Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Διοίκηση και δημοκρατία, ελευθερία και λογοκρισία.

Σήμερα θέλω να μιλήσω για μια λογοκρισία που δεν ήταν λογοκρισία. Μια μη λογοκρισία. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να το κάνω προσπαθώντας, στο μέτρο του δυνατού,  να μην αναφερθώ καθόλου στη συνέχεια σε αυτήν τη λογοκρισία, που δεν ήταν λογοκρισία.


Αντίθετα θα μιλήσω για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία ως δομικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Θα μιλήσω και για τους θεσμούς. Τους θεσμούς ως αρμούς ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Τους θεσμούς, επίσης, ως μέσο διασφάλισης της ελευθερίας σε μια κοινωνία. Και για τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τη διοίκηση των επιχειρήσεων ως θεσμικό εργαλείο λειτουργίας των εταιρικών συλλογικοτήτων, οι οποίες δρουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.


Ας ξεκινήσω λοιπόν από το τελευταίο. Οι εταιρικές συλλογικότητες μιας κοινωνίας, είναι οι κατ΄εξοχήν μορφές ελεύθερης βούλησης και δραστηριοποίησης των μελών της. Αποτελούν δε και μια μορφή ποιοτικής ολοκλήρωσης της κοινωνίας, υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν τη συνεργασία των ατόμων - μελών της, συμβάλλοντας έτσι στην ποιοτικότερη κοινωνικοποίησή τους.


Η συνεργασία αυτή για να είναι αποτελεσματική πρέπει να διέπεται από όρους. Οι όροι αυτοί γίνονται κοινά αποδεκτοί από τα μέλη των συλλογικοτήτων, και αναφέρονται σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις σε σχέση με το χαρακτήρα της συλλογικότητας. Αναφέρονται, στο στόχο της συλλογικότητας, στο πλάνο της, στο όραμά της, στο ρόλο και το νόημα της ύπαρξής της. Αναφέρονται επίσης και στον τρόπο, τους κανόνες λειτουργίας της, καθώς και στον τρόπο διοίκησής της.


Αυτό το τελευταίο, ο τρόπος διοίκησής της, είναι το πιο σημαντικό από όλα, διότι αυτό είναι που εξασφαλίζει και την επιτυχία όλων των προηγουμένων. Δηλαδή είναι η επιτυχημένη διοίκηση μιας εταιρικής συλλογικότητας, που θα φέρει αποτελεσματικά σε πέρας τους στόχους, πλάνα και οράματα, τα οποία έχουν τεθεί.


Η εξέλιξη της διοικητικής πρακτικής διαχρονικά μας έχει δείξει ότι αυτή πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένες αρχές. Αυτές οι αρχές αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατικής ελευθερίας, όσον αφορά στη λειτουργία αυτού του κοινωνικού κυττάρου, το οποίο το ονομάσαμε εταιρική συλλογικότητα. Ας αναφέρουμε περιληπτικά κάποιες από αυτές.


Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας, δεσμεύεται από τις αποφάσεις τις οποίες έχει πάρει με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο η συλλογικότητα εν συνόλω. Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας είναι ελεύθερη να παίρνει όποιες αποφάσεις κρίνει ότι εξυπηρετούν τη λειτουργική επίτευξη των όποιων σκοπών, στόχων, και οραμάτων έχει θέσει η εταιρική συλλογικότητα μέσω των ελεύθερα και δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων. Λογοδοτεί ακόμα σε τακτές χρονικές περιόδους απέναντι στη εταιρική συλλογικότητα η οποία την έχει διορίσει, και μόνο σε αυτήν. Παρένθεση. Η διοίκηση εννοείται ότι λογοδοτεί, εκπροσωπώντας τη συλλογικότητα, εάν κατά τη διάρκεια της παραβεί άλλους γενικότερους κανόνες, στους οποίους εμπίπτει, και οι οποίοι έχουν τεθεί θεσμικά σε επίπεδο ανώτερο της εταιρικής συλλογικότητας. Αλλά, και όταν αυτό συμβαίνει, γίνεται πάντα με θεσμικό τρόπο. Ας μας μείνει όμως, για να το χρησιμοποιήσουμε και πιο μετά, ότι, για λόγους σωστής άσκησης των δημοκρατικών ελευθεριών μας, η διοίκηση επιβάλλεται να λογοδοτεί σε αυτόν που θεσμικά οφείλει να το κάνει, και μόνο σε αυτόν.


Μορφές εταιρικών συλλογικοτήτων υπάρχουν πολλές. Κάποιος θα μπορούσε να τις διαχωρίσει σε μορφές οικονομικού και μη σκοπού. Αυτός ο διαχωρισμός είναι λίγο παρωχημένος, εφόσον, με την ευρεία έννοια, όλες οι εταιρικές συλλογικότητες θέλουν να πετύχουν όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά τον σκοπό τους με τη χρήση και τη κατανάλωση όσο το δυνατόν λιγότερων πόρων.

Ένας άλλος μάλλον πιο πετυχημένος διαχωρισμός είναι οι εταιρικές συλλογικότητες εμπορικού σκοπού, με σκοπό δηλαδή το κέρδος, και οι συλλογικότητες μηδενικού αποτελέσματος. Οι συλλογικότητες δηλαδή που στο τέλος δε θέλουν να “μείνει και κάτι” στους φορείς τους (δηλ. σε ατομικό επίπεδο στα μέλη που τις απαρτίζουν), αλλά αντίθετα επιθυμούν οι πόροι που διαθέτουν να διατεθούν με τη μέγιστη ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Αυτές οι τελευταίες εταιρικές συλλογικότητες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πολιτιστικούς συλλόγους, καλλιτεχνικές ομάδες, ομάδες κοινής ωφέλειας, μη κυβερνητικούς οργανισμούς, αλλά και κυβερνητικούς (με την έννοια της γενικής διακυβέρνησης) , κρατικούς οργανισμούς.


Πριν προχωρήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε ότι, όσον αφορά στις κατηγορίες δραστηριοποίησης των οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, και ειδικά τις καλλιτεχνικές συλλογικότητες, τίποτα δεν εμποδίζει να απαντώνται και σε μορφή εμπορικού κερδοσκοπικού οργανισμού. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να επιζητείται κιόλας, εφ΄όσον αυτό διασφαλίζει, ανάμεσα σε άλλα, υψηλότερα επίπεδα επαγγελματισμού, και χαμηλότερα επίπεδα διάχυσης της ευθύνης. Μερικές φορές όμως είναι αναγκαία και η παρουσία οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, εφ΄όσον η ιδιωτική πρωτοβουλία αδυνατεί να προχωρήσει στη υλοποίηση κάποιας επένδυσης με αναμφισβήτητο τρόπο κοινωνικά αναγκαίας όμως, για τη δημιουργία υποδομών κάθε είδους, υλικών και πνευματικών. Πρόκειται δηλαδή για μια μορφή συνέργειας σε ευρύ κοινωνικό επίπεδο, η οποία, ειδικά εξ αιτίας αυτού του χαρακτήρα της, θα πρέπει να διέπεται από ενδελεχή έλεγχο.


Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η διοίκηση όλων των ειδών των παραπάνω οργανισμών, τους οποίους συγκροτούν οι εταιρικές συλλογικότητες, διέπεται από τους ίδιους κανόνες. Να υπενθυμίσω εδώ ότι οι διοικήσεις των οργανισμών είναι θεσμοί οι οποίοι διασφαλίζουν την ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία τους, όπως είναι ενταγμένοι μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Γι αυτό και έχει σημασία να τηρούνται ακριβώς οι κανόνες οι οποίοι θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία, και την ελευθερία της διοίκησης. Ο βασικότερος κανόνας, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, είναι ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτόν που είναι υποχρεωμένη θεσμικά να το κάνει, και σε κανέναν άλλον. Αυτός είναι κανόνας για τη διατήρηση μια σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας.


Πολλές φορές όμως δημιουργούνται παράκεντρα, και παραομάδες, που ασκούν εξωθεσμική πίεση προς την κατεύθυνση των ενεργειών μιας εταιρικής συλλογικότητας, όταν αυτές οι ενέργειες επιρρεάζουν πιο άμεσα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ευρύτερα κοινωνικά σύνολα.


Αυτή η πίεση, όταν ασκείται με εξωθεσμικό τρόπο, τελικά καταλήγει στο να πλήττει απευθείας τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας, και να υποσκάπτει τα στοιχεία ελευθερίας που τη συνθέτουν. Καλό θα ήταν να αναφέρουμε και ένα δυο παραδείγματα, ώστε να διαπιστώσουμε πως εφαρμόζεται στην πράξη με τέτοιες ενέργειες ο ελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας.


Πρώτα ας δούμε μια υποθετική περίπτωση, η οποία αφορά τις ενέργειες ενός καθαρά κερδοσκοπικού εμπορικού οργανισμού. Η διοίκηση μιας τυχαίας εντελώς εταιρείας αποφασίζει την πραγματοποίηση μιας μεταλλευτικής επένδυσης σε μια τυχαία εντελώς περιοχή. Από την πρώτη στιγμή οργανώνονται αντιδράσεις ενάντια σε αυτήν την επένδυση με την αιτιολογία ότι αυτή βλάπτει το περιβάλλον. Οι αντιδράσεις αυτές παίρνουν και θεσμική και εξωθεσμική μορφή. Ακολουθείται και ο δρόμος της νομότυπης υποβολής ενστάσεων, με τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας συμμορφώνεται, όπως ορίζουν οι κανόνες της κοινωνίας στην οποία επέλεξε να επιχειρήσει. Ακολουθείται όμως και ο δρόμος των βίαιων αντιδράσεων από εξωθεσμικά επίκεντρα αντίθετων τοπικών μικροσυμφερόντων, ομάδες που συνεπικουρούνται από κάθε επάγγελμα και καθ΄έξιν οικοακτιβιστές, και λοιπούς επαναστάτες. Ακολουθούν παράνομοι αποκλεισμοί της εταιρείας, σαμποτάζ, καψίματα, και εν γένει μια βίαιη αναταραχή. Είναι ξεκάθαρο σε αυτήν την περίπτωση ότι η διοίκηση της εταιρείας εκβιάζεται με βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο να διακόψει τις εργασίες.

Επιχειρείται δηλαδή με σκανδαλώδη τρόπο να της στερηθεί η ελευθερία, και απαιτείται να λογοδοτήσει και να υποκύψει στους εκβιασμούς ομάδων, οι οποίες προσπαθούν με εξωθεσμικό, και άρα αντιδημοκρατικό τρόπο να της επιβάλλουν την άποψή τους. Είναι σαφές ότι η διοίκηση της εταιρείας δεν έχει καμιά υποχρέωση να λογοδοτήσει σε αυτές τις εξωθεσμικές ομάδες. Η μόνη υποχρέωση της είναι απέναντι στους μετόχους της εταιρείας οι οποίοι την εξέλεξαν και τη διόρισαν, και της εταιρείας συνολικά απέναντι στη θεσμικά και δημοκρατικά συντεταγμένη κοινωνία.


Στη συνέχεια μπορούμε να επιχειρήσουμε να μελετήσουμε μια εντελώς τυχαία, και εντελώς υποθετική περίπτωση, ενός μηδενικού αποτελέσματος κρατικού θεατρικού οργανισμού, ο οποίος επιλέγει να ενσωματώσει στο πρόγραμμά του ένα θεατρικό έργο για το οποίο μεγάλη μερίδα συμπολιτών έχει αντιρρήσεις.

Πριν προχωρήσουμε όμως είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα, ώστε να βοηθηθούμε στην ανάλυσή μας. 

Πρώτα, έχουμε να κάνουμε με την έννοια του κρατικού θεάτρου. Ένα κρατικό θέατρο είναι από τη φύση του μηδενικού αποτελέσματος. Δηλαδή προέχει η έννοια της μεγιστοποίησης του κέρδους του κοινωνικού συνόλου, και όχι του κέρδους των φορέων του. Με αυτήν την παραδοχή, γίνεται πιο σύνθετο να εξετάσουμε σε ποιόν λογοδοτεί η διοίκηση, σε ποιόν χρόνο, και με ποιά κριτήρια. Είναι φανερό ότι, για διατηρηθούν ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας, ενός κρατικού θεάτρου μια φιλελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας πρέπει να τηρηθούν επακριβώς οι όροι και οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ασκείται, ελέγχεται και λογοδοτεί η διοίκηση. Οι όροι και οι κανόνες αυτοί έχουν τεθεί για να διασφαλίζουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κατά τεκμήριο ορίζουν ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που την εξέλεξαν, οι οποίοι και αποτελούν θεσμικά την κοινωνική συλλογικότητα, στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο της κοινωνίας, στο χρόνο που ορίζεται από το καταστατικό του οργανισμού, και με κριτήριο την επίτευξη των στόχων πλάνων και οραμάτων που έχει υιοθετήσει, και έχει κάνει αποδεκτά, η κοινωνική συλλογικότητα, δηλαδή με θεσμικό τρόπο η κοινωνία.

