Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Διοίκηση και δημοκρατία, ελευθερία και λογοκρισία.

Σήμερα θέλω να μιλήσω για μια λογοκρισία που δεν ήταν λογοκρισία. Μια μη λογοκρισία. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να το κάνω προσπαθώντας, στο μέτρο του δυνατού,  να μην αναφερθώ καθόλου στη συνέχεια σε αυτήν τη λογοκρισία, που δεν ήταν λογοκρισία.


Αντίθετα θα μιλήσω για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία ως δομικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Θα μιλήσω και για τους θεσμούς. Τους θεσμούς ως αρμούς ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Τους θεσμούς, επίσης, ως μέσο διασφάλισης της ελευθερίας σε μια κοινωνία. Και για τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τη διοίκηση των επιχειρήσεων ως θεσμικό εργαλείο λειτουργίας των εταιρικών συλλογικοτήτων, οι οποίες δρουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.


Ας ξεκινήσω λοιπόν από το τελευταίο. Οι εταιρικές συλλογικότητες μιας κοινωνίας, είναι οι κατ΄εξοχήν μορφές ελεύθερης βούλησης και δραστηριοποίησης των μελών της. Αποτελούν δε και μια μορφή ποιοτικής ολοκλήρωσης της κοινωνίας, υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν τη συνεργασία των ατόμων - μελών της, συμβάλλοντας έτσι στην ποιοτικότερη κοινωνικοποίησή τους.


Η συνεργασία αυτή για να είναι αποτελεσματική πρέπει να διέπεται από όρους. Οι όροι αυτοί γίνονται κοινά αποδεκτοί από τα μέλη των συλλογικοτήτων, και αναφέρονται σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις σε σχέση με το χαρακτήρα της συλλογικότητας. Αναφέρονται, στο στόχο της συλλογικότητας, στο πλάνο της, στο όραμά της, στο ρόλο και το νόημα της ύπαρξής της. Αναφέρονται επίσης και στον τρόπο, τους κανόνες λειτουργίας της, καθώς και στον τρόπο διοίκησής της.


Αυτό το τελευταίο, ο τρόπος διοίκησής της, είναι το πιο σημαντικό από όλα, διότι αυτό είναι που εξασφαλίζει και την επιτυχία όλων των προηγουμένων. Δηλαδή είναι η επιτυχημένη διοίκηση μιας εταιρικής συλλογικότητας, που θα φέρει αποτελεσματικά σε πέρας τους στόχους, πλάνα και οράματα, τα οποία έχουν τεθεί.


Η εξέλιξη της διοικητικής πρακτικής διαχρονικά μας έχει δείξει ότι αυτή πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένες αρχές. Αυτές οι αρχές αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατικής ελευθερίας, όσον αφορά στη λειτουργία αυτού του κοινωνικού κυττάρου, το οποίο το ονομάσαμε εταιρική συλλογικότητα. Ας αναφέρουμε περιληπτικά κάποιες από αυτές.


Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας, δεσμεύεται από τις αποφάσεις τις οποίες έχει πάρει με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο η συλλογικότητα εν συνόλω. Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας είναι ελεύθερη να παίρνει όποιες αποφάσεις κρίνει ότι εξυπηρετούν τη λειτουργική επίτευξη των όποιων σκοπών, στόχων, και οραμάτων έχει θέσει η εταιρική συλλογικότητα μέσω των ελεύθερα και δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων. Λογοδοτεί ακόμα σε τακτές χρονικές περιόδους απέναντι στη εταιρική συλλογικότητα η οποία την έχει διορίσει, και μόνο σε αυτήν. Παρένθεση. Η διοίκηση εννοείται ότι λογοδοτεί, εκπροσωπώντας τη συλλογικότητα, εάν κατά τη διάρκεια της παραβεί άλλους γενικότερους κανόνες, στους οποίους εμπίπτει, και οι οποίοι έχουν τεθεί θεσμικά σε επίπεδο ανώτερο της εταιρικής συλλογικότητας. Αλλά, και όταν αυτό συμβαίνει, γίνεται πάντα με θεσμικό τρόπο. Ας μας μείνει όμως, για να το χρησιμοποιήσουμε και πιο μετά, ότι, για λόγους σωστής άσκησης των δημοκρατικών ελευθεριών μας, η διοίκηση επιβάλλεται να λογοδοτεί σε αυτόν που θεσμικά οφείλει να το κάνει, και μόνο σε αυτόν.


Μορφές εταιρικών συλλογικοτήτων υπάρχουν πολλές. Κάποιος θα μπορούσε να τις διαχωρίσει σε μορφές οικονομικού και μη σκοπού. Αυτός ο διαχωρισμός είναι λίγο παρωχημένος, εφόσον, με την ευρεία έννοια, όλες οι εταιρικές συλλογικότητες θέλουν να πετύχουν όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά τον σκοπό τους με τη χρήση και τη κατανάλωση όσο το δυνατόν λιγότερων πόρων.

