Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Τι πρέπει να κάνουμε για την ανισότητα; (του Ricardo Hausmann)

Η ανισότητα είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών φαινομένων. Μερικά από αυτά θα πρέπει να αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος πολιτικής, ενώ άλλα όχι. Κύριο πρόβλημά μου είναι η ανισότητα που προκύπτει από τις διαφορές στην παραγωγικότητα, δηλαδή διαφορές στην παραγωγικότητα μεταξύ των περιφερειών, μεταξύ των πόλεων, εντός των πόλεων και μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο εισόδημα μεταξύ των χωρών του κόσμου: Οι πλουσιότερες χώρες είναι κατά κεφαλήν 200-300 φορές πιο πλούσιες από ό,τι οι φτωχότερες χώρες. Αυτή είναι η ανισότητα σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό προκαλείται κυρίως από τις διαφορές στην παραγωγικότητα. Δεν είναι επειδή υπάρχει μια παγκόσμια πίτα και δεν είναι ισομερώς κατανεμημένη μεταξύ των πλούσιων χωρών και των φτωχών χωρών. Αυτές οι χώρες είναι απλά ανεξάρτητες μεταξύ τους πίτες ριζικά διαφορετικού μεγέθους. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος της ανισότητας μεταξύ των χωρών είναι η ανισότητα στην παραγωγικότητα.

Η έρευνά μας έχει αποκαλύψει ότι στον αναπτυσσόμενο κόσμο, υπάρχουν τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα στο εσωτερικό των χωρών, μεταξύ των διαφόρων περιφερειών τους. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, η πλουσιότερη πολιτεία, η οποία είναι πιθανώς το Κονέκτικατ, είναι περίπου δύο φορές πιο πλούσια από το φτωχότερο κράτος, το οποίο είναι ή το Μισισίπι ή η Δυτική Βιρτζίνια. Στο Μεξικό, το Τσιάπας είναι εννέα φορές πλουσιότερο του Νουέβο Λεόν. Παρόμοιες διαφορές υπάρχουν μεταξύ των πολιτειών της Ινδίας, Μπιχάρ και Γκόα, ή μεταξύ των πόλεων της, Πάτνα και Μπανγκαλόρ. Αυτές οι διαφορές στο εισόδημα είναι κυρίως διαφορές στην παραγωγικότητα. Δεν είναι το αποτέλεσμα του τι μερίδιο της πίτας πηγαίνει στο κεφάλαιο και τι στην εργασία. Είναι οι διαφορές στα μεγέθη της πίτας.

Έτσι, υπάρχουν αυτές οι τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα που κάνουν τα παραγωγικά μέρη πλούσια και τα μη παραγωγικά φτωχά. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν αξιοποιούνται. Εξαιρούνται από τις δραστηριότητες της υψηλότερης παραγωγικότητας. Δεν είναι ότι οι καπιταλιστές τους παίρνουν ένα πολύ μεγάλο μερίδιο από αυτό που παράγουν. Είναι απλά ότι εξ αρχής παράγουν πολύ λίγο.

Πολλοί από εκείνους που ανησυχούν για την ανισότητα κατηγορούν τον καπιταλισμό γι αυτό. Ακόμα και ο Πάπας Φραγκίσκος έχει καλύψει το θέμα κατά αυτόν τον τρόπο. Τώρα, ας ορίσουμε τον καπιταλισμό με τον τρόπο που το έκανε κι ο Καρλ Μαρξ. Είναι ένας τρόπος παραγωγής όπου κάποιοι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα παραγωγής και άλλοι εργάζονται ως μισθωτοί για αυτούς. Αλλά αν ισχύει αυτό, ο καπιταλισμός προσλαμβάνει 8 στους 9 εργαζομένους στις ΗΠΑ, 2 στους 3 σε Νουέβο Λεόν, 1 στους 7 στην Τσιάπας και 1 στους 19 στην Ινδία. Τα μέρη όπου το περισσότερο από το εργατικό δυναμικό δουλεύει για καπιταλιστικές εταιρείες είναι πιο πλούσια, διότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις επιτρέπουν πολύ υψηλότερη παραγωγικότητα.