Το δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι ένας θεατρικός οργανισμός, αυτονόητα αφορά στην τέχνη. Την τέχνη όπως η δημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία μας την αποδέχεται, με κοινωνικές ελευθεριότητες και πειραματισμούς. Ο καλλιτεχνικός δημιουργός απαιτείται να αφήνεται παντελώς ελεύθερος στην παραγωγή του έργου, και η κοινωνία παντελώς ελεύθερη στην κριτική του, χωρίς όμως να διαννοείται κατ΄ ελάχιστον να του στερήσει το δικαίωμα να πει αυτό που θέλει να πει. Πρόκειται για την επιτομή ενός διαλόγου, για κατ’ ουσίαν διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο δημιουργό - πομπό και την κοινωνία - δέκτη, της οποίας έχει προηγηθεί η διαλεκτική σχέση της κοινωνίας - πομπού και του καλλιτέχνη - δέκτη. Από την εποχή του Θέσπιδος ακόμα γνωρίζουμε το υπερθετικό αποτέλεσμα που επιφέρει στην κοινωνική εξέλιξη αυτή η διττή διαλεκτική σχέση, πόσο μάλλον στη σύγχρονη νεωτερική μας κοινωνία. Οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά το πιο πιθανό θα θεωρηθεί πλατειασμός.

Ας επανέλθουμε τώρα λοιπόν στο τελείως υποθετικό μας παράδειγμα, και ας υποθέσουμε ότι μερίδα των πολιτών ενοχλείται, και μάλιστα προκαταβολικά, από το από αυτούς προσλαμβανόμενο περιεχόμενο και σημαινόμενο του έργου. Έστω, για χάρη της υπόθεσης, ότι η αυτή διάθεση απέναντι στο έργο είναι πλειοψηφική μέσα στην κοινωνία.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα, ίσως και την υποχρέωση, να εκφράσει τη διαφωνία με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι θέλει να πει ο δημιουργός του έργου. Για να διατηρηθεί όμως ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινωνίας μας, αυτό πρέπει να γίνει μέσω των διεξόδων τους οποίους η ίδια η κοινωνία έχει εγκαταστήσει ώστε να προφυλάσσεται η ελευθερία και η δημοκρατία της.

Η διοίκηση ενός θεάτρου, ιδιωτικού αλλά πολύ περισσότερου κρατικού, δεν πρέπει επ’ ουδενί να νοιώσει ότι εκβιάζεται να προχωρήσει σε αποφάσεις. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να εκβιάζεται από συγκεκριμένες άτυπες ή τυπικές, κοινωνικές ομάδες, εναντίον των οποίων, βάσει του θεσμικού μοντέλου σύμφωνα με το οποίο διοικεί, δεν είναι υποχρεωμένη καν να λογοδοτήσει.

Οι διάφορης προέλευσης, σύνθεσης, και συμφερόντων, κοινωνικές ομάδες δε νομιμοποιούνται να ζητάνε να κατέβει ένα καλλιτεχνικό έργο, όσο και αν διαφωνούν με το ερέθισμα που αντιλαμβάνονται από την παρουσίασή του. Και δε νομιμοποιούνται βάσει των δυο ερμηνευτικών συλλογισμών που παρουσιάσαμε πιο πάνω.

Πρώτον, για το τι ανεβαίνει και τι όχι, σε ένα θεατρικό χώρο δεν είναι υπεύθυνες αυτές οι ομάδες, αλλά η κοινωνία μέσα από τη διοίκησή του θεάτρου την οποία και έχει θεσμικά διορίσει. Και δεύτερον, η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που θεσμικά επιβάλλεται. Αυτά όλα έχουν θεσπισθεί έτσι, ώστε να προφυλάσσεται η δημοκρατική και φιλελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας μας. Κάθε παρέκκλιση από αυτούς τους κανόνες συνιστά και ένα πλήγμα σε αυτό το μοντέλο οργάνωσης.


Στην περίπτωση δε που η διοίκηση ενός θεατρικού οργανισμού υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις των κοινωνικών ομάδων, χωρίς αυτές να περνάνε μέσα από το κοινωνικό φίλτρο που έχει επιβληθεί για να την προστατεύει να παράγει ελεύθερα το έργο της, δηλαδή να λογοδοτεί και να συμμορφώνεται με τους κανόνες οι οποίοι έχουν θεσμικά τεθεί, τότε έχουμε να κάνουμε με σαφή παραβίαση της ελευθερίας της, και εάν το έργο κατέβει, τότε εν τέλει έχουμε να κάνουμε με μια μορφή λογοκρισίας. Η λογοκρισία έχει να κάνει με το γεγονός ότι το έργο κατέβηκε εξ αιτίας εξωθεσμικών πιέσεων και διαδικασιών, οι οποίες κατέστησαν τη διοίκηση του θεατρικού οργανισμού ανίκανη να επιτελέσει ελεύθερα το έργο της, το οποίο είχε αποφασισθεί με σύννομες, θεσμικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανονισμού τον οποίο διέπει τον θεατρικό οργανισμό, και έχει γίνει θεσμικά και με δημοκρατικό τρόπο αποδεκτός από την κοινωνία μας.


Σε αυτές τις τυχαίες, και τελείως υποθετικές περιπτώσεις, το να προσπαθεί να βαφτισθεί το κρέας ψάρι, και η λογοκρισία μη λογοκρισία είναι κοινωνική υποκρισία. Καλύτερα να πούμε ότι το θεατρικό έργο κατέβηκε διότι ενοχλούσε ηθικά μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Σε αυτήν τη περίπτωση ίσως έχουμε και μεγαλύτερη επίγνωση του επικίνδυνου για τη ελεύθερη έκφραση δρόμου στον οποίο έχουμε μπει.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΔΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΑΤΟΛΗΣ - ΞΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ (του Τσέχου Δημοσιογράφου Erik Tabery)



Η Κεντρική Ευρώπη δεν υπάρχει πια, μόνο η Ανατολή και η Δύση, όπως ήταν και παλιότερα. Αυτή είναι η συμπυκνωμένη εκδοχή της συνδυασμένης σοφίας πολλών Δυτικών αναλυτών και σχολιαστών αυτές τις μέρες. 

Η Ουγγαρία και η Πολωνία - και η Σλοβακία, σε μικρότερο βαθμό - έχουν ανακαλύψει τη μαγεία του συντηρητικού, αυταρχικού κράτους και σιγά σιγά περιορίζουν την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και της δικαστικής εξουσίας. 