Ένας άλλος μάλλον πιο πετυχημένος διαχωρισμός είναι οι εταιρικές συλλογικότητες εμπορικού σκοπού, με σκοπό δηλαδή το κέρδος, και οι συλλογικότητες μηδενικού αποτελέσματος. Οι συλλογικότητες δηλαδή που στο τέλος δε θέλουν να “μείνει και κάτι” στους φορείς τους (δηλ. σε ατομικό επίπεδο στα μέλη που τις απαρτίζουν), αλλά αντίθετα επιθυμούν οι πόροι που διαθέτουν να διατεθούν με τη μέγιστη ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Αυτές οι τελευταίες εταιρικές συλλογικότητες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πολιτιστικούς συλλόγους, καλλιτεχνικές ομάδες, ομάδες κοινής ωφέλειας, μη κυβερνητικούς οργανισμούς, αλλά και κυβερνητικούς (με την έννοια της γενικής διακυβέρνησης) , κρατικούς οργανισμούς.


Πριν προχωρήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε ότι, όσον αφορά στις κατηγορίες δραστηριοποίησης των οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, και ειδικά τις καλλιτεχνικές συλλογικότητες, τίποτα δεν εμποδίζει να απαντώνται και σε μορφή εμπορικού κερδοσκοπικού οργανισμού. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να επιζητείται κιόλας, εφ΄όσον αυτό διασφαλίζει, ανάμεσα σε άλλα, υψηλότερα επίπεδα επαγγελματισμού, και χαμηλότερα επίπεδα διάχυσης της ευθύνης. Μερικές φορές όμως είναι αναγκαία και η παρουσία οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, εφ΄όσον η ιδιωτική πρωτοβουλία αδυνατεί να προχωρήσει στη υλοποίηση κάποιας επένδυσης με αναμφισβήτητο τρόπο κοινωνικά αναγκαίας όμως, για τη δημιουργία υποδομών κάθε είδους, υλικών και πνευματικών. Πρόκειται δηλαδή για μια μορφή συνέργειας σε ευρύ κοινωνικό επίπεδο, η οποία, ειδικά εξ αιτίας αυτού του χαρακτήρα της, θα πρέπει να διέπεται από ενδελεχή έλεγχο.


Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η διοίκηση όλων των ειδών των παραπάνω οργανισμών, τους οποίους συγκροτούν οι εταιρικές συλλογικότητες, διέπεται από τους ίδιους κανόνες. Να υπενθυμίσω εδώ ότι οι διοικήσεις των οργανισμών είναι θεσμοί οι οποίοι διασφαλίζουν την ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία τους, όπως είναι ενταγμένοι μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Γι αυτό και έχει σημασία να τηρούνται ακριβώς οι κανόνες οι οποίοι θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία, και την ελευθερία της διοίκησης. Ο βασικότερος κανόνας, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, είναι ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτόν που είναι υποχρεωμένη θεσμικά να το κάνει, και σε κανέναν άλλον. Αυτός είναι κανόνας για τη διατήρηση μια σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας.


Πολλές φορές όμως δημιουργούνται παράκεντρα, και παραομάδες, που ασκούν εξωθεσμική πίεση προς την κατεύθυνση των ενεργειών μιας εταιρικής συλλογικότητας, όταν αυτές οι ενέργειες επιρρεάζουν πιο άμεσα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ευρύτερα κοινωνικά σύνολα.


Αυτή η πίεση, όταν ασκείται με εξωθεσμικό τρόπο, τελικά καταλήγει στο να πλήττει απευθείας τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας, και να υποσκάπτει τα στοιχεία ελευθερίας που τη συνθέτουν. Καλό θα ήταν να αναφέρουμε και ένα δυο παραδείγματα, ώστε να διαπιστώσουμε πως εφαρμόζεται στην πράξη με τέτοιες ενέργειες ο ελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας.


