Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Μαύρο στα κανάλια. Φως στην ιδεολογία. (Του Δημήτρη Ραυτόπουλου από το Athens Voice)

Δεν ήταν παρόλα που ξέφυγε από το έρκος υφυπουργικών οδόντων η δήλωση ότι η αυτονόμηση των ΜΜΕ είναι παθογένεια της Δημοκρατίας. Το επαναβεβαίωσε ο ίδιος ο κ. Χρ. Βερναρδάκης με αγωνιστική παρρησία, εξηγώντας ότι η άποψή του δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελεί ιδεολογικό προαπαιτούμενο. Και ως προς αυτό έχει δίκιο. Η ιδεολογία της ριζοσπαστικής αριστεράς θέλει την ενημέρωση των πολιτών κρατική υπόθεση· με τον έλεγχο, εννοείται, του κόμματος μονιμοποιημένου στην εξουσία. Διαφορετικά δεν θα ήθελε, βέβαια, κηδεμονία των ΜΜΕ από μια δεξιά κυβέρνηση π.χ., αφού η «παθογένεια» της Δημοκρατίας επιτρέπει την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία…

Η ριζική θεραπεία, επομένως, είναι η απαλλαγή από την αρχιπαθογένεια: τη Δημοκρατία.

Οι κυβερνητικές απόπειρες για τον έλεγχο των ιδιωτικών ΜΜΕ, μετά την ΥΕΝΕΔοποίηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, δεν είναι απλό επεισόδιο αυταρχισμού μιας διακυβέρνησης καταστροφικής και ανίκανης. Μαζί με την κομματικοποίηση του κράτους, εντάσσεται σε μια ολοκληρωτική αντίληψη ηγεμονίας λενινοσταλινικής μορφής.

Αυτού του είδους οι τάσεις ονομάζονται συνήθως φασιστικές, αλλά ορθότερο θα ήταν το επίθετο λενινικές. «Ο Μουσολίνι είναι ο πίθηκος του Λένιν»¹ είχε πει ο Καρλ Κάουτσκι, θεωρητικός του μαρξισμού και ηγετική μορφή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας («αποστάτης» βέβαια).

Πράγματι. Τον ολοκληρωτισμό, που σακάτεψε την ανθρωπότητα τον περασμένο αιώνα, τον μοιράστηκαν φασισμός/ναζισμός και λενινοσταλινισμός, αλλά την αναμφισβήτητη πρωτιά την είχε ο δεύτερος. Όχι μόνο στη λογοκρισία και στον έλεγχο κάθε μορφής έκφρασης αλλά γενικότερα στην όλη επιστροφή στη βαρβαρότητα, με την κατάργηση του κράτους δικαίου και της κοινωνίας των πολιτών, με την ανθρωποκτηνοτροφία των στρατοπέδων, τις γενοκτονίες, τις μαζικές σφαγές.

Ας περιοριστούμε όμως στον έλεγχο του λόγου, γιατί είναι η προϋπόθεση, ο όρος για την υποταγή και την κοπαδοποίηση των «μαζών». Ο Λένιν την προγραμμάτισε κατά την πρώτη απόπειρα κατάληψης της εξουσίας, το 1905. Και την εφάρμοσε από την πρώτη μέρα της εξουσίας του, τον Οκτώβριο του 1917. Έγραφε το 1905: «Οι εκδόσεις, τα τυπογραφεία, τα βιβλιοπωλεία, τα αναγνωστήρια, οι βιβλιοθήκες, όλα όσα σχετίζονται με την παραγωγή και τη διακίνηση του βιβλίου πρέπει να τεθούν κάτω από τον έλεγχο του κόμματος και να του δίνουν λογαριασμό»². Αν υπήρχε τότε ραδιοτηλεόραση, λέτε να την άφηνε ξεκαπίστρωτη ο Βλαδίμηρος Ίλιτς; Ή μήπως θα ήταν η πρώτη στον κατάλογο; Οπωσδήποτε, η πρώτη πράξη της σοβιετικής εξουσίας ήταν η απαγόρευση των άλλων κομμάτων και των εφημερίδων. Εφεξής, στη σοβιετική επικράτεια μόνο δύο εφημερίδες κυκλοφορούσαν, η πρωινή «Πράβδα», όργανο της Κ.Ε. του κόμματος, και η απογευματινή «Ισβέστια», όργανο της κυβέρνησης. Στις μεγάλες πόλεις ανατυπώνονταν με προσθήκες ανακοινώσεων των τοπικών κομματικών και διοικητικών αρχών. Έτσι π.χ. στην Ουκρανία, την εποχή του διωγμού των «κουλάκων», της κολλεκτιβοποίησης (κολχόζ, σοβχόζ) και της μεγάλης πείνας με εκατομμύρια νεκρούς και μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, ακόμα και εθνοτήτων, οι εφημερίδες πανηγύριζαν νίκες του σοσιαλισμού, αφθονία αγαθών, γενική ευτυχία, απομόνωση των προδοτών. (Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός της υποδοχής ως ελευθερωτών των ναζιστικών ορδών στην Ουκρανία το 1941, αλλά και των φασιστικών απηχήσεων σήμερα).

Ο Λ. Τρότσκυ, τότε (1905), υπερασπιζόταν τη λογοκρισία και τον κομματικό έλεγχο της πληροφόρησης, με μια εμπαθή ρητορική που θύμιζε συριζέικα επιχειρήματα περί διαπλοκής και νεοφιλελεύθερης συνωμοσίας των ΜΜΕ. «Δεν μειώνει κατά τίποτα την ελευθερία του Τύπου η απαγόρευση αντιδραστικών και φιλελεύθερων συκοφαντιών» έγραφε.³

Ο έλεγχος της πληροφορίας, της σκέψης και της έκφρασης ήταν ταυτόσημος στα δύο ολοκληρωτικά συστήματα, το λενινοσταλινισμό και το ναζισμό. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Χίτλερ στο «Mein Kampf» (1931) προέβλεπε: «Πρέπει κάθε έντυπο, από το αλφαβητάριο όπου το παιδί μαθαίνει να διαβάζει, μέχρι την τελευταία εφημερίδα, κάθε θέατρο και κάθε κινηματογράφος, κάθε κολώνα αφισοκόλλησης, κάθε τοίχος μάντρας να είναι στην υπηρεσία αυτής της μοναδικής αποστολής» (του ναζισμού). Στην ολοκληρωτική οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους, ο λενινικός κομμουνισμός προηγήθηκε κατά πολύ του ναζισμού. «Ο Λένιν τη δίδαξε όχι μόνο στον Στάλιν αλλά και στον Μουσολίνι και έμμεσα, μέσω των Γερμανών κομμουνιστών, στον Χίτλερ».4

Η λενινική ντιρεκτίβα του 1905 αναφερόταν κατά κύριο λόγο στη λογοτεχνία και χρωματιζόταν από μόλις συγκρατούμενο μίσος κατά της πολυφωνίας, της διαλογικότητας, της ελευθερίας του πνεύματος και της φαντασίας. Έπρεπε να γίνει η λογοτεχνία «γρανάζι» και «μπουλόνι» της κομματικής προπαγάνδας. Έγραφε ο Λένιν: «Η λογοτεχνία πρέπει να είναι η λογοτεχνία του κόμματος. Το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πρέπει να αξιοποιήσει την αρχή της κομματικής λογοτεχνίας και να τη μεταχειριστεί σαν αντίβαρο στην εξουσία του φιλελεύθερου Τύπου της μερκαντιλιστικής μπουρζουαζίας, αντίβαρο στον "αριστοκρατικό αναρχισμό" και στο κυνήγι του κέρδους […] Έξω οι άνθρωποι των Γραμμάτων που σνομπάρουν το κίνημα! Έξω οι υπεράνθρωποι της γραφής! Η λογοτεχνική δραστηριότητα πρέπει να είναι το γρανάζι και το μπουλόνι ενός μεγάλου σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού που κινείται κάτω από την άγρυπνη πρωτοπορία της εργατικής τάξης […] Οι άνθρωποι των Γραμμάτων οφείλουν να τεθούν στην υπηρεσία των οργανώσεων του κόμματος».5

Το άρθρο του Λένιν μεταφράστηκε στα γερμανικά το 1924 και έγινε το εγκόλπιο των κομμουνιστών διανοούμενων. Θεωρείται ότι αυτές οι λενινικές αρχές ενέπνευσαν τον Μάο Τσε Τουνγκ, αλλά και τον Μουσολίνι που ήταν, στα νιάτα του, θαυμαστής του Λένιν. Το κυριότερο είναι ότι εφαρμόστηκαν με εξίσου βάρβαρο τρόπο από τη σοβιετική εξουσία· με τον τερατώδη μηχανισμό λογοκρισίας και προπαγάνδας που διεύθυνε η Agitprop, τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής, με το «Επιτροπάτο του λαού για τη διαπαιδαγώγηση» και τον ΙΖΟ (τομέα Καλών Τεχνών).

