Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Και θά 'ναι μέρα μεσημέρι;




Στις 4 Απριλίου του 1978 ο βουλευτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, Κώστας Λουλές, σε μια απάντησή του στη Βουλή προς τον τότε Υπουργό Άμυνας, Ευάγγελο Αβέρωφ, είπε την φράση: "Η Εθνική Αντίσταση θ' αναγνωριστεί και θά 'ναι ντάλα μεσημέρι".(1) Μέσα στην επόμενη τετραετία, και αφού ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης ήταν ένα από τα πρώτα μέτρα στα οποία προχώρησε η Βουλή των Ελλήνων. (2)

Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, αν και ακόμα προκαλεί κάποιους, ήταν στην εποχή της, μετά δηλαδή από δεκαετίες κοινωνικού διχασμού, πολιτικών διακρίσεων, φακέλλων, και πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, ένα υπερώριμο ζήτημα της σύγχρονης κοινωνίας προς επίλυση. Ήταν δε απολύτως συμβατή με το γενικότερο δυτικοευρωπαϊκό τρόπο σκέψης όσον αφορά στην καταπράυνση των εμφυλίων διχασμών και στο χτίσιμο μιας νέας ευρωπαϊκής κοινωνίας, απαλλαγμένης από τέτοιου είδους βαρίδια.   Κατά κάποιο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν η νέα τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου που προκάλεσε την ανάγκη για αυτή  τη θεσμοθέτηση, αλλά η ανικανότητα και η οπισθοδρομική προσκόλληση των προηγουμένων κυβερνήσεων, οι οποίες αποδείχθηκαν ανίκανες να προωθήσουν παρόμοια ζητήματα, έτσι ώστε να πλησιάσει η χώρα μας το επίπεδο εθνικής συμφιλίωσης που είχε επιτευχθεί στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. (3)

Σήμερα, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, η χώρα μας ζει μια παρόμοια κατάσταση, όσον αφορά τώρα όμως στο βαθμό διείσδυσης και στον όγκο επιρροής τής κατά το σύνταγμα κυριαρχούσας θρησκείας, δηλαδή της Χριστιανικής Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, στα πολιτειακά ζητήματα, και ιδιαίτερα, τον ομολογιακό χαρακτήρα με τον οποίο αυτή επιβαρύνει το εκπαιδευτικό ζήτημα της χώρας.

Δε χωρά αμφιβολία ότι πρόκειται περί ενός σαφούς αναχρονισμού, μιας κηλίδας που στιγματίζει τη χώρα μας μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο αυτή επιθυμεί να τοποθετεί τον εαυτό της. Μια κλεφτή μάτια στη σχέση της θρησκείας και της εκκλησίας με τις θεσμικές δραστηριότητες της πολιτείας, εκπαιδευτικές και οποιεσδήποτε άλλες, του υπόλοιπου δυτικού κόσμου, ευρωπαϊκού και υπερατλαντικού είναι παραπάνω από αρκετή για να καταδείξει το μέγεθος του κενού που χωρίζει την Ελλάδα από αυτές.

Οι ομοιότητες των δυο καταστάσεων δε σταματούν όμως εδώ. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην περίπτωση της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης, έχουν προηγηθεί κυβερνήσεις οι οποίες αρνήθηκαν πεισματικά να κοιτάξουν κατάματα το πρόβλημα και να ηγηθούν έμπρακτα σε μια προσπάθεια αποκατάστασης αυτής της ανισορροπίας, αναλογιζόμενες από τη μια το βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος που θα συσσωρευόταν κατά τους, και από την άλλη τα συμπλεγματικά τους ιδεολογικά σύνδρομα σε σχέση με την πρόσφατη Ελληνική ιστορία.

Και τότε και τώρα η Ελληνική κοινωνία ήταν και είναι κατακόρυφα διχασμένη υπέρ ή κατά, με μεγάλα τμήματά της εκατέρωθεν να οδηγούνται σε ακραίες θέσεις, εμποδίζοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο την υπέρβαση και την αποδοχή του δικαιώματος της αντίθετης άποψης και οπτικής γωνίας.

Ζητήματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί, και στον υπόλοιπο κόσμο έχουν επιλυθεί ορθολογικά και σε πνεύμα πολιτικού φιλελευθερισμού, στη χώρα μας αναστέλλονται εφ’ όσον δεν εμπίπτουν  στην αυστηρή ατζέντα της νικήτριας παράταξης. Με ένα καθαρά αντιδιαμετρικό τρόπο επίσης, ζητήματα εκβιάζονται προς εφαρμογή εφ’ όσον ανήκουν στην ατζέντα της νικήτριας παράταξης.

Ο διαχωρισμός της ομολογιακής πίστης της Χριστιανικής Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι και αυτό ένα ζήτημα το οποίο έπρεπε εδώ και δεκαετίες να είχε εφαρμοσθεί από μια χώρα που θέλει να συγκαταλέγει τον εαυτό της στην ευρωπαϊκή πολιτισμική πρωτοπορία. Η ιστορία το έφερε να προωθηθεί θεσμικά από μια αριστερή (?) κυβέρνηση. Και μάλιστα, κατά τη γνωστή ρήση, με έναν φαρσικό τρόπο, ως επανάληψη.