Τα φτωχά μέρη χαρακτηρίζονται από την απουσία καπιταλιστικών επιχειρήσεων και από την αυτοαπασχόληση Την απασχόληση δηλαδή μικρών σε οικονομικό μέγεθος αγροτών ή αγροκτηματιών και ιδιοκτητών μικρών καταστημάτων. Σε αυτές τις παραγωγικές ρυθμίσεις, δεν υπάρχουν μισθοί, δεν υπάρχει καμία εργασιακή σχέση. Δεν υπάρχουν συντάξεις. Δεν υπάρχει καμία ασφάλιση ανεργίας. Τα στολίδια της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας δεν υπάρχουν.

Ενώ ο Μαρξ πίστευε ότι ο καπιταλισμός, ως μια μορφή οργάνωσης της παραγωγής, θα καταλάβει τον κόσμο, είναι οι φτωχές χώρες και περιοχές που χαρακτηρίζονται από την απουσία του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής μορφές παραγωγής.

Έτσι, το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι γιατί ο καπιταλισμός δεν επέτυχε σε αυτές τις περιοχές, αφήνοντας τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα μεταξύ των τόπων όπου πέτυχε και τους τόπους όπου δεν πέτυχε. Η απάντηση που έχουμε βρει είναι ότι η σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει την ταυτόχρονη πρόσβαση σε πολλές διαφορετικές εισροές διοχέτευσης πόρων.

Για παράδειγμα, ας ρίξουμε μια ματιά στο Harvard Kennedy School. Για να λειτουργήσει, χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα και πρόσβαση στο Internet. Χρειάζεται ένα αστικό σύστημα μεταφοράς για να είναι σε θέση να πάνε στη δουλειά οι διαφόρων ειδικοτήτων εργαζόμενοι σε αυτό. Χρειάζεται τη δυνατότητα να προσλάβει διδακτικό προσωπικό με πολύ διαφορετικά ταλέντα, έτσι ώστε να παράγουν ό,τι παράγουμε στη σχολή. Η έλλειψη οποιασδήποτε από αυτές τις εισροές θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Την ημέρα τα φώτα θα σβήσουν, το σχολείο δεν θα μπορεί να λειτουργήσει. Τη μέρα που το Διαδίκτυο θα βγει εκτός, η παραγωγικότητά μας θα υποφέρει: Οι μαθητές δεν θα ξέρουν τι να διαβάσουν και για ποιους μαθήματα, ποια γεγονότα να παρακολουθήσουν, και δεν θα είναι σε θέση να κάνουν οποιαδήποτε έρευνα.

Έτσι, η πρόσβαση σε όλες αυτές τις εισροές είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η παραγωγικότητα. Η απουσία οποιασδήποτε από αυτές τις εισροές έχει καταστροφικές συνέπειες. Έτσι, αυτό το χαρακτηριστικό της σύγχρονης παραγωγής σημαίνει ότι για να είναι παραγωγικά τα διάφορα, πρέπει να έχουν τα πάντα.

Οι προϋποθέσεις για υψηλή παραγωγικότητα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν παντού, αλλά πολύ πιο εύκολο να επιτευχθούν σε λίγα μέρη. Έτσι, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα μεταξύ του να συγκεντρώνουν όλες τις εισροές πόρων σε μερικά σημεία, και στη συνέχεια να πάρουν τα οφέλη αυτής της συγκέντρωσης, χρησιμοποιώντας για να άρουν την ανισότητα μεταξύ των περιοχών αυτών και της υπόλοιπης χώρας, ή του να προσπαθούν να είναι πολύ δημοκρατικοί όσον αφορά στην κατανομή των διαθέσιμων πόρων, ας πούμε, ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιους τόπους, δρόμους σε άλλους τόπους και πρόσβαση στο διαδίκτυο σε ορισμένες άλλες περιοχές. Στη συνέχεια, κανένα μέρος δεν τα έχει όλα και αν δεν υπάρχει μέρος που να έχει τα πάντα, η σύγχρονη παραγωγή καθίσταται αδύνατη παντού.