Έτσι δολοφονήθηκε (είναι η αρμόδια λέξη) μία από τις μεγαλύτερες εθνικές λογοτεχνίες, εκείνη που έδωσε στον κόσμο μορφές σαν του Ντοστογιέφσκι, του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Τολστόι, του Πούσκιν. Η ποίηση εξαφανίστηκε κυριολεκτικά, η πεζογραφία πνίγηκε από τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, οι πρωτοπορίες στη λογοτεχνία και την τέχνη κατέληξαν σε αυτοκτονίες, αυτοεξορία στη Δύση, Γκουλάγκ, σιωπή. Είναι το μόνο καθεστώς στην ιστορία, όπως είπε ο Κορν. Καστοριάδης, που δεν άφησε ίχνη πολιτισμού. Μόνο οι κλασικές ερμηνευτικές τέχνες, δηλαδή η δεξιοτεχνία και όχι η καθαυτό δημιουργία, είχαν καλές επιδόσεις (μπαλέτο, όπερα, σολίστ, σκηνοθεσία) και αυτό είναι κραυγαλέο χαρακτηριστικό στραγγαλισμού της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας από ένα τυραννικό καθεστώς. Κατά μια –δυσανάλογη έστω– αντιστοιχία, το ίχνος πολιτισμού που θα αφήσει η «πρώτη φορά Αριστερά» θα είναι μάλλον το ανέβασμα του Ξηρού στο Εθνικό (ως πρωτοπορία, στην Πειραματική σκηνή), ο Λαζόπουλος και οι ξενέρωτες γυροβολιές στην πίστα ή στις εκλογικές εξέδρες.

Οι αυταρχικές παρορμήσεις για τον έλεγχο του λόγου εκδηλώθηκαν πάντα, στην ιστορία, στο βαθμό που μεγάλωνε η εμβέλεια του λόγου και διευρυνόταν το κοινό. Αυτό έγινε στην Αθηναϊκή Πολιτεία με τη θανάτωση του Σωκράτη –το πρώτο έγκλημα της Δημοκρατίας–, με τη δίωξη του Αναξαγόρα, με τις επεμβάσεις κατά του Αριστοφάνη, που η «παρρησία» του ενοχλούσε τον Κλέωνα, όχι όμως τον Περικλή… Αυτό έγινε με τη διάδοση της τυπογραφίας του 16ου αιώνα που προκάλεσε τη βαρβαρότητα της θρησκευτικής λογοκρισίας επί 4 αιώνες, με τον Κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού. Αυτό έγινε στην Αγγλία του 17ου αιώνα με την ανάπτυξη του αστικού φιλελευθερισμού και του Τύπου.

Το μέτρο που καθιέρωνε κρατική άδεια για την έκδοση εφημερίδας και η λογοκρισία ήταν η θρυαλλίδα των φιλελεύθερων επαναστάσεων που επέβαλαν το πρώτο σύγχρονο Σύνταγμα, το Bill of Rights, το 1689. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, το 1789, η Γαλλική Επανάσταση έδωσε στο δυτικό πολιτισμό τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, όπου το άρθρο 11, γραμμένο από τον Μιραμπώ, ορίζει: «Η ελεύθερη ανακοίνωση σκέψεων και γνωμών είναι από τα πολυτιμότερα δικαιώματα. Κάθε άνθρωπος μπορεί να μιλάει, να γράφει και να τυπώνει ελεύθερα και είναι υπεύθυνος για την κατάχρηση αυτής της ελευθερίας στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος». Σ’ αυτή τη σειρά των ιστορικών «89» προστέθηκε, στη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, το 1989, η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ο διάβολος και του Μανώλη η σκούφια: εκείνη τη χρονιά δημιουργήθηκε στη μικρή μας Ελλάδα η πρώτη ανεξάρτητη αρχή, θεσμός προστασίας της νομιμότητας και της ανεξαρτησίας του Τύπου, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Και τώρα, αναγεννημένος ο ανύπαρκτος «υπαρκτός» με τη συνδρομή και της ολίγης ακροδεξιάς, αχρηστεύει το ΕΣΡ και ονειρεύεται Λένιν (βλ. παραπάνω).

Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός, με ευσεβή αναφορά στο λενινοσταλινικό κομμουνισμό, μας θύμισε το ανέκδοτο του Σοβιετικού Συντάγματος, που καταργούσε την εκμετάλλευση ανθρώπων από άνθρωπο! Πράγματι, αυτό βεβαίωνε στο προοίμιό του το αναθεωρημένο σοβιετικό Σύνταγμα του 1946, και μάλιστα όχι ως επαγγελία, αλλά ως πραγμάτωση: «Η Σοβιετική εξουσία προγραμμάτισε βαθύτατες κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, έβαλε τέλος για πάντα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο…»

Στην πραγματικότητα, το σοβιετικό καθεστώς ξεπέρασε και τον πιο άγριο καπιταλισμό στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αν πάρουμε στοιχεία από την αγορά εργασίας και χωρίς να λογαριάσουμε την αναβίωση της δουλοκτησίας, με δουλοκτήτη το κράτος και δούλους τον πληθυσμό του «αρχιπελάγους Γκούλαγκ». Έγραφε ο Λ. Τρότσκυ το 1936: «Υπάρχουν μισθοί 100 ρουβλίων και άλλοι 8-10 χιλιάδων ρουβλίων.

Οι μεν ζουν σε τρώγλες, με τρύπια παπούτσια, οι άλλοι μετακινούνται με πολυτελή αυτοκίνητα και διαθέτουν πολυτελή διαμερίσματα, βίλα κοντά στη Μόσχα και άλλη βίλα στον Καύκασο».6

Ο Γάλλος κομμουνιστής οικονομολόγος Σαρλ Μπετελέμ διαπίστωνε την εξής εισοδηματική κλίμακα: εργάτης 100 ρούβλια, διευθυντής 3000 ρ., συγγραφέας (καλός κομματικός) 16.000 ρ., αντιπρόεδρος της κυβέρνησης 25.000 ρ. (250 εργατικοί μισθοί). 7

Κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη («Η γραφειοκρατική κοινωνία», 1973) το 15% του σοβιετικού πληθυσμού καρπούται το 84% του κοινωνικού προϊόντος και ο λαός –το 85% του πληθυσμού– το 16%, έχουμε δηλαδή μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη.

Τα προνόμια και τη χλιδή της νομενκλατούρας δεν τα είχε, μετά το μεσαίωνα, καμιά κοινωνική τάξη στη Δύση. Αντίστοιχα, το προλεταριάτο (που η δικτατορία ήταν δική του!...) ζούσε στη μιζέρια: από τη διατροφή, τη στέγαση, την περίθαλψη, ως τις συντάξεις πείνας. Πασίγνωστες είναι οι τεράστιες ουρές για προμήθεια τροφής και οι άθλιες συνθήκες κατοικίας: 4-9 τ.μ. κατ’ άτομο, κοινή κουζίνα, τουαλέτα, λουτρό… (κατά όροφο).

