τι θεωρείται μισθός στην κατά περίπτωση ατομική διαπραγμάτευση και στην επίτευξη συμφωνίας εργασιακής σχέσης. Η αναντιστοιχία αυτή, παρ΄ ότι πάντα αποτελούσε ένα πρόβλημα στις σχετικές διαδικασίες, δεν ήταν τόσο έντονη σε παλιότερες εποχές, που οι συμβάσεις εργασίας ήταν κατά κάποιο τρόπο «προστατευόμενες» από το κράτος.

Στη σημερινή εποχή όμως, που έχει αυξηθεί πάρα πολύ η ευθύνη κατά τη διαδικασία της συμφωνίας, από πλευράς του εργαζόμενου κυρίως, (ο εργοδότης ως επί το πλείστον πάντα αντιλαμβανόταν το μέγεθος της ευθύνης του στη διαδικασία της συμφωνίας, άσχετα τού κατά πόσο την τηρούσε) έχει καταλήξει να λειτουργεί στρεβλωτικά δημιουργώντας  γκρίζες ή ασαφείς ζώνες  όσον αφορά στο οικονομικό τμήμα της συμφωνίας.






Κατά αρχάς ας εντοπίσουμε τη διαφορά ονομαστικού και πραγματικού μισθού. Βλέπουμε στον Πίνακα 1, ότι δημιουργείται μια εργατική σύμβαση με συμφωνία για πληρωτέο μισθό 700 € το μήνα. Από την εμπειρία μου, στο μεγαλύτερο μέρος ειδικά των χαμηλόμισθων εργατικών συμβάσεων, το οικονομικό μέρος συμφωνείται σε πληρωτέο μισθό, «μισθό στο χέρι» που λέμε, χωρίς καμιά αναφορά σε επιμέρους επιβαρύνσεις.

Για ασφαλιστικούς σκοπούς ας υποθέσουμε ότι η σύμβαση αυτή αφορά σε μια από τις πιο κοινές συμβάσεις υπαλλήλου, χωρίς εργατικούς κινδύνους και χωρίς λοιπά ειδικά τεχνικά προσδιοριστικά στοιχεία τα οποία να επιρρεάζουν το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών. (ΚΑΔ ΙΚΑ 101)

Για να πάρει λοιπόν ο εργαζόμενος 700 € στο χέρι, πρέπει να ορισθεί τυπικά ένας ονομαστικός μισθός υψηλότερος των 700 €, ο οποίος να περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες «επιβαρύνουν» βάσει της εργατικής μισθοδοσίας τον εργαζόμενο, και οι οποίες θα «αφαιρεθούν» από αυτόν τον ονομαστικό μισθό για να καταλήξει ο εργαζόμενος να πάρει στο χέρι τα 700 €.

Κάνοντας λοιπόν τους σχετικούς υπολογισμούς, σύμφωνα και με την ασφαλιστική παραδοχή που κάναμε πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο ονομαστικός μισθός στην περίπτωσή μας, ανέρχεται στο ύψος των 838 €. Από αυτόν αφαιρείται ένα ποσοστό 16,5%, ύψους 138 €, το οποίο ονομάζεται «ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου», ώστε να καταλήξει να πάρει στο χέρι 700 €.


Στη ράβδο του Γραφήματος 1 βλέπουμε στην μπλε περιοχή τον πραγματικό μισθό των 700 €, στην πορτοκαλί περιοχή τις ασφαλιστικές κρατήσεις του εργαζομένου. Εξυπακούεται ότι ο ονομαστικός μισθός συμβολίζεται από το σύνολο της μπλε και της πορτοκαλί περιοχής.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στην πράξη στο παράδειγμά μας. Στην πράξη ο εργαζόμενος συμφώνησε για 700 € αλλά ο εργοδότης χρεώνεται 19,71% παραπάνω, ανυψώνοντας εικονικά το μισθό στα 838 €, για τις ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου τις οποίες, χάριν ενός νομικού παιχνιδίσματος, ο εργοδότης με το ένα χέρι τις δίνει και με το άλλο χέρι τις ξαναπαίρνει για να τις δώσει στο κράτος, ώστε ο εργαζόμενος να έχει θεωρητικά δικαίωμα σε κρατική υγειονομική περίθαλψη, κρατική σύνταξη, και κάποιες άλλες λοιπές κρατικές παροχές (επίδομα ανεργίας κλπ.)

Ο κορεσμός όμως στη διαμόρφωση του ύψους των εργατικών παροχών που αφορούν μια σύμβαση καθαρού μισθού 700 € δεν έχει φτάσει στο υψηλότερο κατά νόμο σημείο. Και αυτό διότι ο εργοδότης υποχρεώνεται ακόμα να καταβάλει ένα ποσό στο κράτος το οποίο τυπικά δεν περνά μέσα από το κύκλωμα εργοδότης – μισθός – εργαζόμενος. (Στην πράξη ούτε και το άλλο περνά βεβαίως) Το ποσό αυτό, το οποίο ανέρχεται στο 29,06% του ονομαστικού μισθού των 838 €, θεωρείται ότι δίνεται απευθείας από τον εργοδότη στο κράτος, αφορά στους ίδιους ακριβώς σκοπούς και στο παράδειγμά μας φτάνει τα 244 €. Στη ράβδο του γραφήματος το βλέπουμε στο γκρίζο τμήμα της.

