Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΣ ΕΚΜΑΥΛΙΣΤΗΣ (του Πέτρου Τατσόπουλου)


Παρουσίαση του Π. Τατσόπουλου του βιβλίου του SERGE RAFFY, Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ. Μετάφραση: Ελένη Τσερεζόλε. Εκδόσεις: ΚΡΙΤΙΚΗ, 2004. Σελίδες: 528.


Για τους περισσότερους από τους συμπατριώτες μας ο Φιντέλ Κάστρο είναι ο πιο διάσημος από τους "γνωστούς άγνωστους" δικτάτορες και ο μόνος που διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τη δημοτικότητά του, παρά τα όσα του προσάπτουν κατά καιρούς. Οφείλουμε λοιπόν να τους προειδοποιήσουμε ευθύς εξαρχής ότι η βιογραφία του γάλλου δημοσιογράφου Σερζ Ραφί θα βάλει σε ισχυρή δοκιμασία τα φιλοκαστρικά τους αισθήματα. Καλύτερα να την αγνοήσουν, αν είναι να την εκσφενδονίσουν πουθενά από τα νεύρα τους. Θα αποφύγουν έτσι και περιττά ατυχήματα.

   Γιατί αλήθεια συμπαθούμε τον Φιντέλ; Τι μας ωθεί να τον ξεχωρίζουμε από τους υπόλοιπους λατινοαμερικάνους τυράννους -τον Σομόζα, φερειπείν, τον Βιντέλα ή τον Πινοσέτ; Ξέρω πως το ερώτημα ηχεί απαράδεκτα αφελές, αν όχι υποβολιμαίο, στα αυτιά όσων θεωρούν τον Κάστρο τον τελευταίο ρομαντικό επαναστάτη. Συνηγορεί και η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη στη χώρα μας που θέλει να πάσχουμε από επιλεκτικό δαλτωνισμό όσον αφορά τα εγκλήματα -να ξεχωρίζουμε με ευκολία τα μαύρα, όχι όμως και τα κόκκινα.

   Ως εκ τούτου, η πρώτη ριπή του Σερζ Ραφί -σε μια χορταστική, πυκνογραμμένη βιογραφία που βρίθει από πυροβολισμούς- δεν μπορεί παρά να έχει ως στόχο την αχρωματοψία μας. Αν μας ενοχλεί η επισήμανση των κακουργημάτων του κόκκινου Φιντέλ, αναμφίβολα μας ανακουφίζει η αποκάλυψη ότι ο Φιντέλ δεν ήταν πάντοτε κόκκινος. Κάποτε μάλιστα, πολύ παλιά, πριν κλείσει τα είκοσι, ήταν ένας γκρίζος εθνικιστής, σχεδόν μαύρος, θαυμαστής του... συμπατριώτη του (η οικογένεια του Φιντέλ κατάγεται από τη Γαλικία, τη βορειοδυτική επαρχία της Ισπανίας) στρατηγού Φράνκο. Ξέρετε ποιος ήταν τότε ροζ, σχεδόν κόκκινος; Κρατηθείτε, παρακαλώ. Ο Φουλχένσιο Μπατίστα, ο κατοπινός "Μίστερ Γιες", ο μελλοντικός δικτάτορας που θα ανατραπεί από τον Κάστρο. Στην κυβέρνηση του Μπατίστα, κατά τη δεκαετία του 1940, μετείχε και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Τότε ο Φιντέλ ήταν σφοδρός αντικομμουνιστής. Όταν ξεκίνησε τον ένοπλο αγώνα εναντίον του Μπατίστα, προς τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες -λέγε με CIA- υποστήριξαν και κάλυψαν τα πρώτα του βήματα. Θα περάσει καιρός προτού οι Γιάνκηδες αντιληφθούν ότι ο Κάστρο αλληθωρίζει προς τη Μόσχα. Μπερδευτήκατε; Καλωσορίσατε στη Λατινική Αμερική. Στο σύμπαν του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Στον λαβύρινθο με τα πολύκλαδα γενεαλογικά δέντρα και τα πολλαπλά κάτοπτρα.