Τα πλήρη αποκαλυπτήρια αυτής της βάναυσης εκμεταλλεύτριας τάξης έγιναν το 1980 με την έκδοση στη Γαλλία και στη Γερμανία του βιβλίου του σοβιετικού ιστορικού Μίκαελ Βοσλένσκτυ, «Η Νομενκλατούρα - Οι προνομιούχοι στην ΕΣΣΔ». Το σύνολο των προνομιούχων υπολογιζόταν σε 750.000 – 3 εκατ. με τα μέλη των οικογενειών τους, δηλαδή λιγότερο από 1,5% του σοβιετικού πληθυσμού. Το 1970, σε διευθυντικές θέσεις του κόμματος και του κράτους σημειώνονται 76.847 πρόσωπα: είναι η αφρόκρεμα της ελίτ. Συνολικά 250.000 πρόσωπα ασκούν εξουσία, μικρή ή μεγάλη: το 1 τοις χιλίοις του πληθυσμού. Η περιγραφή των προνομίων τους, των αηδιαστικών ηθών τους, του τρόπου ζωής τους θα προκαλούσε ντροπή και σε πίθηκο. Ήταν η μόνη άρχουσα τάξη που είχε το «λίμπρο ντ’ όρο» και στην εποχή μας. Νομενκλατούρα = ονομαστικός κατάλογος. Ο νομενκλάτωρ ήταν ισόβιος, όσο ανίκανος ή διεφθαρμένος και αν αποδειχνόταν. Επιλεγόταν για να γραφτεί στη Νομενκλατούρα με κριτήρια κομματικά (καλή ώρα…) και όχι ικανότητες. Παρέμενε στη νομενκλατούρα ισοβίως, ακόμα και αν έχανε το πόστο του, εκτός αν έκανε κομματικό στραβοπάτημα. Επιζούσε το «μπαξίς» στις υπηρεσίες, αλλά και το απίστευτο: αγοραπωλησία των πόστων, με ταρίφες που σημειώνονταν σε εμπιστευτικές εκθέσεις. Αναφερόταν π.χ. ότι το 1969 το πόστο του α΄ κομματικού γραμματέα περιοχής του Αζερμπαϊτζάν κόστιζε 200.000 ρούβλια (2 χιλιάδες μισθοί εργάτη ). Ο λόγος που το κόμμα (του ηθικού πλεονεκτήματος) ανεχόταν τη διαφθορά-θεσμό ήταν απλός: η αγοραπωλησία και η υψηλή ταρίφα εξασφάλιζαν τη διαδοχή στα πόστα ανθρώπων της νομενκλατούρας, των μόνων που διέθεταν κεφάλαια!... Η άρχουσα τάξη στην ΕΣΣΔ ήταν κληρονομική και δεν είχε τους κινδύνους της Γουώλ Στρητ, των κρίσεων, του Χρηματιστηρίου. Ο νομενκλάτωρ ροχάλιζε ήσυχος.

Δεν ήταν έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι κατά την εξέγερση των εργατών στην Πολωνία, από τα κυριότερα αιτήματα ήταν «η κατάργηση της Νομενκλατούρας». Τότε έγινε παγκόσμια γνωστή η λέξη. Οι μόνες εργατικές εξεγέρσεις στη μεταπολεμική Ευρώπη έγιναν στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έχω όμως μια απορία: γιατί ο πρωθυπουργός χρειάστηκε να επικαλεστεί το Σοβιετικό Σύνταγμα. Δεν είχε παρά να επαναλάβει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης· η 13η σύνταξη φτάνει από ώρα σε ώρα. Για να πάρει φόρα κάνει πίσω. Είμαστε ακόμα στην 7η…

Αντίθετα, δεν είναι τυχαίο ότι ανέσυρε τη σοβιετική κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο κατά τη συζήτηση για τον έλεγχο των ΜΜΕ. Το Σοβιετικό Σύνταγμα, πάλι, εκτός από την παραδείσια ισότητα, κατοχύρωνε και την ελευθερία του Τύπου. Αλλά: «Άρθρο 50. Σε αντιστοιχία με τα συμφέροντα των εργαζομένων και με σκοπό το δυνάμωμα του σοσιαλιστικού συστήματος, στους πολίτες της ΕΣΣΔ εξασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων…» κ.λπ. Εξασφάλιζε, δηλαδή, την ελευθερία να συμφωνούν.

Το λαμπρό εκείνο Σύνταγμα του '18 του Λένιν και του '41 του Στάλιν κατοχύρωναν, με τον ίδιο τρόπο, τις πολιτικές ελευθερίες, την κριτική (άρθρο 49: Καταδίωξη για κριτική απαγορεύεται), τις ελεύθερες εκλογές (με ένα κόμμα!).

Για τους διαφωνούντες, απρόθυμους, μη ζητωκραυγαστές υπήρχε η τρομοκρατία, το Γκούλακ, οι αγγαρείες, η πείνα. Αυτά τα τελευταία τα διαφήμιζε ως απόλυτο όπλο του σοσιαλισμού, ο μεγάαααλος Λένιν:

«Το μονοπώλιο του ψωμιού, το δελτίο ψωμιού, η γενικευμένη αγγαρεία, ιδού ποιο είναι, στα χέρια των παντοδύναμων Σοβιέτ, το καλύτερο μέσον ελέγχου8
[…], πιο τρομερό και από την γκιλοτίνα. Η γκιλοτίνα απλώς τρομοκρατούσε, εξουδετέρωνε τις δραστικές αντιστάσεις. Θέλουμε κάτι περισσότερο […] θέλουμε να τσακίσουμε την παθητική αντίσταση, που είναι πιο επίφοβη και επιβλαβής. Και έχουμε το μέσον. Αυτό είναι το μονοπώλιο του ψωμιού, το δελτίο, η γενικευμένη αγγαρεία».

Αυτό, βέβαια, είναι ένα μάξιμουμ πρόγραμμα. Το ιδανικό, η κατάργηση της εκμετάλλευση... κ.τ.λ. η γενικευμένη φτώχεια, η καταστροφή της ιδιωτικής οικονομίας, η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, το μαύρο στον εγκέφαλο. Για την ώρα, προϋπόθεση είναι ο έλεγχος του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, ένα άλλο παράλληλο πρόγραμμα.

Κατά της διαπλοκής, βεβαίως-βεβαίως…

1 Karl Kautsky «Le bolchevisme dans l’ impasse» Paris, PUF 1982, 6. 109-112
2 Lenin «Partinaia Organizatsii I partinaia literatura» (κομματική οργάνωση και κομματική λογοτεχνία) Μόσχα 1965, σ. 5-6
3 Bertram D. Wolf, «Three who made a Revolution», Ν. Υόρκη, 1948, σ. 324
4 L. Saphiro, «Totalitarianism» Λονδίνο 1972, σ. 23
5 Λένιν, ο.π.
6 L. Trotsky, «Buletin oppositsii» αρ. 52-53, Οκτώβριος 1936
7 Charles Bettelem «Η σοβιετική σχεδιοποίηση», 1945
8 Lenin, XXXVI (σοβ. Έκδοση Απάντων) κεφ. 6 στο: Vladimir Volkoff, La Trinité du mal ou Réquisitoire pour servir au procès posthume de Lénine, Trotsky, Staline, Ed. De Fallois/ L ‘Âge d’Homme, 1991, σ. 65


πηγή: athensvoice.gr

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Πούτιν VS Μέρκελ (του Σπύρου Βλέτσα από το Athens Voice)

Στην Ελλάδα είναι πολύ δημοφιλής –ιδιαίτερα στην Αριστερά– η αντίληψη που αποδίδει τα κύματα προσφύγων και μεταναστών στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η εμπειρία που έχουμε, διαψεύδει τον παραπάνω ισχυρισμό. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η χώρα μας και ολόκληρη η δυτική Ευρώπη κατακλύστηκαν από μετανάστες που είχαν εγκαταλείψει τις πρώην κομμουνιστικές χώρες. Κανένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν τους ανάγκασε να φύγουν από τις πατρίδες τους.

H πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων άνοιξε τα σύνορα των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, που μέχρι τότε παρέμεναν κλειστά, απαγορεύοντας τα ταξίδια των πολιτών τους στις χώρες της Δύσης. Χιλιάδες άτομα πλήρωσαν με τη ζωή τους την απόπειρά τους να διαφύγουν από το τείχος του Βερολίνου και τα συρματοπλέγματα των συνόρων. Μόλις τα σύνορα άνοιξαν οι πολίτες των ανατολικών χωρών έσπευσαν να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή στη Δύση.

Αντίστοιχα σήμερα η φτώχεια και η έλλειψη προοπτικής αναγκάζει εκατομμύρια ανθρώπους να μεταναστεύσουν. Μαζί τους φτάνουν στις ανεπτυγμένες χώρες και πρόσφυγες από εμφυλίους και καταπιεστικά καθεστώτα. Μπορεί η κατάσταση στο Ιράκ να αποσταθεροποιήθηκε μετά την αμερικάνική επέμβαση αλλά ο πόλεμος στη Συρία δεν έγινε από τους συνήθεις «ιμπεριαλιστές».
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι μεγάλες χώρες της Ευρώπης απέφυγαν να εμπλακούν στη Συρία και άφησαν το καθεστώς Άσαντ να χρησιμοποιεί τη δύναμή του εναντίον των δυνάμεων της αντιπολίτευσης. Στο πλευρό του Άσαντ βρίσκεται η Ρωσία του Πούτιν και η αεροπορία της, που με το πρόσχημα της δράσης εναντίον του ISIS βομβαρδίζει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης αλλά και αμάχους. Και ενώ στην Ελλάδα είμαστε συνήθως ευαίσθητοι για τα θύματα των βομβαρδισμών, για τις βόμβες του Πούτιν δεν ακούγεται η παραμικρή διαμαρτυρία.

Την ίδια ανοχή συναντήσαμε στην Ελλάδα και κατά την προσάρτηση εδαφών της Ουκρανίας από τη Ρωσία το 2015. Η προσάρτηση αυτή είναι πανομοιότυπη με την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Και εδώ, ακούγαμε για ακροδεξιά και νεοναζί κυβέρνηση της Ουκρανίας όταν η δύναμη των ακροδεξιών κομμάτων εκεί είναι μικρότερη από τη δύναμη της Χρυσής Αυγής.
Η αποδοχή της Ρωσίας στην Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, σύμφωνα με τα δεδομένα ερευνών του Pew Research για το 2013 και 2014. Επίσης στην Ελλάδα ο πλέον δημοφιλής ξένος ηγέτης είναι ο Πούτιν, με το 25% να εκφράζει το θαυμασμό του για τον Ρώσο Πρόεδρο, σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας Win/Gallup για λογαριασμό της εφημερίδας «The Independent» σε 65 χώρες το 2015.

Τα πράγματα γίνονται πιο εντυπωσιακά αν δούμε, στην ίδια έρευνα, ότι μόνο το 9% των Ελλήνων έχει θετική άποψη για τον πρόεδρο Ομπάμα, ενώ για τον Ολάντ μόνο το 1% των συμπατριωτών μας έχει θετική γνώμη. Όσο για την καγκελάριο Μέρκελ, είναι η πλέον μισητή ξένη πολιτικός καθώς το 72% των Ελλήνων έχει αρνητική γνώμη γι’ αυτήν.

Ο αυταρχισμός του καθεστώτος Πούτιν, οι διώξεις δημοσιογράφων, το κυνήγι των ομοφυλόφιλων, που απαγορεύεται να «διαφημίζουν» την ομοφυλοφιλία, το στιλ Ράμπο που προωθεί ο Ρώσος πρόεδρος δεν ενοχλούν τους Έλληνες. Ούτε η τεράστια οικονομική ανισότητα που υπάρχει στη Ρωσία με πάμπλουτους ολιγάρχες και πάμφτωχους εξαθλιωμένου.

Η Μερκελ, που στην Ελλάδα παρουσιάστηκε από ορισμένους σαν Χίτλερ, ηγείται μιας δημοκρατικής χώρας, με διάχυση της ευημερίας και στα φτωχότερα στρώματα, με ένα αξιοζήλευτο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Υπάρχει ελευθερία έκφρασης και τα δικαιώματα των μειονοτήτων προστατεύονται. Η Μέρκελ είχε υπουργό Εξωτερικών κάποιον που δεν είχε κανένα λόγο να κρύβει τον ομοφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό του. Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για τη Ρωσία του Πoύτιν.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ρισκάρουν ακόμη και τη ζωή τους για να βρεθούν στη Γερμανία και να λάβουν μια θέση στην κοινωνία της. Από την Τουρκία, που βρίσκονται, θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στη Ρωσία, αλλά δεν το κάνουν.

Η Μέρκελ εφαρμόζει μια πολιτική για το μεγάλο προσφυγικό ζήτημα που είναι σύμφωνη με αρχές του ανθρωπισμού. Η πολιτική της αυτή την έχει φέρει σε πολύ δύσκολη θέση. Αντί να συνταχθεί με τους φόβους των πολιτών –ή ακόμη χειρότερα να τους εκμεταλλευτεί– εκείνη επιμένει στις αποφάσεις της. Εδώ κυκλοφορεί η εξήγηση ότι η Γερμανία δέχεται τους πρόσφυγες γιατί χρειάζεται εργατικά χέρια. Αν ο λόγος ήταν αυτός θα μπορούσε να βρει καταρτισμένους και ευκολότερα αφομοιώσιμους χριστιανούς εργάτες από χώρες όπως η Ουκρανία και η Λευκορωσία και να τους καλέσει οργανωμένα, όπως έκανε τη δεκαετία του 1960 με τους Έλληνες μετανάστες.

Στην Ελλάδα πολλοί πίστευαν ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να μας σώσει από τα μνημόνια. Παρά όσα λέγονται στη ζώνη του τηλεοπτικού σκότους, όλα αυτά τα χρόνια η Ρωσία ως μέλος του Δ.Ν.Τ. ήταν αντίθετη με την παροχή βοήθειας στην Ελλάδα, μας πουλούσε ακριβότερα το αέριο από ό,τι σε άλλες χώρες, δεν μας έδινε πετρέλαιο με πίστωση και ο Πούτιν κάλεσε στο Ρoστώφ τους Ρώσους επιχειρηματίες να μην επενδύουν στην «προφανώς προβληματική» Ελλάδα (23/8/2013). Όσοι είχαν αυταπάτες διαψεύστηκαν το καλοκαίρι του 2015.

Οι αυταπάτες, τα στερεότυπα, οι θεωρίες συνωμοσίας και μια εξωπραγματική εικόνα του σύγχρονου κόσμου κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος των Ελλήνων πολιτών. Αυτό δεν είναι άσχετο με την παρατεταμένη κρίση που ταλαιπωρεί την Ελλάδα. Όταν οι άλλοι εργάζονταν για να επιστρέψουν στην ανάπτυξη και έτσι να απαλλαγούν από τα μνημόνια, εδώ μιλάγαμε για κατοχή, για συνωμοσίες ξένων κέντρων, για το «ομόδοξο ξανθό γένος». Τώρα που οι άλλοι ξεμπέρδεψαν με την κρίση, εμείς μείναμε με τις αυταπάτες και την παράταση της κρίσης.

πηγή: athensvoice.gr

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Αλεξάνδρεια

Σήμερα, στο δελτίο των 9 στον Σκάι, ο Πορτοσάλτε ζήτησε να επέμβει ο στρατός.


‘Ετσι απλά. Το σκέφτεσαι και τρομάζεις. Ο στρατός. Έχουμε φτάσει λοιπόν στο χείλος του γκρεμού; Μάλλον έτσι φαίνεται. Μια χώρα σε πλήρη αποδιοργάνωση, και τα συντηρητικά αντανακλαστικά των πολιτών να ευαισθητοποιούνται σε ανατριχιαστικές συχνότητες.