Ακόμη και αν η κατάσταση των γειτόνων μας είναι μακριά από το μαύρο και άσπρο, και πάλι, μετά από πολλά χρόνια, η Τσεχική Δημοκρατία αντιμετωπίζει και πάλι το ερώτημα: Πού ανήκουμε;

Μιλήστε μαζί μας όχι γι αυτό

Μια ματιά στα Δυτικά μέσα ενημέρωσης μόνο ευχαρίστηση δε σου δίνει διαβάζοντας για τους ανθρώπους στην περιοχή μας. Μερικές φορές φαίνεται σαν να μην ανήκαμε ποτέ στον ελεύθερο κόσμο - σύμφωνα με τους φίλους μας στα δυτικά - και ότι τα τελευταία 25 χρόνια δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ανωμαλία, μια παράξενη παύση, κατά την οποία δώσαμε στην ελευθερία μια απέλπιδα προσπάθεια.
Τώρα λαχταρούμε να επιστρέψουμε σε αυτό που ο δοκιμιογράφος και αντιφρονών Milan Simecka, λίγο πριν από την πτώση του κομμουνισμού, που ονόμασε "τόσο άνετη ανελευθερία ώστε όσοι βρίσκονται στην εξουσία γνωρίζουν πώς να σταματήσουν το χρόνο και να συντηρήσουν την ακινησία."  

Είμαστε πραγματικά καταδικασμένοι να μη μάθουμε ποτέ πώς να ζούμε ελεύθερα, όπως πιστεύουν ορισμένοι στη Δύση; Βαδίζουν οι Ούγγροι, και οι Πολωνοί τώρα, τόσο άσχημα στο δρόμο προς τον ολοκληρωτισμό;
Και γιατί αυτοί οι Δυτικοί είναι τόσο αναστατωμένοι, όταν οι Γάλλοι παρ’ ολίγο να εκλέξουν τη Marine Le Pen, και όταν διάφορες ποικιλίες εξτρεμιστών είναι σε άνοδο σε πολλές χώρες; Μας συγκρίνουν με δυο μέτρα και δυο σταθμά;  

Το γεγονός παραμένει ότι η Ουγγαρία έχει γίνει ένα αυταρχικό κράτος, όπου το πολιτικό κόμμα της εξουσίας, δεν ρίχνει βέβαια τους αντιπάλους του στη φυλακή, έχει όμως δημιουργήσει τους κανόνες και το κρατικό σύστημα έτσι ώστε το σύνολο της χώρας ελέγχεται από μία πολιτική δύναμη.

Αν και η δυνατότητα αλλαγής μέσω εκλογών παραμένει, ο έλεγχος του συστήματος της δικαιοσύνης, καθώς και η οικονομική εξουσία των κυρίαρχων πολιτικών, δεν αφήνει στην αντιπολίτευση σχεδόν καμία πιθανότητα να πετύχει στην κάλπη. Και όλα ξεκίνησαν έτσι, όταν ένα κόμμα κέρδισε μια μεγάλη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.  

Και αυτό συμβαίνει ξανά στην Πολωνία. Πρώτα μια απόλυτη πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα και, στη συνέχεια, μέσα σε λίγες ώρες το κοινοβούλιο αλλάζει τους νόμους σχετικά με την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και της δικαστικής εξουσίας για να θέσει την κυβέρνηση εκτός ελέγχου των δημόσιων και κρατικών ιδρυμάτων.  
Πράγμα που μας φέρνει πίσω στο θέμα του γιατί η Δύση είναι τόσο φοβισμένη για όσα συμβαίνουν στην Ανατολή.

Κάθε χώρα γνωρίζει ότι οι επόμενες εκλογές μπορεί να βρουν εκλεγμένο κάποιον για τον οποίο θα πρέπει να ντρέπεται ο μισός πληθυσμός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διεθνείς πολιτικοί τόσο σπάνια σχολιάζουν σχετικά με τις εκλογές σε άλλες χώρες.

Έχουμε τη δική μας εμπειρία από αυτό: Σχεδόν κανείς στο εξωτερικό, μίλησε όταν ο ακραίος αντι-ευρωπαίος Βάτσλαβ Κλάους εξελέγη πρόεδρος το 2003, όπως ακριβώς κανείς δεν αναφέρθηκε στην πρωτοφανή σύγκρουση συμφερόντων του Andrej Babi.

Πίσω από τις σκηνές θα ακούσεις γκρίνιες, φυσικά, αλλά κανείς δεν μιλά για αυτά τα πράγματα δυνατά. Τέτοιες υποθέσεις είναι ένα θέμα για κάθε χώρα και τα πάντα μπορούν να αλλάξουν στις επόμενες εκλογές.
Είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, όμως, όταν οι εκλογικοί νικητές ξεκινήσουν να ξαναγράφουν τους κανόνες ώστε να μπορούν να παραμείνουν στην εξουσία για πάντα.

Μια Πολιτιστική Επανάσταση

Κάθε χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να πληρεί ορισμένα κριτήρια. Περισσότερο από απλά οικονομικά δεδομένα, πρόκειται πάνω απ' όλα για την συστηματική αλλαγή.

Μια υποψήφια χώρα πρέπει να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας δημοκρατικής κοινωνίας: μια ανεξάρτητη δικαστική εξουσία και μέσα ενημέρωσης, εγγυήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ένα πλουραλιστικό σύστημα ψηφοφορίας, μεταξύ άλλων.

Όλοι μας - οι Πολωνοί, οι Ούγγροι, και εμείς οι Τσέχοι – ξέραμε που μπαίναμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η έκπληξη της Πολωνίας σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ποιότητα της δημοκρατίας της, δεν είναι καθόλου πειστική.

Οι ενωσιακοί κανόνες υποτίθεται δεν πρέπει να δυσφημίσουν ή να προσθέτουν ένα βάρος στο έργο της εκλεγμένης κυβέρνησης. Ο στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν τους πολίτες ότι η δημοκρατική διαδικασία θα είναι αποδεκτή.

Θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό θέμα εάν η Πολωνία έδινε στους ψηφοφόρους μια επιλογή σε ένα δημοψήφισμα: Συμφωνείτε με αυτές τις αλλαγές στο σύστημα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις; Το κυβερνών κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη», ωστόσο δεν υποσχέθηκε μια πολιτιστική και πολιτική επανάσταση.

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είναι αντιμέτωπα με ένα δύσκολο έργο. Πώς να κάνουν την Πολωνία να καταλάβει ότι οι κανόνες πρέπει να ακολουθούνται χωρίς να φανεί ότι σπρώχνει τη χώρα στη γωνία;
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Martin Schulz, σίγουρα δεν έκανε μια καλή επιλογή όταν ανακοίνωσε, «Αυτό που συμβαίνει στην Πολωνία έχει το χαρακτήρα ενός πραξικοπήματος και είναι δραματικό."
Ακόμη και αν αυτό ήταν αλήθεια, ο επικεφαλής ενός σημαντικού ιδρύματος δεν θα έπρεπε να το πει. Ούτε ο κατά κανόνα εξαιρετικός σχολιαστής Wolfgang Muenchau, της εφημερίδας Financial Times έκανε μια επιτυχή επιλογή των λέξεων, όταν έγραψε στο Der Spiegel προσωπικά πιστεύω ότι η προς ανατολάς διεύρυνση της ΕΕ ήταν, εκ των υστέρων, ένα μεγάλο λάθος. "