   Πράγματι, ο Φιντέλ Κάστρο δείχνει να έχει βγει από τις σελίδες των "Εκατό Χρόνων Μοναξιάς". Γεννημένος το 1926, ο Φιντέλ (τουτέστιν "πιστός") είναι το ένα από τα εννέα παιδιά του δον Άνχελ Κάστρο, εργάτη γης από τη Γαλικία που στην Κούβα θα προκόψει και θα εξελιχθεί σε... μεγαλογαιοκτήμονα. Ο δον Άνχελ, συντηρητικός και μάλλον "στεγνός" άνθρωπος, θα αγωνιστεί σχεδόν μια εικοσαετία, στην αυστηρά καθολική Κούβα, για να πάρει διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα και να αποκαταστήσει τη δεύτερη, τη μητέρα του Φιντέλ. Δύο από τις θλιβερές παρενέργειες του αργοπορημένου διαζυγίου ήταν ο Φιντέλ να βαπτιστεί στα εννιά του χρόνια και να αναγνωριστεί ως γνήσιο τέκνο του δον Άνχελ στα δεκαεπτά του. Στερημένος από πατρική στοργή -ένα σκληρό νόμισμα που, ενήλικος πια, θα επιστρέψει στον πατέρα του- θα βρει καταφύγιο στον ιησουίτικο ασκητισμό, τον μυστικισμό και την τέχνη της μηχανορραφίας, στο κολέγιο Dolores de Belen, όπου θα περάσει έγκλειστος την εφηβεία του. Από εκείνη την περίοδο χρονολογείται η εμμονή του με ένα εσχατολογικό όραμα σωτηρίας της Κούβας -με τον ίδιο, βεβαίως, στον αναντικατάστατο ρόλο του... σωτήρα- που θα παντρέψει κατόπιν με τον εθνικισμό, τον βοναπαρτισμό (η "18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" του Καρλ Μαρξ, το ιδανικό εγχειρίδιο για κάθε επίδοξο πραξικοπηματία, θα υποδείξει την ακολουθητέα τακτική και στον Κάστρο), τον λενινισμό και τελικά -ω, ναι- τον σταλινισμό. Έναν σταλινισμό που εξακολουθεί να εφαρμόζει απαρέγκλιτα όχι μονάχα κατά τη χρουστσοφική μα ακόμη και κατά την γκορμπατσοφική περίοδο, όταν όλοι περιμένουν πώς και πώς να μαλακώσει. Το 1989, ο στρατηγός Οτσόα, "ήρωας της επανάστασης", καταδικάζεται σε θάνατο μετά την "τελευταία μεγάλη σταλινική δίκη του αιώνα". Δεν είναι όμως και το τελευταίο θύμα του Κάστρο. Αν θέλουμε να το εντοπίσουμε, θα πρέπει να προστρέξουμε στην πρόσφατη ειδησεογραφία. Ο Φιντέλ εξακολουθεί να σκοτώνει.

   Επανερχόμαστε έτσι στο αρχικό ερώτημα. Γιατί τον συμπαθούμε; Ύστερα από εξαντλητική έρευνα, τόσο επιτόπια στην Κούβα -όπου οι πιο πολλές από τις πηγές του παραμένουν ανώνυμες- όσο και μεταξύ των φυγάδων στο Μαϊάμι, ο Σερζ Ραφί αναλαμβάνει να δώσει μια πολυπρισματική απάντηση και δεν διστάζει ενίοτε να εξηγήσει και μια σειρά από "μυστήρια" -όπως η εξαφάνιση του δημοφιλούς επαναστάτη Καμίλο Σιενφουέγος, η εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα ή η δολοφονία του Τζον Κένεντι- που, τυπικά τουλάχιστον, παραμένουν ανοιχτά έως σήμερα. Μπορούμε να διαφωνήσουμε με τα πορίσματα του Ραφί -ιδίως με την "τελεσίδικη" διατύπωση ορισμένων- αλλά δύσκολα μπορούμε να παραβλέψουμε την πληθώρα των μαρτυριών και των τεκμηρίων που παραθέτει. Από αυτά αναδύεται ένας ανάλγητος καιροσκόπος ηγέτης, ιδιαίτερα χαρισματικός, προικισμένος με σπάνια επιτηδειότητα, ικανός να αντλεί οφέλη από τις ήττες του -κάτι που δεν κατάφερε, λόγου χάριν, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς-, όπως και να χειραγωγεί τους συνομιλητές του -από τον πιο ευκολόπιστο δυτικό δημοσιογράφο έως τον Ζαν Πολ Σαρτρ ή τον Ρεζίς Ντεμπρέ-, να τους υπνωτίζει και να τους εκμαυλίζει.