Το θέμα δεν είναι αν θα επέμβει ή όχι ο στρατός. (Μπρρρρ) Ακόμα και αν αποφασιστεί να επέμβει, αυτό πρέπει να γίνει κάτω από πολιτική καθοδήγηση. Και αυτό είναι που λείπει. Γιατί αν είναι να αναλάβει δράση ο στρατός, με βάση τα στρατιωτικά του σχέδια και με την κύρια ευθύνη των ενεργειών του σε αντιστράτηγους και συνταγματάρχες, τότε, ας αποχαιρετήσουμε την Αλεξάνδρεια που χάνουμε. Ποιος πολιτικός όμως της κυβέρνησης, με βάση τα έως τώρα δείγματα γραφής, θα λάβει τις σωστές αποφάσεις, και θα καθοδηγήσει το στρατό σε αυτό το έργο.  


Από την άλλη δε μπορεί κανείς και να τον αδικήσει τον Πορτοσάλτε γι αυτή του την επίκληση. Η χώρα πλάκα-πλάκα βρίσκεται μισό βήμα πριν την κατάσταση απόλυτης αναρχίας.


Μαζικά κύματα προσφύγων καταφθάνουν απανωτά στις ακτές μας. Πρόσφυγες, οι οποίοι αναγκάζονται και φεύγουν κακήν κακώς από τη χώρα τους, εξ αιτίας του αδίστακτου και εξοντωτικού στρατιωτικού καθεστώτος του Άσαντ, συνεπικουρουμένου άρτια από τον Πούτιν.


Και βέβαια αρχίζει και γίνεται πιο ξεκάθαρη η τακτική του τελευταίου, να συντηρεί τον όλεθρο και το πολεμικό χάος στη Συρία. Με αυτόν τον τρόπο θέτει αφ΄ενός τις βάσεις για την αναγνώριση της Ρωσίας ώς Μεγάλης Δύναμης με συμφέροντα και λόγο στην περιοχή. Αφ΄ετέρου προσπαθεί με ακόμα πιο ύπουλο τρόπο να αποσταθεροποιήσει τη Γερμανία, και την Ευρωπαϊκή Ένωση εν συνόλω, εφευρίσκοντας συκοφαντίες για μαζικούς βιασμούς, και δημιουργώντας λεφούσια προσφύγων προς την Ευρώπη. Γιατί, ας μη κλείνουμε τα μάτια, τα πρωτοφανή αυτά προσφυγικά κύματα δεν είναι τίποτα άλλο από γέννημα της Ρωσικής στρατιωτικής κάλυψης του Πούτιν στον πόλεμο που διεξάγει ο δικτάτορας Άσαντ εναντίον των αντικαθεστωτικών του.


Από την άλλη οι Έλληνες πολίτες, σα να μην έχει αλλάξει τίποτα, παίζουν ομοθυμαδόν και χαρωπά την τσιγκολελέτα, κλείνοντας τα μάτια μπροστά στην ολοφάνερη προσφυγική και γενικότερη κρίση που απειλεί να αποσταθεροποιήσει οριστικά και δια παντός τη χώρα μας. Οι αγρότες μας, ή τουλάχιστον αυτοί που φαίνονται ότι στις κινητοποιήσεις ότι τους εκπροσωπούν μαζικά, επιδίδονται σε φεστιβάλ ανωριμότητας επιτείνοντας την κρίση, και κρατώντας όμηρο όλη την ελληνική οικονομία.


Οι πολιτικοί μας αρχηγοί, τέλος, βρίσκονται σε καθεστώς απόλυτης αποχαύνωσης. Το κυβερνητικό στρατόπεδο, κάθε ώρα που περνά, αποδεικνύεται με εγκληματικό τρόπο ακατάλληλο για τη διακυβέρνηση της χώρας. Με έναν όμως παράξενο τρόπο, απόλυτα ταιριαστό για το λαό που τους εξέλεξε. Η ανικανότητα, η επιπολαιότητα, η ιδεοληψία και ο στρουθοκαμηλισμός της ΣΥΡΙΖΟΑΝΕΛ κυβερνητικής συμμαχίας είναι απόλυτα και εκατό τα εκατό υπεύθυνη για το ότι αυτή τη στιγμή η χώρα βρίσκεται, ως συντεταγμένο κράτος, μισό βήμα πριν από το χείλος του γκρεμού. Μιλάμε για εγκληματικές ευθύνες, που δε θα δικαστούν ποτέ όμως, γιατί με την κυβέρνηση πρέπει να δικαστεί και ο λαός που τους ψήφισε. Και ένα λαό δε μπορείς να τον δικάσεις, δε δικάζεται ένας λαός, ποιός θα τον δικάσει;


Η αντιπολίτευση δε περί τα άλλα τυρβάζει. Η μείζων αντιπολίτευση, μέσα από κορώνες περί εξεταστικών και άλλων συναφών, συνεχίζει το παιχνίδι του διπολισμού, με σκοπό να ενισχύσει την εκλογική της επιρροή, ώστε να διαδεχθεί όσο το δυνατόν πιο απρόσκοπτα την παρούσα κυβέρνηση στην εξουσία. Παράλληλα τα τρολ της στα κοινωνικά μέσα φτιάχνουν ομολογουμένως πετυχημένα αστειάκια, για να διασκεδάσουμε τον πόνο μας, και να πάμε γελαστοί.


Η ελάσσων αντιπολίτευση, κατά το ένα μέρος της, έχει βάλει σκοπό της ζωής της να συγκυβερνήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτούς δηλαδή, που αν κάποτε κάποιος δώσει ένα χαστούκι σε αυτό τον λαό και ξυπνήσει, πρέπει να τους στήσει στον τοίχο για το κακό που κάνανε στη χώρα μας. Κατά το άλλο δε μέρος της είναι μη μου τους κύκλους τάραττε, την Κυριακή έχουμε γάμο, βγάζουμε νέο αρχηγό, ώσπου να γίνει δε αυτό ασχολούμαστε με την αποκαθήλωση του παλαιού.


Σε αυτήν την ονειρική κατάσταση πορευόμαστε μασουλώντας τα μανιτάρια της αυτοϊκανοποίησης. Ολοκληρώνουμε με απανωτές κινήσεις την αποτυχία μας ως κράτος, σε τέτοιο βαθμό όμως, που το μόνο που θα μένει φυσικό να ακολουθήσει είναι να όντως αναλάβει ο στρατός σύμφωνα και με την επιθυμία των κων Πορτοσάλτε αυτής της χώρας.


Όμως ο στρατός, όπως είπαμε και στην αρχή, από μόνος του δε φτάνει, χρειάζεται η απαραίτητη πολιτική επιστασία για τη διατήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος και των πολιτικών ελευθεριών. Αλλιώς η Φύση ξέρει και γεμίζει τα κενά. Και το κενό πολιτικής, σε μια Ελλάδα που έχει αναλάβει δράση ο στρατός, και επίσης απομονωμένη, πεταγμένη εκτός των ευρωπαϊκών θεσμών, και βαθιά λαβωμένη πολιτικά, μπορεί μια χαρά να υποκατασταθεί με μπόλικη Χρυσή Αυγή.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσα – κούτσα… φτάνουμε στα μέτρα μας. Και ύστερα, τι; (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρρύθμιση" )

Μήπως ήλθε η ώρα που η κοινωνία μας χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία για την νέα της κατάσταση περισσότερο από κατά συνθήκη ψεύδη για το ξεπέρασμα της κρίσης; Μήπως αναπόφευκτο καθήκον των δημοκρατών είναι να προετοιμάσουν για την αλήθεια της συντριβής τους πολίτες, που μέχρι τώρα βαυκαλίζουν με ελπίδες για σύντομη ανάρρωση; Βάζω το ερώτημα από μια πλευρά κοινωνικής αισιοδοξίας και όχι απελπισίας. Γιατί, ύστερα από μια τραγωδία, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με νέες φιλοδοξίες μόνο αν πιστέψουμε σε ένα νέο όραμα ξεπερνώντας το πένθος για την απώλεια του παλιού. Δεν ωφελεί να συνεχίζουμε τον θρήνο για τον χαμένο παράδεισο. Καιρός να φτιάξουμε τον δρόμο για έναν νεώτερο και ανθεκτικότερο.