Ακόμα και αν συμφωνήσουμε με εκείνους που κριτικάρουν αφειδώς τη σημερινή πολωνική κυβέρνηση, πρέπει να πούμε ότι κατά τα τελευταία οκτώ χρόνια, οι Πολωνοί ήταν η αξιόπιστη κινητήριος δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση - συχνά προς όφελός μας. Έχουν όλα αυτά έχουν ξεχαστεί τόσο σύντομα;

Σκληρές Ερωτήσεις

Αυτό που συμβαίνει στη Βαρσοβία είναι μεγάλο πρόβλημα. Και, όπως βλέπουμε,  επιρρεάζει τους Τσέχους πάρα πολύ, γιατί σχεδόν εν μία νυκτί βρεθήκαμε πάλι να αναγραφόμαστε στο κατάστιχο "Ανατολική Ευρώπη".
Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι η σχεδόν απόλυτη σιωπή στις άλλες τρεις χώρες από τις «Τέσσερις του Βίζεγκραντ» (ΣτΜ: Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία) σχετικά με τις εξελίξεις στη γειτονική μας χώρα. Δίνει την εντύπωση ότι βλέπουμε αυτές τις πρακτικές ως συνήθεις. Αυτό είναι ένα λάθος όσον αφορά τις σχέσεις μας και με τη Δύση και με την Ανατολή.

Αυτοί οι Πολωνοί που υποστηρίζουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν έναν εταίρο μας σε μια εποχή που αντιμετωπίζουν πίεση από τη δική τους κυβέρνηση - πρέπει να ξέρουν συμμεριζόμαστε την ανησυχία τους ότι η ελευθερία είναι υπό απειλή.
Από την άλλη πλευρά, η Πολωνική κυβέρνηση θα πρέπει να γίνει για να γνωρίζουμε ότι η σύγκρουση δεν είναι η Δύση εναντίον της Ανατολή;, αλλά για τη φιλελεύθερη δημοκρατική διαδικασία εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος. Και αυτό που μίλησαν για ναζιστικές αποχρώσεις στη Γερμανία όσον αφορά στην κριτική των νέων ωόμων για τα ΜΜΕ, το μόνο που τους κάνει είναι να φαίνονται ανόητοι.

Η πολωνική κατάσταση δημιουργεί επίσης μια ευκαιρία για την διπλωματία μας να επιτύχει επιτέλους κάτι για την Ευρώπη. Κατά κανόνα, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βρετανοί επιλύουν όλα τις μεγάλες κρίσεις για λογαριασμό μας, αλλά εδώ είναι μια ευκαιρία να βάλουμε κι εμείς το χέρι μας.

Οι Τσέχοι και οι Πολωνοί έχουν άριστες σχέσεις και εμείς δύσκολα θα θεωρούμασταν ανειλικρινείς αν μπορούσαμε να βρούμε έναν έξυπνο τρόπο για να κάνουμε την κυβέρνηση στη Βαρσοβία να καταλάβει ότι ακολουθεί λανθασμένο δρόμο.

Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον μπορούμε να το πει κατ 'ευθείαν προς την κυβέρνηση: Εμείς δεν θα σε ακολουθήσουμε εκεί. Στο κάτω κάτω, έχουμε τη δική μας ατυχή εμπειρία από τις ημέρες της «συμφωνίας της αντιπολίτευσης», το 1998, όταν ο Vaclav Klaus και ο Milos Zeman προσπάθησαν επίσης να κρατηθούν στην εξουσία επ' αόριστον με αλλαγή των κανόνων.
Για την Τσεχική Δημοκρατία, οι μέρες της νεανικής απειρίας έχουν περάσει και πρέπει να προβάλουμε μια πολύ δραστήρια εξωτερική πολιτική. Αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα ερωτήματα.

1) Η ευρωπαϊκή ιστορία δείχνει ότι οι περισσότερες από τις μεγάλες αλλαγές στην περιοχή μας προκύπτουν από τα σημεία καμπής στις υποθέσεις της Γερμανίας, η οποία σήμερα είναι ο στενότερος σύμμαχός μας. Πώς λοιπόν μπορούμε να βοηθήσουμε τη Γερμανία να ασχοληθεί με το πρόβλημα των προσφύγων, για το δικό μας συμφέρον;

2) Η Μόσχα είναι ένας όλο και πιο επιθετικός παίκτης στην περιοχή. Η ιστορία δείχνει ότι μόλις μια δύναμη λάβει μια μπουκιά από ξένο έδαφος, θέλει αμέσως περισσότερο. Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε την άμυνα μας και να πείσουμε την Ευρώπη να κάνει το ίδιο;

3) Από τους «Τέσσερις του Βίζεγκραντ», οι τρεις εμφανίζουν δραματική αύξηση του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και αυταρχικές τάσεις. Πώς μπορούμε να δείξουμε στους Δυτικούς εταίρους μας ότι δεν ανήκουμε σε αυτήν την κλίκα και τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιωθεί η κατάσταση στην Ανατολή;

4) Το επερχόμενο δημοψήφισμα για την ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να βρει τη Βρετανία να ψηφίζει υπέρ της αποχώρησης από την Ένωση. Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποτρέψουμε να συμβεί αυτό, διότι μια ενιαία ήπειρος χρειάζεται τη Βρετανική πνευματική, επιχειρηματική, ακόμα και στρατιωτική ικανότητα; Αν δεν τα καταφέρουμε, τότε τι γίνεται μετά;

πηγή: respekt.cz

Απόδοση στα Ελληνικά από εμένα. 

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Αύξηση της χρήσης ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης - Κατάρα ή ευλογία;

Διαβάζω στην “Καθημερινή” ότι, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα στο Νταβός, η αύξηση της χρήσης ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης θα κοστίσει τα επόμενα πέντε χρόνια την απώλεια 5,1, εκατ. θέσεων εργασίας σε 15 μεγάλες χώρες.


Πρόκειται για ένα θέμα που με εξιτάριζε από μικρό. Το πως, δηλαδή, αυτή η απώλεια των θέσεων εργασίας θα γύρναγε πίσω στην κοινωνία.


Ο πρώτος τρόπος που μπορεί να ιδωθεί αυτό το θέμα είναι ο απλοϊκά αριστερόστροφος, ο αρχέτυπα σοσιαλιστικός. Μπορεί δηλαδή κάποιος να πει ότι οι βιομηχανίες ασφαλώς κερδίζουν από την υποκατάσταση των φυσικών, ανθρώπινων εργατικών χεριών με μηχανές. Τι πιο απλό λοιπόν από το να επιστραφούν τα κέρδη αυτά, στους χαμένους της υπόθεσης, δηλαδή στην εργατική τάξη, υπό τη μορφή αυξημένων κοινωνικών παροχών, αυξημένου επίπεδου διαβίωσης.