Νομίζω ότι η βαθιά αιτία για αυτό το δίλημμα, είναι η παρουσία αυξανομένων αποδόσεων στις εισροές πόρων. Τι εννοούμε με αυτό; Απλά ότι η διάρθρωση του κόστους των εισροών συνεπάγεται κάποιο σταθερό κόστος και στη συνέχεια κάποια μεταβλητά κόστη. Σκεφτείτε κάθε φορά που συνδέετε ένα σπίτι με το δίκτυο ύδρευσης, το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, στο δίκτυο των αστικών συγκοινωνιών, το οδικό δίκτυο, το δίκτυο εκπαιδευτικό σύστημα, την αγορά εργασίας, ή το τραπεζικό σύστημα. Όλα αυτά απαιτούν κάποιον να πληρώσει ένα σταθερό κόστος της σύνδεσης. Το πάγιο κόστος μπορεί να είναι το σύρμα από χαλκό ή τους σωλήνες ή το δρόμο που ενώνεται το σπίτι σας σε αυτά τα δίκτυα, το λεωφορείο της γραμμής που περνά από το σπίτι σας, η δυνατότητα πρόσβασης σε μια αγορά εργασίας ώστε να μπορείτε να πάτε στη δουλειά σας και να γυρίσετε πίσω στο σπίτι το βράδυ. Αυτά τα σταθερά κόστη είναι ανεξάρτητα από το αν ένα νοικοκυριό πρόκειται να καταναλώσει 100 κιλοβάτ, 1000 κιλοβάτ, ή 5000 κιλοβάτ της ηλεκτρικής ενέργειας, ή αν πρόκειται να καταναλώσει 10 λίτρα νερό, 50 λίτρα ή 1000 λίτρα νερού.

Στη συνέχεια, υπάρχει ένα μεταβλητό κόστος. Αυτό εξαρτάται από το πόσα κιλοβάτ θα καταναλωθούν ή πόσο νερό καταναλώνεται. Αλλά πρώτα θα πρέπει συνδέσουμε το καλώδιο ή τους σωλήνες ή να φτιάξουμε το δρόμο.

Αυτά τα σταθερά κόστη δημιουργούν αυξανόμενες αποδόσεις επειδή όσο περισσότερο θα καταναλώσει κάποιος, τόσο φθηνότερο θα είναι το συνολικό κόστος ανά μονάδα. Το να πληρωθούν αυτά τα σταθερά κόστη είναι πονοκέφαλος γιατί αν κάποιος αναμένεται να είναι φτωχός, κανείς δεν θέλει να του ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό, επειδή το σταθερό κόστος για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού, δεν πρόκειται να καλυφθεί μέσα από τα λίγα χρήματα ή τις λίγες συναλλαγές που ένα φτωχό άτομο πρόκειται να κάνει. Έτσι, οι τράπεζες αποφασίζουν να μην περιλαμβάνουν τους φτωχούς στο σχεδιασμό τους. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες υπηρεσίες: Αν πρόκειται να καταναλώσετε πολύ λίγα κιλοβάτ ή κιλομπάιτ, δεν συμφέρει να συνδεθείτε και αν ο αναμενόμενος μισθός σας είναι χαμηλός σε σχέση με μια διαδρομή του λεωφορείου, δεν συμφέρει να πάτε με συγκοινωνία στην εργασία σας. Κατά συνέπεια, αυτό δημιουργεί μια παγίδα στην οποία δεν συνδέουν τους ανθρώπους επειδή είναι φτωχοί, και επειδή δεν είναι συνδεδεμένοι, είναι αντιπαραγωγικοί και ως εκ τούτου φτωχοί.