Με απλή αριθμητική και χωρίς να χρειάζονται εκζητημένα μακροοικονομικά μοντέλα, η κοινή λογική έλεγε το 2010 ότι η χώρα μας, χρεοκοπώντας, θα έπεφτε αναπόφευκτα σε μια καινούργια γραμμή εκκίνησης που θα ήταν περίπου 25% κατώτερη από το ΑΕΠ της στιγμής της χρεοκοπίας. Ήταν φανερό ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό της μείωσης της εθνικής ζήτησης (δαπάνης) από την διακοπή του εξωτερικού δανεισμού με τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή που αυτή θα ενεργοποιούσε. Η κατάσταση εξελίσσεται κάπως χειρότερα. Φαίνεται ότι το νέο επίπεδο εκκίνησης μπορεί να είναι τελικά έως και 30% κατώτερο. Εκεί έπεσαν έξω οι υπολογισμοί του ΔΝΤ σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή. Δεν είχε αντιληφθεί την λειτουργική «ταυτότητα» της ελληνικής κοινωνίας/οικονομίας και είχε υπολογίσει τους συντελεστές του πολλαπλασιαστή με όρους οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, ενώ η ταυτότητα της ελληνικής οικονομίας είχε έντονα χαρακτηριστικά σοβιετικού κρατισμού. Γιαυτό η κατάρρευσή μας μοιάζει περισσότερο με την κατάρρευση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών και της τέως σοβιετίας, παρά με την κρίση χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Το πολιτικό σύστημα –σύσσωμο- έδειξε εξ αρχής την ανεπάρκειά του να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και ως εκ τούτου την ανικανότητά του να προτείνει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα ανάταξης της χρεοκοπημένης κοινωνίας μας (κοινωνίας μας, επαναλαμβάνω). Εύλογο. Γιατί πώς να καταλάβει κάποιος τη ζημιά που επί τόσο χρόνια απεργάζονταν; Εκτός αν εξαπατούσε γνωρίζοντας την αλήθεια. Οι μεν κυβερνήσεις με τις λαϊκίστικες πολιτικές τους, η δε αριστερά με την πλειοδοσία της στις πολιτικές αυτές προς την χρεοκοπία κατέτειναν. Σε ότι αφορά το σημείο αυτό, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι το «σύστημα» δεν αντιλήφθηκε την κατάσταση. Μιλώντας εκτός δημοσιότητας με σημαίνοντας παράγοντες όλων των παρατάξεων, εύκολα διαπίστωνε κανείς εξ αρχής, ότι δεν ήταν ανίκανοι να καταλάβουν την απλή αριθμητική του προβλήματος. Τότε, γιατί δεν το έλεγαν δημοσίως ώστε να μη δημιουργούν δεύτερη φάση λαϊκιστικών προσδοκιών τις οποίες πληρώνουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή όσο και κυνική: Η ανειλικρίνεια ήταν στοιχείο της αποτυχίας τους που οδήγησε στην χρεοκοπία, δηλαδή ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής τους κουλτούρας, το οποίο δεν μπορούσαν να υπερβούν τώρα. Πώς τώρα θα είχαν τα μούτρα να ομολογήσουν απερίφραστα το συνολικό λάθος τους, αφού εξακολουθούσαν να στηρίζονται στο ίδιο μοντέλο πολιτικής, δηλαδή τον λαϊκισμό; Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Γιώργος Παπανδρέου και διέλυσε το κόμμα του καθώς και την πολιτική καριέρα του. Οι άλλοι έμαθαν καλά το μάθημα και ούτε να ψελλίσουν τόλμησαν. Έτσι, με αγαστή σύμπνοια, οι ίδιοι παράγοντες του αποτυχημένου συστήματος, κατασκεύασαν το νέο αφήγημα περί  «κρίσεως» για να κατοχυρώσουν τη συνέχεια του λαϊκίστικου λόγο τους. «Κρίση έχουμε βρε παιδιά, κάντε υπομονή να ξεπεράσουμε τον κάβο» οι μεν, «φέρατε την μνημονιακή καταστροφή και καιρός να αφήσετε σε μας τους παρθένους την εξουσία» οι δε. Αυτή όλη η φιλολογία περί «κρίσεως» που επικράτησε έναντι του πραγματικού αφηγήματος περί «καταστροφής» δεν είναι καθόλου μα καθόλου αθώο.

Όταν ζυμώνουμε τις πολιτικές προσδοκίες γύρω από την έννοια της «κρίσης» μεταφέρουμε την λαϊκή φαντασία σε μια εικόνα προσωρινής δοκιμασίας. Είναι σαν να λέμε στην κοινωνία ότι κάτι το προσωρινά κακό της συνέβη και επομένως με κάποιους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς το κακό θα περάσει. Κάτι σαν πονόδοντος που χρειάζεται μόνο ένα καλό παυσίπονο, αφού το δόντι είναι κατά βάση γερό. Χρειάζεται φάρμακο και όχι χειρουργείο. Αντίθετα, όταν η αφήγηση μεταφερθεί στα συμφραζόμενα της «καταστροφής» τότε το σήμα του λόγου δίνεται σε όρους ξεκαθαρίσματος των ερειπίων και χτισίματος μιας καινούργιας κατάστασης με καλλίτερα υλικά και ανθεκτικότερη σχεδίαση. Πολλά πρέπει να αλλάξουν με βαθιές τομές. Το φάρμακο δεν αρκεί, χρειάζεται χειρουργείο. Ποια πολιτική δύναμη (μιλάμε για τις αξιόπιστες, πράγμα που εξαιρεί το ΚΚΕ και την ΧΑ) θα μπορούσε να έχει το θάρρος να μιλήσει για ένα καινούργιο ξεκίνημα; Και οι βασικές τους συντεχνιακές δεσμεύσεις που στηρίζουν την πελατειακή τους ισχύ, που θα πήγαιναν τότε; Ποιος από τους συμβατικούς πολιτικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να μιλήσει για ένα αναπροσδιορισμένο «κοινό συμφέρον» χωρίς να κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από τα θρυμματισμένα μερικά συμφέροντα που μέχρι τώρα του εξασφάλιζαν εκλογική πελατεία;

Εκεί φτάσαμε λοιπόν: Καμία από τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν μπορεί και δεν τολμά να μιλήσει με όρους πατριωτισμού. Γιατί απλούστατα είχε παραμερίσει την έννοια του κοινού συμφέροντος που ο πατριωτισμός προϋποθέτει. Οι πολιτικοί πελάτες είναι πάντα με το γκουβέρνο, όχι με την πατρίδα.  Γιαυτό συνεχίζουν την αφήγηση περί κρίσεως. Περιορίζουν έτσι τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική σύγκρουση αποκλειστικά στο σκηνικό που στήθηκε για να διευκολύνει την προσγείωση και όχι την καινούργια εκκίνηση. Ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από την βοήθεια των εταίρων για αναίμακτη προσγείωση- χωρίς να τολμά να ανεβάσει τον λόγο της στο επίπεδο της αναδόμησης του εθνικού μας κράτους πάνω στη βάση ενός αναδιατυπωμένου κοινού συμφέροντος. Αλλά, δυστυχώς, αυτό και μόνο αυτό απαιτούν οι Καιροί και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αντιμετώπισή του.