Επειδή όμως αυτό ακούγεται, και μάλλον είναι, πολύ ασαφές και ομιχλώδες, και επειδή ζούμε σε καπιταλισμό, το σωστό θα ήταν να προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αν όντως δημιουργούνται εν τέλει αυτά τα κέρδη και, αν ναι, να εντοπίσουμε που ακριβώς εμφανίζονται, και πως λειτουργούν στο οικονομικό κύκλωμα. Να δούμε ποιος ωφελείται από αυτή την αλλαγή, με ποιον τρόπο, και πως διοχετεύεται αυτή η ωφέλεια.


Κατ΄αρχάς, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι τρέχουσες δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας των ρομπότ υπολείπονται αυτές της μισθοδοσίας των μπλε κολλάρων. Μια σειρά ρομποτικών μηχανικών κατασκευών για να παραχθεί χρειάζεται πρώτα μια σοβαρή επένδυση σε έρευνα και τεχνολογία, και αυτή η επένδυση σίγουρα πρέπει να αποσβεσθεί. Είναι φυσικό λοιπόν ότι αυτό το κόστος θα περάσει στην τιμή του προϊόντος “ρομπότ”, οπότε και θα ακολουθήσει η οικονομοκοτεχνική του απόσβεση σε ένα διάστημα, το οποίο εκ πρώτης όψης εκτιμώ ότι θα διαρκέσει πέντε με δέκα χρόνια. Σε απλά λόγια δηλαδή η βιομηχανία η οποία θα χρησιμοποιήσει ρομπότ αντι για ανθρώπους θα συνεχίσει να εγγράφει στα βιβλία της αντί για έξοδα μισθοδοσίας, μηνιαία έξοδα απόσβεσης.


Επίσης πρέπει να υποθέσουμε ότι ο λογαριασμός δεν σταματάει εκεί. Εκτός από τον ετήσιο καταλογισμό απόσβεσης της επένδυσης για την προμήθεια των ρομπότ, θα τρέχουν παράλληλα τα έξοδα συντήρησης αυτών των μηχανών. Τα ρομπότ θα πρέπει να έχουν και ένα λογισμικό. Αν κρίνω από το κεφαλοκλείδωμα που υφίσταται μια μικρομεσαία επιχείρηση για την ετήσια ανανέωσης χρήσης του ERP της, από την εταιρεία πληροφορικής που την υποστηρίζει, τα αντίστοιχα ετήσια έξοδα υποστήριξης του λογισμικού των ρομπότ δε θα είναι καθόλου αμελητέα.


Αν από την άλλη μεριά λάβουμε υπ΄όψη μας πόσο χαμηλά βρίσκονται τα μεροκάματα εξ αιτίας των παγκοσμίων οικονομικών κρίσεων, της παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας, και της χαμηλής απαιτούμενης εξειδίκευσης, τείνουμε να υποθέσουμε ότι από άποψη περιορισμού των λειτουργικών εξόδων ίσως η υποκατάσταση των ανθρώπινων εργατικών χεριών να μη φέρει σε πρώτη φάση τα οικονομικά αποτελέσματα που εκ πρώτης όψεως θα ανέμενε κάποιος.


Άρα λοιπόν αυτή η ρομποτική επανάσταση στην παραγωγή είναι άδικο να αντιμετωπίζεται σα μια απλή προσπάθεια για τον περιορισμό των εξόδων. Εδώ πλέον έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, κάτι νέο. Μια επανάσταση στην παραγωγική διαδικασία σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία θα αλλάξει ριζικά πολλά από αυτά που ξέραμε.


Ας προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε ποια θα είναι τα πρώτα ωφέλη από αυτήν την επαναστατική αλλαγή στην παραγωγή.


Το πρώτο και πιο σίγουρο θα είναι ο περιορισμός του ανθρώπινου λάθους, και μάλιστα του λάθους εκείνου που δε μπορεί να προβλεφθεί συστημικά, του λάθους που ανήκει στο 5% της κανονικής κατανομής όσον αφορά στην καμπύλη της παραγωγικής ευστοχίας. Θα έχουμε δηλαδή μια μηχανή που θα παράγει 100% αλάνθαστα κομμάτια, πανομοιότυπα, τα οποία θα ανταποκρίνονται σε κάθε περίπτωση στις απαιτούμενες προδιαγραφές.


Δεύτερη σημαντική αλλαγή που θα επιφέρει αυτή παραγωγική επανάσταση θα είναι η βελτιστοποιημένη ταχύτητα. Απλά και κατανοητά, η παραγωγικότητα θα σημειώσει κατακόρυφη άνοδο, εφ΄όσον θα έχει εξαλειφθεί πρώτα ο παράγοντας της ανθρώπινης κούρασης, και δεύτερον άλλα ζητήματα που προκαλούν χρονοτριβή όπως άδειες, διακοπές, απεργίες, Βέβαια εδώ μπαίνουν άλλα ζητήματα σε σχέση με τον προσδοκώμενο όγκο παραγωγής και το efficiency της αγοράς, αλλά υποθέτουμε ότι αυτά έχουν ληφθεί υπ΄όψιν πριν την επιβολή των νέων διαδικασιών ρομποτικής παραγωγής.


Αν προσπαθήσουμε τώρα να διακρίνουμε ποια θα είναι τα κέρδη της κοινωνίας από αυτήν την αλλαγή των παραγωγικών διαδικασιών, μπορούμε να δούμε και αυξημένη παρεχόμενη ποιότητα, αλλά και ποσότητα ικανή για δυο πράγματα. Πρώτον, να καλύψει πιο “δύσβατες” περιοχές, και, δεύτερο, να ρίξει τις τιμές, καθιστώντας και από τις δυο απόψεις το τελικό προϊόν, πιο προσιτό σε πλατύτερο καταναλωτικό κοινό.


Μπροστά σε αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές των παραγωγικών σχέσεων, φαντάζει όλο και περισσότερο λάθος η αντιμετώπιση των απωλειών θέσεων εργασίας με ένα στατικό, συντηρητικά εξισορροπητικό πνεύμα. Στη νέα εποχή την οποία εισερχόμαστε, κατά την οποία η εργατική τάξη αντί για μπλε γιακάδες θα έχει τσιπάκια, λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, πρέπει να δούμε ποια θα είναι πλέον η παραγωγική συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις και υποδομές για την ομαλή μετάβαση της ανθρώπινης εργασίας στις νέες συνθήκες. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εξειδίκευση, και η τεχνολογική εξοικείωση θα αποτελούν βασικά πλέον συστατικά του εργαζόμενου του μέλλοντος.