Πρώτα ας δούμε μια υποθετική περίπτωση, η οποία αφορά τις ενέργειες ενός καθαρά κερδοσκοπικού εμπορικού οργανισμού. Η διοίκηση μιας τυχαίας εντελώς εταιρείας αποφασίζει την πραγματοποίηση μιας μεταλλευτικής επένδυσης σε μια τυχαία εντελώς περιοχή. Από την πρώτη στιγμή οργανώνονται αντιδράσεις ενάντια σε αυτήν την επένδυση με την αιτιολογία ότι αυτή βλάπτει το περιβάλλον. Οι αντιδράσεις αυτές παίρνουν και θεσμική και εξωθεσμική μορφή. Ακολουθείται και ο δρόμος της νομότυπης υποβολής ενστάσεων, με τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας συμμορφώνεται, όπως ορίζουν οι κανόνες της κοινωνίας στην οποία επέλεξε να επιχειρήσει. Ακολουθείται όμως και ο δρόμος των βίαιων αντιδράσεων από εξωθεσμικά επίκεντρα αντίθετων τοπικών μικροσυμφερόντων, ομάδες που συνεπικουρούνται από κάθε επάγγελμα και καθ΄έξιν οικοακτιβιστές, και λοιπούς επαναστάτες. Ακολουθούν παράνομοι αποκλεισμοί της εταιρείας, σαμποτάζ, καψίματα, και εν γένει μια βίαιη αναταραχή. Είναι ξεκάθαρο σε αυτήν την περίπτωση ότι η διοίκηση της εταιρείας εκβιάζεται με βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο να διακόψει τις εργασίες.

Επιχειρείται δηλαδή με σκανδαλώδη τρόπο να της στερηθεί η ελευθερία, και απαιτείται να λογοδοτήσει και να υποκύψει στους εκβιασμούς ομάδων, οι οποίες προσπαθούν με εξωθεσμικό, και άρα αντιδημοκρατικό τρόπο να της επιβάλλουν την άποψή τους. Είναι σαφές ότι η διοίκηση της εταιρείας δεν έχει καμιά υποχρέωση να λογοδοτήσει σε αυτές τις εξωθεσμικές ομάδες. Η μόνη υποχρέωση της είναι απέναντι στους μετόχους της εταιρείας οι οποίοι την εξέλεξαν και τη διόρισαν, και της εταιρείας συνολικά απέναντι στη θεσμικά και δημοκρατικά συντεταγμένη κοινωνία.


Στη συνέχεια μπορούμε να επιχειρήσουμε να μελετήσουμε μια εντελώς τυχαία, και εντελώς υποθετική περίπτωση, ενός μηδενικού αποτελέσματος κρατικού θεατρικού οργανισμού, ο οποίος επιλέγει να ενσωματώσει στο πρόγραμμά του ένα θεατρικό έργο για το οποίο μεγάλη μερίδα συμπολιτών έχει αντιρρήσεις.

Πριν προχωρήσουμε όμως είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα, ώστε να βοηθηθούμε στην ανάλυσή μας. 

Πρώτα, έχουμε να κάνουμε με την έννοια του κρατικού θεάτρου. Ένα κρατικό θέατρο είναι από τη φύση του μηδενικού αποτελέσματος. Δηλαδή προέχει η έννοια της μεγιστοποίησης του κέρδους του κοινωνικού συνόλου, και όχι του κέρδους των φορέων του. Με αυτήν την παραδοχή, γίνεται πιο σύνθετο να εξετάσουμε σε ποιόν λογοδοτεί η διοίκηση, σε ποιόν χρόνο, και με ποιά κριτήρια. Είναι φανερό ότι, για διατηρηθούν ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας, ενός κρατικού θεάτρου μια φιλελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας πρέπει να τηρηθούν επακριβώς οι όροι και οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ασκείται, ελέγχεται και λογοδοτεί η διοίκηση. Οι όροι και οι κανόνες αυτοί έχουν τεθεί για να διασφαλίζουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κατά τεκμήριο ορίζουν ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που την εξέλεξαν, οι οποίοι και αποτελούν θεσμικά την κοινωνική συλλογικότητα, στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο της κοινωνίας, στο χρόνο που ορίζεται από το καταστατικό του οργανισμού, και με κριτήριο την επίτευξη των στόχων πλάνων και οραμάτων που έχει υιοθετήσει, και έχει κάνει αποδεκτά, η κοινωνική συλλογικότητα, δηλαδή με θεσμικό τρόπο η κοινωνία.

Το δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι ένας θεατρικός οργανισμός, αυτονόητα αφορά στην τέχνη. Την τέχνη όπως η δημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία μας την αποδέχεται, με κοινωνικές ελευθεριότητες και πειραματισμούς. Ο καλλιτεχνικός δημιουργός απαιτείται να αφήνεται παντελώς ελεύθερος στην παραγωγή του έργου, και η κοινωνία παντελώς ελεύθερη στην κριτική του, χωρίς όμως να διαννοείται κατ΄ ελάχιστον να του στερήσει το δικαίωμα να πει αυτό που θέλει να πει. Πρόκειται για την επιτομή ενός διαλόγου, για κατ’ ουσίαν διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο δημιουργό - πομπό και την κοινωνία - δέκτη, της οποίας έχει προηγηθεί η διαλεκτική σχέση της κοινωνίας - πομπού και του καλλιτέχνη - δέκτη. Από την εποχή του Θέσπιδος ακόμα γνωρίζουμε το υπερθετικό αποτέλεσμα που επιφέρει στην κοινωνική εξέλιξη αυτή η διττή διαλεκτική σχέση, πόσο μάλλον στη σύγχρονη νεωτερική μας κοινωνία. Οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά το πιο πιθανό θα θεωρηθεί πλατειασμός.