Ας συμμαζέψουμε, τώρα, τον λόγο μας στο ζητούμενο. Πώς απογράφουμε εντίμως την κατάσταση, και όχι την κρίση;  Ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο για μια πραγματική διαδικασία ανοικοδόμησης των ερειπίων;

Αυτές τις μέρες η Νέα Κατάσταση λες και κάνει επιδεικτική παρέλαση με όλα τα σέα και τα μέα της για να μας προκαλέσει: Η εικόνα που δείχνει είναι της πλήρους μετάστασης του οργανωμένου κράτους σε κατάσταση ερζάτζ. Το κράτος έχει καταντήσει απλή σκιά του εαυτού του:
  • Πλήρης κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και υποκατάστασή του με κράτος πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτό είναι το νόημα των παρατεταμένων καταλήψεων των «αγροτών» που παραβιάζουν επιδεκτικά μια ντουζίνα από διατάξεις του ποινικού και αστικού δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν επεμβαίνει και ο χειρισμός των ενόχων έχει ανατεθεί στο στελεχιακό δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος.
  • Κατάρρευση της διάκρισης των εξουσιών: Οι δικαστές πολιτικολογούν με αποφάσεις τους και η κυβέρνηση διαβουκολεί την ιεραρχική δομή του δικαστικού σώματος.
  • Εισπήδηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έργα πολιτικής διαχείρισης. Αντί για εργολάβους, το έργο της κατασκευής των hotspotsκαι όχι μόνο ανατίθεται με ζητωκραυγές στον στρατό ξηράς.
  • Αδιαμαρτύρητη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με τεράστια συμβολική αξία: Το πρωθυπουργικό αεροπλάνο εμποδίζεται από την Τουρκία να προσγειωθεί στο εθνικό έδαφος της Ρόδου.
  • Προκλητική παραβίαση προστατευμένων δικαιωμάτων του παιδιού με πλήρη αδιαφορία του αρμόδιου υπουργού: Ξενοφοβικοί ρατσιστές κατεβάζουν μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως ασπίδα στη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του Νόμου.
  • Ολοκληρωτική μετάλλαξη της Βουλής από νομοθετικό σώμα σε σώμα στρατευμένων κομματικών οργάνων που την απασχολούν με προσχηματικά νομοσχέδια για να την εμποδίσουν να εκδηλώσει το πολιτικό της φρόνημα: Για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική επικαιρότητα εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο (για τα ΜΜΕ) που κατάφωρα παραβιάζει βασικές συνταγματικές προβλέψεις, θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού κεκτημένου και εξ ίσου θεμελιώδεις διατάξεις του παγκόσμιου κώδικα προστασίας των δικαιωμάτων πολίτη. Η Βουλή αντί να βουλεύεται μετατρέπεται σε θέατρο ποικιλιών για να τραβήξει την προσοχή του κοινού μακριά από την εξελισσόμενη εθνική τραγωδία.
  • Αναστολή βασικών λειτουργιών της Πολιτείας, όπως η δικαστική, με την βίαιη παρέμβαση συντεχνιών που ψωμίζονται από αυτές (απεργία διαρκείας των δικηγόρων )
  • Ξήλωμα των θεμελίων της ελεύθερης αγοράς με την δημιουργία νέων κρατικίστικων υποχρεώσεων: Χρηματοδότηση της βιομηχανίας ζάχαρης εκτός τραπεζικών κανόνων με χρήματα του Δημοσίου, απόπειρα ριζικής αλλαγής των πλαισίων της πτωχευτικής διαδικασίας με επαπειλούμενο νομοσχέδιο για τα αργούντα ιδιωτικά ακίνητα και κινητά.
  • Κομματικοποίηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
  • Επιβολή εκφοβιστικού ελέγχου σε όλα τα μέσα με τα οποία εκφράζεται η ελευθερία του Λόγου.
  • Αποσάρθρωσε του παραγωγικού ιστού με την μονιμοποίηση της ανεργίας στο επίπεδο του 25% κατά μέσο όρο. Αντί για πρωτοβουλίες παραγωγικής απορρόφησης της ανεργίας, ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης βρίθει από αναφορές στην ανθρωπιστική κρίση. Λες και η χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να τρέφει ζητιάνους και φτωχούς μοιραίους πολίτες.
  • Υποβάθμιση όλων των θεσμών κοινωνικής μέριμνας και προστασίας και ραγδαία εν τοις πράγμασι ιδιωτικοποίησή τους (Υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση).
  • Με την εξέλιξή μας σε μόνιμο σταθμό των προσφύγων και μεταναστών οδεύουμε σε μια εντελώς πρωτόγνωρη οικονομία υπηρεσιών, όπου οι εταίροι μας, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, θα μας καταβάλλουν τα έξοδα που απαιτούνται για να τους κρατούμε έξω από τα δικά τους σύνορα, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη νέα αγορά στην εσωτερική αγορά μας.
Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την εικόνα τείνουμε πλέον να την συνηθίσουμε και να την θεωρούμε δεδομένη, καθώς αλλού στρέφεται η πολιτική μας προσοχή: Σε μια καθημερινότητα αιχμηρών επεισοδίων που αυτά τραβούν το πολιτικό δυναμικό μας και όχι η σύνθεσή τους σε ενιαία εικόνα τραγικότητας των περιστάσεων. Φοβούμαστε να δεχτούμε ότι δεν βαίνομε προς, αλλά είμαστε ήδη στην κατάσταση του διαλυμένου κράτους – failing state.

Κανένας από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει ορθώσει το ανάστημά μου με παρρησία μπροστά σε μια τέτοια αφήγηση. Να προβάλει ως διεκδικητής της ηγεσίας για μια ριζική ανάταξη της κοινωνίας και του κράτους μας. Μήπως άραγε η Ιστορία παίζει το αινιγματικό παιχνίδι της και προετοιμάζει την ετυμηγορία της για το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία; Μήπως όλα αυτά οδηγούν στην απόφανση ότι ήλθε η ώρα μιας ριζοσπαστικής, για τα ελληνικά δεδομένα, σοσιαλδημοκρατίας; Μήπως η εικόνα εκφράζει έκδηλα το απαιτούμενο θεμελιακό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας για τον τόπο μας. Μήπως το πρόταγμα αυτό είναι η εξής απλή φράση: «Περιγράψτε την πραγματική μας κατάσταση και αναλύστε τον ρόλο του καθενός μας σε μια καινούργια προσπάθεια ανάταξης με βάση το κοινό συμφέρον σε έντιμη αντιπαράθεση προς το ειδικό συμφέρον της κάθε κοινωνικής ομάδας». Πάνω σε μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να στηθεί ο απαιτούμενος πατριωτισμός της δημοκρατικής αριστεράς. Ένας πατριωτισμός που συνθέτει επιμέρους συμφέροντα αντί να τα αντιπαραθέτει όπως κάνει σήμερα η κυβερνώσα αριστερά, για να εξασφαλίζει τον κατακερματισμένη πολιτική πελατεία της ευκολότερα. Με του λιανέμπορους (συντεχνιακούς συνδικαλιστές) τα βγάζει ευκολότερα πέρα παρά με μια ενοποιημένη ενιαία κοινωνική συνείδηση που έχει προσδιορίσει το κοινό συμφέρον που την κρατάει ενωμένη.