Σε μια κοινωνία όπου η εργατική τάξη αντικαθίσταται σταδιακά από ευφυώς εξελιγμένες μηχανές, οτιδήποτε στεγανό την κρατά πίσω, την εμποδίζει να εξελιχθεί η ίδια, και την κάνει να βλέπει το μέλλον με φοβία και συντηρητισμό πρέπει να εξαφανιστεί. Γι αυτό και είναι σημαντικό παράλληλα με την τεχνολογική εξέλιξη του 21ου αιώνα, να εξελιχθεί και η κοινωνική - πολιτική οργάνωση των κοινωνιών. Να αντιμετωπισθούν τα θέματα της δημιουργίας υποδομών, τα θέματα της παιδείας και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με τη παραγωγή, με ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο. Να παρθούν αποφάσεις τέτοιες που θα θέτουν τις βάσεις για να περιοριστούν οι αποκλεισμοί από τη γνώση, και τις παραγωγικές διαδικασίες, όπως αυτές διαμορφώνονται με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μας. 

Ο μεγαλύτερος εχθρός στις αλλαγές που πραγματοποιούνται είναι ο φοβικός τρόπος αντιμετώπισής τους. Η κοινωνία μας πρέπει με δημοκρατικό και φιλελεύθερο τρόπο να αποκαλύψει τα στεγανά που κρατάνε την κοινωνία πίσω, και όσους επωφελούνται από αυτά, βάζοντας της εμπόδια να συμβαδίσει με μια τεχνολογική - παραγωγική επανάσταση, που δε μπορεί να περιμένει.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση; (Του Π.Κ. Ιωακειμίδη)

Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) το 2016; Το ερώτημα αυτό θα ακουγόταν εντελώς άκαιρο, προκλητικό και ίσως παράλογο ή ενδεχομένως ως έκφραση ευσεβών πόθων. Κι όμως σήμερα από πλευράς τόσο χωρών-μελών και αναλυτών όσο  και θεσμών της ΕΕ (Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κ.ά.) εκφράζεται η βαθιά ανησυχία για το μέλλον της ΕΕ. Τίτλοι για το «τέλος της Ευρώπης» («The end of Europe») εμφανίζονται συχνά-πυκνά σε σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά ευρωπαϊκά έντυπα.  Η αβεβαιότητα επομένως για το μέλλον της Ενωσης φαίνεται να επικρατεί. Αλλά «αν μια εβδομάδα είναι πολύ μεγάλος χρόνος στην πολιτική» (Χ. Γουίλσον) για να κάνει κάποιος προβλέψεις, ένας ολόκληρος χρόνος ίσως να φαντάζει αιώνας. Ας δούμε ωστόσο τα δεδομένα που δημιουργούν την αβεβαιότητα και θέτουν το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργήθηκε, ως γνωστόν, τη δεκαετία του 1950 (ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα) από τις έξι ιδρυτικές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Benelux) με έναν κύριο στόχο: την επίτευξη σταθερότητας και τον τερματισμό των αιματηρών πολεμικών συγκρούσεων στη Γηραιά Ηπειρο. Στον βασικό αυτόν στόχο η Ενωση πέτυχε κυρίως με τη συμφιλίωση Γαλλίας – Γερμανίας: ο πόλεμος στον χώρο που καλύπτει η ΕΕ έγινε αδιανόητος. Και ο χώρος αυτός διευρύνθηκε εντυπωσιακά. Οι έξι αρχικές χώρες έγιναν 28, ενώ άλλες επτά από τα Δ. Βαλκάνια και την Τουρκία έχουν εγκαινιάσει τη διαδικασία ένταξής τους και, με την εξαίρεση ίσως οριακών περιπτώσεων, όλες οι εναπομένουσες ευρωπαϊκές ή λιγότερο ευρωπαϊκές χώρες θα ήθελαν να ενταχθούν στην Ενωση. Παράλληλα η Ενωση από μια απλή τελωνειακή ένωση μετεξελίσσεται σε πολιτική και νομισματική ένωση (ατελή βεβαίως) με ενιαίο νόμισμα (ευρώ) και ενιαία νομική προσωπικότητα.

Ακόμη η Ενωση έχει καταλάβει μια σημαντική θέση στο παγκόσμιο σύστημα. Ενώ αντιπροσωπεύει το 7% μόνο του παγκόσμιου πληθυσμού, κατέχει το 25% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ και δαπανά το 50% των παγκόσμιων κοινωνικών δαπανών (7-25-50, οι αγαπημένοι αριθμοί της κυρίας Μέρκελ). Εχει τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο παγκόσμιο εμπόριο (20% περίπου), είναι ο μεγαλύτερος δωρητής εξωτερικής βοήθειας (0,45% του ΑΕΠ περίπου) και επιπλέον είναι ουσιαστικά ο παγκόσμιος «οικονομικός ρυθμιστής» (regulator) με τον καθορισμό των προτύπων παραγωγής αλλά και μια ισχυρή «παιδευτική δύναμη» (normative power), με την έννοια ότι «θαυμάζεται» σε αυξημένα ποσοστά από τους «απ” έξω» ενώ αμφισβητείται από τους «από μέσα». Είναι, με άλλα λόγια, μια ιδιόμορφη υπερδύναμη, αν και χωρίς συνεκτική κεντρική κυβέρνηση και επαρκή στρατιωτική ισχύ.

Γιατί επομένως η Ενωση βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση επιβίωσης;