Ας επανέλθουμε τώρα λοιπόν στο τελείως υποθετικό μας παράδειγμα, και ας υποθέσουμε ότι μερίδα των πολιτών ενοχλείται, και μάλιστα προκαταβολικά, από το από αυτούς προσλαμβανόμενο περιεχόμενο και σημαινόμενο του έργου. Έστω, για χάρη της υπόθεσης, ότι η αυτή διάθεση απέναντι στο έργο είναι πλειοψηφική μέσα στην κοινωνία.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα, ίσως και την υποχρέωση, να εκφράσει τη διαφωνία με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι θέλει να πει ο δημιουργός του έργου. Για να διατηρηθεί όμως ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινωνίας μας, αυτό πρέπει να γίνει μέσω των διεξόδων τους οποίους η ίδια η κοινωνία έχει εγκαταστήσει ώστε να προφυλάσσεται η ελευθερία και η δημοκρατία της.

Η διοίκηση ενός θεάτρου, ιδιωτικού αλλά πολύ περισσότερου κρατικού, δεν πρέπει επ’ ουδενί να νοιώσει ότι εκβιάζεται να προχωρήσει σε αποφάσεις. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να εκβιάζεται από συγκεκριμένες άτυπες ή τυπικές, κοινωνικές ομάδες, εναντίον των οποίων, βάσει του θεσμικού μοντέλου σύμφωνα με το οποίο διοικεί, δεν είναι υποχρεωμένη καν να λογοδοτήσει.

Οι διάφορης προέλευσης, σύνθεσης, και συμφερόντων, κοινωνικές ομάδες δε νομιμοποιούνται να ζητάνε να κατέβει ένα καλλιτεχνικό έργο, όσο και αν διαφωνούν με το ερέθισμα που αντιλαμβάνονται από την παρουσίασή του. Και δε νομιμοποιούνται βάσει των δυο ερμηνευτικών συλλογισμών που παρουσιάσαμε πιο πάνω.

Πρώτον, για το τι ανεβαίνει και τι όχι, σε ένα θεατρικό χώρο δεν είναι υπεύθυνες αυτές οι ομάδες, αλλά η κοινωνία μέσα από τη διοίκησή του θεάτρου την οποία και έχει θεσμικά διορίσει. Και δεύτερον, η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που θεσμικά επιβάλλεται. Αυτά όλα έχουν θεσπισθεί έτσι, ώστε να προφυλάσσεται η δημοκρατική και φιλελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας μας. Κάθε παρέκκλιση από αυτούς τους κανόνες συνιστά και ένα πλήγμα σε αυτό το μοντέλο οργάνωσης.


Στην περίπτωση δε που η διοίκηση ενός θεατρικού οργανισμού υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις των κοινωνικών ομάδων, χωρίς αυτές να περνάνε μέσα από το κοινωνικό φίλτρο που έχει επιβληθεί για να την προστατεύει να παράγει ελεύθερα το έργο της, δηλαδή να λογοδοτεί και να συμμορφώνεται με τους κανόνες οι οποίοι έχουν θεσμικά τεθεί, τότε έχουμε να κάνουμε με σαφή παραβίαση της ελευθερίας της, και εάν το έργο κατέβει, τότε εν τέλει έχουμε να κάνουμε με μια μορφή λογοκρισίας. Η λογοκρισία έχει να κάνει με το γεγονός ότι το έργο κατέβηκε εξ αιτίας εξωθεσμικών πιέσεων και διαδικασιών, οι οποίες κατέστησαν τη διοίκηση του θεατρικού οργανισμού ανίκανη να επιτελέσει ελεύθερα το έργο της, το οποίο είχε αποφασισθεί με σύννομες, θεσμικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανονισμού τον οποίο διέπει τον θεατρικό οργανισμό, και έχει γίνει θεσμικά και με δημοκρατικό τρόπο αποδεκτός από την κοινωνία μας.


Σε αυτές τις τυχαίες, και τελείως υποθετικές περιπτώσεις, το να προσπαθεί να βαφτισθεί το κρέας ψάρι, και η λογοκρισία μη λογοκρισία είναι κοινωνική υποκρισία. Καλύτερα να πούμε ότι το θεατρικό έργο κατέβηκε διότι ενοχλούσε ηθικά μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Σε αυτήν τη περίπτωση ίσως έχουμε και μεγαλύτερη επίγνωση του επικίνδυνου για τη ελεύθερη έκφραση δρόμου στον οποίο έχουμε μπει.