   Χώρια από το ταλέντο του στις διαπροσωπικές σχέσεις -ένα μενού που περιελάμβανε τον εναγκαλισμό μισητών εχθρών και την εξόντωση καρδιακών φίλων- ο Φιντέλ αποδείχτηκε "μανούλα" και στις διακρατικές. Εκμεταλλεύτηκε τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων για την επιβίωσή του, τουλάχιστον στον βαθμό που και οι υπερδυνάμεις τον χρησιμοποίησαν ως ενοχλητική εμπροσθοφυλακή. Σύμφωνα με τον Ραφί, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν να ασχολούνται με την προσωπική του εξόντωση (παραμένει ασύλληπτο από πόσες απόπειρες δολοφονίας γλίτωσε αυτός ο άνθρωπος) ή την ανατροπή του καθεστώτος του, από τη στιγμή που έκριναν ότι "είναι καλύτερο να υπάρχει ένας αδύναμος τύραννος παρά μια χαώδης κατάσταση στα σύνορα της αυτοκρατορίας". Δεν χάνουν πάντως την ευκαιρία από καιρού εις καιρόν να τον ταπεινώνουν, όπως με την απόφαση του Τζορτζ Μπους Τζούνιορ να χρησιμοποιήσει τη βάση του Γκουαντανάμο, επί κουβανικού εδάφους, ως το πρώτο κολαστήριο του νέου αιώνα. Ο κύριος λόγος πάντως που συνεχίζουμε να τον συμπαθούμε, κατά τον Ραφί, είναι επειδή συγχέουμε αυτόν τον μεγαλομανή, υστερικό, γαντζωμένο στην εξουσία του "μάτσο" -απηνή διώκτη, μεταξύ άλλων, των ομοφυλοφίλων -με τον πρόσχαρο, χαλαρό και φιλότιμο μέσα στη φτώχεια του κουβανικό λαό. Ίσως αυτή να είναι και η μέγιστη παρεξήγηση.

------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πέτρος Τατσόπουλος    "Τα Νέα" 23.10.2004   "Το Βιβλίο για τα Βιβλία" (ΟΞΥ 2010)


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΕΡΖ ΡΑΦΙ:

"Το γέλιο δεν αρέσει στον Κάστρο. Θεωρεί αυτή τη δραστηριότητα βαθιά αντεπαναστατική. Το γέλιο είναι όπλο του διαβόλου. Το γέλιο πρέπει να παραμείνει θαμμένο στις κατακόμβες ή, όπως στο ¨Όνομα του Ρόδου¨ του Ουμπέρτο Έκο, μέσα σε απρόσιτα αρχεία. Το γέλιο είναι ένδειξη ζωής. Όμως, ο άνθρωπος που μετέτρεψε την Κούβα σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο, λατρεύει τις δυνάμεις του θανάτου, τους μάρτυρες, τους νεκρούς ήρωες. Μισεί τα φαντάσματα. Και όμως δεν είναι λίγα τα φαντάσματα που παρελαύνουν στο πάνθεον των ¨βασανισθέντων¨: ο Φρανκ Παϊς, ο Καμίλο Σιενφουέγος, ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο Αρνάλντο Οτσόα, ο Τόνυ ντε λα Γκουάρντια, ο Χοσέ Αμπράντες και χιλιάδες άλλοι τουφεκισμένοι, που έπεσαν στο πεδίο της τιμής προς αποκλειστικό όφελος ενός βασιλιά-στρατιώτη, εφευρέτη ενός μοναδικού ημι-φασιστικού ημι-κομμουνιστικού καθεστώτος". 

πηγή: facebook.com