Αναμφισβήτητα η πολιτική της συγκεκριμένης κυβέρνησης πρέπει να εκτιμηθεί συνολικά. Αυτή η εκτίμηση είναι τραγική δυστυχώς. Ακόμα πιο αναμφισβήτητα η πολιτική του συγκεκριμένου Υπουργείου Παιδείας πρέπει να εκτιμηθεί συνολικά. Και αυτή η εκτίμηση δεν υστερεί σε τραγικότητα. Εν κατακλείδι η θεσμοθέτηση αυτή όπως επιχειρείται φαίνεται να κινείται μόνο εξ αδρανείας. Ο διαχωρισμός δηλαδή κράτους και εκκλησίας ανήκει σε ένα από τα ζητήματα που η αριστερά αναδεικνύει κυρίαρχα και έχει σημαία της. Το κακό είναι όμως ότι, κάθε φορά που ιστορικά έχει αναλάβει να κάνει κάτι τέτοιο η αριστερά, οι συνέπειες είναι από προβληματικές έως και τραγικές.

Δεν της αναλογεί όμως το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Και αυτό διότι, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, η ευθύνη ανήκει κυρίως σε αυτούς που προηγήθηκαν αλλά αποδείχθηκαν πολύ λίγοι. Δεν είναι έργο οπωσδήποτε της αριστεράς η απαγκίστρωση του εκπαιδευτικού συστήματος από τους σφιγκτήρες της εκκλησίας. Είναι έργο μια σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατικής διακυβέρνησης. Μιας διακυβέρνησης από δεξιούς, ή από σοσιαλδημοκράτες ή από οτιδήποτε άλλο, αλλά οπωσδήποτε θιασώτες του σύγχρονου τρόπου ελεύθερης σκέψης. Κάτι που στην Ελλάδα βρίσκεται συνολικά σε έλλειψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι διαχωρισμός της εκκλησίας από την εκπαίδευση δεν είναι το μοναδικό μέτρο το οποίο θα έπρεπε να είχε ληφθεί από άλλη, προηγούμενη, κυβέρνηση, και όχι από την νυν ΠΦΑ κυβέρνησή μας. Εκτός από τα ζητήματα ιθαγένειας, σύμφωνου συμβίωσης τα οποία μου έρχονται τώρα στο μυαλό και έχουν περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα, η κυβέρνηση Τσίπρα προχωρά, πάντα κατ΄ αυστηρή επιταγή της τρόικας, και σε οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όπως οι ιδιωτικοποίησεις, βελτιστοποίηση τυπικών και νομικών ζητημάτων επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, ελεύθερου εμπορίου (φαρμακεία) κλπ. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι εξ αρχής κακώς αφέθηκαν αυτά τα ζητήματα να επιληφθούν από αυτήν την κυβέρνηση. Είναι οι προηγούμενες κυβερνήσεις που θα έπρεπε να είχαν δράσει, ώστε να μη δώσουν χώρο τώρα σε αυτήν την κυβέρνηση να τα υλοποιήσει με το δικό της ανορθόδοξο, ερασιτεχνικό και επικίνδυνο τρόπο. 

Ας μην ανησυχούν όμως οι θεσμοφύλακες των ιερών και των οσίων της φυλής όσον αφορά στο διαχωρισμό της εκπαίδευσης από την εκκλησία. Κάτι η αντίδραση εντός του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι εντός της κυβέρνησης από τους ΑΝΕΛ, κάτι του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο μερικές φορές σε κάνει να αναρωτιέσαι αν από τους ΑΝΕΛ το χωρίζουν ιδεολογικά ή άλλου είδους όρια, μικροκομματικής φύσης, κάτι όλα αυτά λοιπόν, το όλο θέμα θα ξεφουσκώσει , και ο Υπουργός κ. Φίλης θα αναγκαστεί σε αναδίπλωση.

Δυστυχώς οι ομοιότητες με το προηγούμενο παράδειγμα σταματούν κάπου εδώ. Σίγουρα θα είναι μέρα μεσημέρι, αλλά, πολύ φοβάμαι, ότι δε θα είναι μέρα αυτής της κυβέρνησης. Τουλάχιστον όχι όσο η πλειονότητα του Ελληνικού λαού θεωρεί το «φεγγαράκι μου λαμπρό» βασικό ιδεολογικό πυλώνα της εκπαίδευσης, και τα ελληνικά πλειοψηφικά αστικοδημοκρατικά κόμματα τη σιγοντάρουν.

Αναφορές:
(3) Πρέπει να σημειώσουμε νομίζω ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης λειτούργησε ως φυσικός συνεχιστής του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην επίσης σωστή για την εποχή της απόφαση της προώθησης της νομιμοποίησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος με σκοπό τον εθνικό συμβιβασμό και την αποεμφυλιοποίηση της πολιτικής ζωής.