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι κατά κάποιον τρόπο η Ενωση είναι θύμα της επιτυχίας της. Ο πρωταρχικός στόχος της σταθερότητας έχει επιτευχθεί, ενώ επιπλέον η Ενωση είναι ο χώρος με το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας, δημοκρατίας και ατομικών δικαιωμάτων, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Παρά ταύτα, έχω εντοπίσει δέκα τουλάχιστον αιτίες/λόγους που τροφοδοτούν τη σημερινή υπαρξιακή κρίση, λόγους διαρθρωτικούς και λόγους συγκυριακούς
.
Διαρθρωτικοί λόγοι
  1. Η δημογραφική συρρίκνωση. Ο πληθυσμός της ΕΕ συνολικά μειώνεται (από τα 503 εκατ. σήμερα) αλλά και – το κυριότερο – γηράσκει, η Γηραιά Ηπειρος γίνεται όντως γηραιά, με τεράστιες συνέπειες για την οικονομία, τα συστήματα κοινωνικής  ασφάλισης, την αγορά εργασίας κ.τ.λ.
  2. Η μετατόπιση οικονομικών δραστηριοτήτων σε Ασία, Κίνα και Ινδία (γενικώς  BRICS), με επίσης έντονα ζημιογόνες πολλαπλές οικονομικές συνέπειες.
  3. Η ατελής Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ). Η ΟΝΕ είναι κατά βάση μόνο Νομισματική Ενωση, με το ευρώ άστεγο και ορφανό, και αυτό τροφοδοτεί αστάθειες και κρίσεις. Θα πρέπει να ολοκληρωθεί με πλήρη οικονομική, δημοσιονομική (fiscal), τραπεζική και τελικά πολιτική ένωση. Βήματα προς την κατεύθυνση αυτή έχουν γίνει, αλλά θα πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα.
Συγκυριακοί λόγοι
  1. Οι μαζικές ροές προσφύγων/ μεταναστών προς την Ευρώπη που,  αν και ευεργετικές από πολλές πλευρές, θέτουν ωστόσο περίπλοκα προβλήματα, ενώ οδηγούν σε αμφισβήτηση σημαντικών ενοποιητικών επιτευγμάτων, όπως η ελεύθερη διακίνηση προσώπων (καθεστώς Σένγκεν).
  2. Η άνοδος του IS (Ισλαμικού Κράτους), του ισλαμικού φονταμενταλισμού, της τρομοκρατίας με το απεχθές χτύπημα στο Παρίσι, που επίσης κλονίζουν κεκτημένα της Ενωσης και τροφοδοτούν κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας στην Ευρώπη.
  3. Η εντεινόμενη αστάθεια και συγκρουσιακή χημεία στην περιφέρεια της Ευρώπης (Ουκρανία, Μ. Ανατολή, Β. Μεσόγειο κ.ά.) και η συνακόλουθη όξυνση των σχέσεων με Ρωσία, καθώς και οι αβεβαιότητες για τις προθέσεις της τελευταίας.
  4. Το βρετανικό πρόβλημα, η αβεβαιότητα δηλαδή για τη θέση του ΗΒ στην ΕΕ στην προοπτική του σχετικού δημοψηφίσματος που θα διεξαγάγει μέσα στο 2016 με το ερώτημα «εντός ή εκτός» της Ενωσης.
  5. Η αναιμική οικονομική ανάπτυξη, η αυξημένη ανεργία (11% περίπου), οι νέες ανισότητες  ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και των πολιτικών λιτότητας των τελευταίων χρόνων.
  6. Η άνοδος, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, των ακραίων αντι-ευρωπαϊκών, ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων από τη Γαλλία ως την Πολωνία που ευθέως αμφισβητούν τη χρησιμότητα της Ενωσης.
  7.  Και, τέλος, η κρίση νομιμοποίησης (legitimacy) που προκύπτει με τον αυξανόμενο αριθμό ευρωπαίων πολιτών που τείνει να θεωρεί την Ενωση μέρος του προβλήματος παρά μέρος της λύσης και ως εκ τούτου να αποστασιοποιείται από αυτήν.
Κάτω από τις αλληλοτροφοδοτούμενες αυτές κρίσεις θα επιβιώσει επομένως η Ευρωπαϊκή Ενωση το 2016 αλλά και βεβαίως πέραν αυτού;

Η απάντησή μου είναι ότι θα επιβιώσει και πρέπει να επιβιώσει, όχι γιατί αυτό είναι αναπόφευκτο αλλά γιατί άλλο εναλλακτικό πρότυπο οργάνωσης για την Ευρώπη δεν υπάρχει. Χωρίς την ΕΕ η Ευρώπη περιέρχεται στο χάος των εμφύλιων συγκρούσεων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει άλλωστε προχωρήσει ιστορικά μέσα από την επίλυση κρίσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ενωση επίσης θα ξεπεράσει τις κρίσεις μέσα από πολιτικές,  προσαρμογές και δράσεις βαθύτερης ενοποίησης (π.χ., Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή) που θα προωθήσουν κυρίως Γαλλία και Γερμανία, χώρες οι οποίες έχουν κάνει μια τεράστια ιστορική επένδυση στο σχέδιο «Ευρωπαϊκή ενοποίηση» και επομένως δεν θα το αφήσουν να καταρρεύσει (παρά τους φόβους που εγείρει η άνοδος της Μ. Λεπέν). Αλλά η υπέρβαση της κρίσης δεν θα γίνει με ένα ενοποιητικό big bang, όσο επιθυμητό κι αν είναι. Θα γίνει με σταδιακά βήματα σε ορίζοντα χρόνου. Και η νέα Ενωση που θα προκύψει θα είναι σαφώς διαφορετική. Θα είναι Ενωση «δύο στρωμάτων διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης». Μια ομάδα χωρών (κυρίως χώρες ευρωζώνης) θα προχωρήσουν σε βαθύτερη ενοποίηση, κάποιες άλλες θα παραμείνουν πίσω σε χαλαρότερο σχήμα ενοποίησης, ενώ μία ή δύο (π.χ., ΗΒ) δεν αποκλείεται να αποχωρήσουν αλλά κάποιες άλλες θα προστεθούν ως μέλη. Επομένως η κρίση μπορεί να είναι πολύπλευρη και βαθιά, αλλά το αναγγελλόμενο τέλος/θάνατος της Ενωσης ίσως να «είναι κάπως υπερβολικό», όπως θα έλεγε και ο O. Γουάιλντ.

Η θέση της Ελλάδας

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στην πρόκληση του εξευρωπαϊσμού και στην πίεση του  «απο-ευρωπαϊσμού» με προβολή του εθνολαϊκισμού ως του κυρίαρχου ιδεολογικού αφηγήματος.

  Εγείρονται επομένως ερωτήματα για τη μελλοντική θέση της στην Ενωση. Τρία πιθανά σενάρια διαγράφονται: πρώτον, η χώρα να εκδιωχθεί/αποχωρήσει από την ευρωζώνη και ως συνέπεια και από την ΕΕ και να «επιστρέψει» πλήρως στα Βαλκάνια. Παρά το γεγονός ότι το Grexit παραμένει ως επιλογή στο τραπέζι, το σενάριο αυτό εμφανίζει σήμερα μάλλον χαμηλές πιθανότητες τελικής υλοποίησης. Δεύτερον, η Ελλάδα να «επανέλθει» στον εσωτερικό πυρήνα της Ενωσης ως ένα ισχυρό, ισότιμο, εξωστρεφές  και κυρίως κανονικό κράτος. Είναι το επιθυμητό σενάριο αλλά με σχετικά μικρές επίσης πιθανότητες άμεσης υλοποίησης χωρίς την προηγούμενη ανασυγκρότηση / ισχυροποίηση των γνήσια φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας.  Τρίτον, η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, μέσα στην οποία όμως θα συντηρείται ως μια παθολογικά αθεράπευτη περίπτωση στα όρια του  «αποτυχημένου κράτους». Από αρκετούς εκτιμάται ότι αυτό το σενάριο εμφανίζεται ως το σχετικά πιθανότερο για το άμεσο μέλλον τουλάχιστον. Και αυτό θα πρέπει να αποφευχθεί. Σε τελευταία ανάλυση, «τα πάντα είναι στα χέρια μας».

*Από το ‘Βήμα της Κυριακής’ (4-1-16)

-Ο κ. Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

πηγή: anoixtoparathyro.gr