πηγή: metarithmisi.gr

Ο πίνακας " Ο ελευθερωτής" του Ρενέ Μαγκρίτ, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επιλογή του blog 

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Ποιος αποφασίζει αν θα γίνουμε θρησκόληπτοι μουσουλμάνοι; (της Σουλεϊμάν Σαμπιχά από το ΒΗΜΑ)

Πριν από ενάμιση χρόνο, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ξύπνησα τα χαράματα από τον θόρυβο της ντουντούκας του χότζα που καλούσε για την πρωινή προσευχή. Νομίζω ότι τα τελευταία 100 χρόνια από την ύπαρξη του οικισμού μας στο Δροσερό αυτή ήταν η πρώτη φορά που ξυπνήσαμε για να πάμε ως μουσουλμάνοι, λες και αυτό είναι το πρόβλημά μας, να προσευχηθούμε. Αναρωτήθηκα: Τι σημαίνει αυτή η αλλαγή; Ποιος την αποφάσισε χωρίς εμάς; Ποιος ενδιαφέρεται περισσότερο από εμάς να μας μετατρέψει σε θρησκόληπτους μουσουλμάνους; Και τι είδους μουσουλμάνοι υποτίθεται ότι θα πρέπει να γίνουμε;

Από περιέργεια έψαξα και βρήκα: σιίτες, σουνίτες, σούφι, Αχμαντίγια, Ιμπαντί, κοσμικοί ή μη, πού πρέπει να ανήκουμε εμείς; Ποιο από όλα αυτά τα δόγματα επιβάλλεται στο Δροσερό και γιατί; Μήπως για να γίνει, αφού δεν είναι, «αυτό το τουρκικό πράγμα» που έλεγε ο γνωστός πολιτευόμενος καθηγητής του Παντείου; Αυτός και όλοι στην Ελλάδα γνωρίζουν ότι υπάρχουν τσιγγάνοι στη Θράκη. Μια ξεχωριστή ομάδα, με δική της γλώσσα και παραδόσεις, που όλοι οι μη Ρομά κάτοικοι στη Θράκη τούς αναγνωρίζουν και τους ξεχωρίζουν. Τους θεωρούσαν και τους θεωρούν κατώτερους συμπολίτες. Εμείς όμως πάνω από όλα, ακόμη και εναντίον της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας, θέλουμε να ζήσουμε υπό καλύτερες συνθήκες ως έλληνες πολίτες.  

Το Δροσερό είναι ένα αμιγώς τσιγγάνικο χωριό. Λίγοι είναι οι κάτοικοι που έχουν συνάψει γάμο με πρόσωπα που δεν είναι Ρομά. Εχουμε τα δικά μας έθιμα, μιλάμε κυρίως ρομανί μεταξύ μας, μαζί με ελληνικά και τουρκικά. Εχουμε επίσης, θα έλεγα, τη δική μας ξεχωριστή θρησκεία. Βαπτίζουμε τα παιδιά μας στο σπίτι, με τις γιαγιάδες, χωρίς χότζα ή παπά.

Πώς όμως τώρα όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν με έξωθεν επιβολή; Αφού είμαστε κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, γιατί πρέπει σώνει και καλά να δηλώσουμε, όπως ζητήθηκε από ορισμένους κατοίκους το καλοκαίρι, να υπογράψουμε αν είμαστε εθνικά Τούρκοι ή όχι; Δεν μπορούμε απλώς να είμαστε έλληνες τσιγγάνοι, μερικοί χριστιανοί, μερικοί μουσουλμάνοι και μερικοί οτιδήποτε νομίζουν; Είναι αυτό που γίνεται σήμερα στο Δροσερό μία ακόμη προσπάθεια επιβολής ταυτότητας στους τσιγγάνους και κατά συνέπεια μια προσπάθεια βαθύτερου αποκλεισμού μας από την τοπική κοινωνία;

Οι τσιγγάνοι της Θράκης έχουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα που έχουν και οι υπόλοιποι Ρομά στην Ελλάδα: κοινωνικός αποκλεισμός, φτώχεια, αμορφωσιά και ανεργία. Στη Θράκη και στο Δροσερό αυτή την απαράδεκτη κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού κάποιοι δημοτικοί άρχοντες και πολιτευτές της πλειονότητας και της μειονότητας προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για δικό τους όφελος.

Πρόσφατα διάβασα ότι η φονταμενταλιστική ιδεολογία έχει ριζώσει ανάμεσα στους Ρομά στη Βουλγαρία. Η εξήγηση είναι ότι η από δεκαετίες παραμέληση της τσιγγάνικης κοινότητας οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους. Δεν ξέρω αν στο Δροσερό το πρόβλημα έχει επεκταθεί στο ίδιο σημείο. Εκείνο όμως που βλέπω καθημερινά είναι ότι το Δροσερό αλλάζει αρνητικά. Παρεμβαίνουν παράγοντες εκτός οικισμού που χρησιμοποιούν κατοίκους του Δροσερού με διασυνδέσεις με τους τοπικούς άρχοντες ή μη αναγνωρισμένους από το ελληνικό κράτος μουφτήδες για να προωθήσουν τη φονταμενταλιστική ισλαμοποίηση.

Η προσπάθεια της «Ελπίδας», του συλλόγου μας για την εκπαίδευση των παιδιών μας σε κανονικά σχολεία του ελληνικού Δημοσίου και όχι στα μειονοτικά, δηλώνει την αγωνία μας να ζήσουμε και να παύσουμε να είμαστε κάτι ξεχωριστό. Θέλουμε να είμαστε Ελληνες. Να μας συμπεριφέρονται έτσι. Πρώτα λοιπόν μας νοιάζει να αλλάξουμε την καθημερινότητά μας. Μετά θα προσπαθήσουμε, με τη βοήθεια του κράτους, να διατηρήσουμε τη δική μας τσιγγάνικη κουλτούρα και ταυτότητά μας ως ιδιαίτερη ομάδα εντός ή πέραν της μειονότητας.

Στο Δροσερό σήμερα βλέπω στα μικρά κορίτσια που λάμβαναν μέρος στις δραστηριότητες του Συλλόγου μας, καθώς βρίσκονταν εκτός σχολείου, να προσφέρονται 5 ευρώ για να φορούν τη μαντίλα. Ξέρετε τι σημαίνουν 5 ευρώ για ένα παιδί ή μια ολόκληρη οικογένεια που δεν έχει σταθερό εισόδημα; Αυτό δεν είναι που ονομάζεται εξαγορά συνειδήσεων; Βλέπω παιδιά που ο Σύλλογός μας βοήθησε να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους να παρενοχλούν αυτούς που τους βοηθούσαν ως τώρα με σχόλια του τύπου «είμαστε Τούρκοι». Βλέπω αγόρια και άνδρες τσιγγάνους στο Δροσερό με στενές σχέσεις με άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να οδηγούνται στην παράνομη λειτουργία τεμένους στα σπίτια τους, να φορούν τουρμπάνια και να αφήνουν μεγάλες γενειάδες. Αυτή είναι η «Ριζική αναδόμηση του Δροσερού με στοχευμένες δράσεις ανάπτυξης» που προωθούν ο Δήμος Ξάνθης και η κεντρική Ελληνική Πολιτεία;

Η «Ελπίδα» από την ίδρυσή της ως σήμερα έχει υλοποιήσει προγράμματα και έχει απευθυνθεί προς όλα τα υπουργεία και τον Συνήγορο του Πολίτη για να ζητήσει να διευθετηθούν κάποια από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι. Ανέφερα ήδη το ζήτημα της εκπαίδευσης. Για το θέμα της στέγασης που αντιμετωπίζουμε καθημερινά ζητήθηκε να ενταχθεί το Δροσερό στο σχέδιο πόλης της Ξάνθης ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα αλλά αυτό καθυστερεί. Αντί αυτού βλέπουμε τη δημιουργία στο Δροσερό «βακούφικης επιτροπής». Ηταν ποτέ το Δροσερό «βακούφι»;

Δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή στη ζωή των τσιγγάνων αν δεν υπάρξει μακροπρόθεσμη παρέμβαση της Πολιτείας για τα πραγματικά τους προβλήματα και όχι τα δήθεν μειονοτικά. Θέλουμε για πρώτη και τελευταία φορά, όχι με τις ίδιες όπως στο παρελθόν προσκλήσεις για είσοδο στην πολιτική που σκοπό είχαν και έχουν να μας ακυρώσουν, η πρότασή μας, που φαίνεται να συγκινεί τον Πρωθυπουργό, να γίνει πράξη το συντομότερο δυνατόν.

Η κυρία Σαμπιχά Σουλεϊμάν είναι πρόεδρος του Συλλόγου «Ελπίδα» στο Δροσερό Ξάνθης.

πηγή: tovima.gr