Έχουμε φτάσει δηλαδή τελικά στο σημείο για μια εργατική σύμβαση πραγματικού ποσού 700 € να επιβαρύνεται ο εργοδότης με επιπλέον 382 € ( το πορτοκαλί και το γκρι μέρος στη ράβδο του γραφήματος) , δηλαδή να επιβαρύνεται συνολικά με μια δαπάνη 54,57%, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της διαπραγμάτευσης για τη σύναψη σύμβασης εργασιακής σχέσης. Αντίθετα αποτελεί νομικό επακόλουθο το οποίο θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη του το ένα συμβαλλόμενο μέρος.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές αυτή η διαπραγματευτική ανωμαλία λύνεται με τη μέθοδο της μαύρης συμφωνίας, η οποία όμως μακροοικονομικά θέτει σε μεγαλύτερη ανισορροπία το ασφαλιστικό σύστημα. Το σύστημα αυτό όμως, αν λάβουμε υπ όψη μας, τις μορφές εργασιακών συμβάσεων που συνάπτονται, και την έως σήμερα πορεία του, τις προσπάθειες που έχουν γίνει και τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί για τη διάσωσή του, μοιάζει να είναι μάλλον ήδη καταδικασμένο, σε ένα μακροχρόνιο βάθος.

Μια λύση να ήταν να εξισορροπήσει το σύστημα διαπραγματεύσεων εργοδότη – εργαζομένου κατά την διαπραγματευτική διαδικασία, και να αναλάβει άμεσα την ευθύνη και ο εργαζόμενος. Θα μπορούσε, από μια μελλοντική γενιά εργαζομένων και μετά ο εργοδότης να απαλλαγεί από το βάρος των εισφορών που αφορούν σε πρώτη φάση τις συνταξιοδοτικές παροχές, και να αναζητά μόνος του στην ελεύθερη αγορά το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που του ταιριάζει.

Αυτό όμως, δεδομένης της παραπάνω στρέβλωσης, και της αντίληψης που έχει διαμορφωθεί εξ αιτίας της, είναι επίφοβο ότι θα επιφέρει κραδασμούς με επιζήμια αποτελέσματα στους εργαζομένους κατά τις πρώτες περιόδους εφαρμογής. Ο εργαζόμενος δεν θα έχει ολοκληρωμένη αντίληψη για το νέο ύψος της πραγματικής του αμοιβής, και ο εργοδότης θα το εκμεταλλευθεί αυτό για να συμπιέσει τα μισθοδοτικά του κόστη.

Κλείνοντας πρέπει να αναφερθεί ότι το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ονομαστικού και πραγματικού μισθού του εργαζόμενου επιτείνεται από έναν ακόμη παράγοντα, ο οποίος ονομάζεται «παρακράτηση φόρου».

Η παρακράτηση φόρου σε επίπεδο προσδιορισμού ονομαστικού – πραγματικού μισθού κατά τη σύναψη μιας εργασιακής σχέσης λειτουργεί όπως ακριβώς και οι «ασφαλιστικές κρατήσεις του εργαζομένου». Πρόκειται για μέρος του ονομαστικού μισθού, ο οποίος όμως δεν δίνεται στο χέρι στον εργαζόμενο, αλλά παρακρατείται από τον εργοδότη, και αποδίδεται για λογαριασμό του στο κράτος. Η ετήσια παρακράτηση αυτού του είδους συμψηφίζεται στο τέλος, και κατά τη διάρκεια της φορολογικής εκκαθάρισης, με τους φόρους που αναλογούν στον εργαζόμενο.

Για έναν εργαζόμενο λοιπόν, ο οποίος δεν έχει άλλη πηγή εισοδήματος, και παρακρατείται σε ετήσια βάση ομαλά ο φόρος του, έρχεται τελικό μηδενικό αποτέλεσμα στη φορολογική του δήλωση.

Αυτό, μαζί με τα προηγούμενα των ασφαλιστικών εισφορών, έχει σαν αποτέλεσμα , από τη μια να ανεβάζει το μισθοδοτικό κόστος για τον εργοδότη, από την άλλη ο εργαζόμενος να προσλαμβάνει στην αντίληψή του ότι κάνει μια συμφωνία για 700 € στο χέρι, και ότι όλα τα υπόλοιπα (φόροι – ασφάλειες) είναι πληρωμένα από τον εργοδότη. Θεωρώ ότι αυτή η αντίληψη είναι μέρος του μακροοικονομικού προβλήματος, για τις παροχές των επομένων γενιών, γιατί στην ουσία έχει «απαλλάξει» με ένα στρεβλό τρόπο τον εργαζόμενο από τη ευθύνη για να σκεφθεί το μέλλον.

#dimkouz