Αυτό είναι ένα θεμελιώδες δίλημμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της ανισότητας και νομίζω ότι είναι ένα θέμα που δεν έχει επαρκώς τονιστεί.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες λύσεων για το πρόβλημα αυτό. Η πρώτη είναι ότι ορισμένες τεχνολογικές καινοτομίες θα μπορούσαν να μειώσουν αυτά τα πάγια έξοδα και εάν το σταθερό κόστος μειώνεται, περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να συμπεριληφθούν. Για παράδειγμα, στην Ινδία σήμερα, η διείσδυση του κινητού τηλέφωνου είναι πάνω από 80%. Στο σταθερό η διείσδυση είναι αντιθέτως 2%. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Όχι επειδή τα σταθερά είναι πιο πρόσφατη τεχνολογία που δεν είχε το χρόνο να διαχυθεί. Είναι επειδή το σταθερό κόστος σύνδεσης ενός σπιτιού στο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας είναι πολύ υψηλότερο από το σταθερό κόστος αγοράς ενός κινητού τηλεφώνου. Ως εκ τούτου, η τεχνολογία “κινητό τηλέφωνο” διαχέεται με την ταχύτητα του φωτός, ενώ τα σταθερά δεν είναι διαδεδομένα. Στην πραγματικότητα, τα κινητά τηλέφωνα έχουν μεγαλύτερη διείσδυση από το δίκτυο ύδρευσης, το οποίο καλύπτει λιγότερο από το 50% του πληθυσμού. Έτσι οι τεχνολογίες διαχέονται όταν το πάγιο κόστος είναι χαμηλό και αν μπορούν να εφευρεθούν τεχνολογίες που θα μειώνουν αυτές τις πάγιες δαπάνες, διευκολύνεται η διάχυση.

Η μείωση του σταθερού κόστους ήταν επίσης η ιδέα πίσω από το μικροδανεισμό. Οι παραδοσιακές τράπεζες δεν δίνουν μικρά δάνεια, διότι το σταθερό κόστος της επεξεργασίας τους είναι πολύ υψηλό και θα απαιτήσει δυσβάσταχτα επιτόκια. Έτσι, αποκλείουν τους πελάτες που θα χρειαζόντουσαν ένα μικρό δάνειο, κυρίως τους φτωχούς. Οι καινοτομίες στον τομέα των μικροδανείων είναι όλες σχετικές με τη μείωση του εν λόγω πάγιου κόστους δανεισμού, μέσω ιδεών όπως ο ομαδικός δανεισμός. Το mobile banking θα μπορούσε να μας επιτρέψει να μειώσουμε κι άλλο αυτές τις πάγιες δαπάνες.

Η εναλλακτική λύση για μια τεχνολογική λύση είναι να έχουμε μια πολιτική που μοιράζει το σταθερό κόστος. Ένα καλό παράδειγμα προέρχεται από τις ΗΠΑ. Το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο το 1775, ένα χρόνο πριν από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ταχυδρομείο των ΗΠΑ. Αποφάσισαν να βάλουν ένα ταχυδρομείο σε κάθε ενσωματωμένη πόλη στις ΗΠΑ. Το ταχυδρομικό σύστημα ήταν το Διαδίκτυο της εποχής του. Αποφάσισαν να πληρώσουν συλλογικά για το εν λόγω σύστημα και να έχουν μια ελάχιστη χρέωση, έτσι ώστε κάθε τόπος στο εσωτερικό της χώρας θα μπορούσε να επικοινωνεί με οποιονδήποτε άλλο τόπο στο εσωτερικό της. Αυτό είναι ένα παράδειγμα διαμοιρασμού του σταθερού κόστους. Εάν δεν είχε σχεδιαστεί με αυτόν τον τρόπο, οι μικρές ή φτωχές περιοχές θα είχαν αποκλειστεί και όλοι οι άλλοι θα είχαν χάσει την ευκαιρία να επικοινωνήσουν μαζί τους. Μπορούμε να παραφράσουμε την πολιτική ως λέγοντας: “Θέλουμε ένα δίκτυο όπου όλοι είναι συνδεδεμένο και θα χρησιμοποιήσουμε την πολιτική για να σιγουρέψουμε ότι αυτό θα γίνει”

Έτσι, η πολιτική μπορεί να είναι πολύ σημαντική για τον καθορισμό της οικουμενικότητας της πρόσβασης σε ορισμένες εισροές. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να έχουμε μια σοβαρή συζήτηση για το ποιές είναι αυτές οι εισροές που πρέπει να προσπελαστούν καθολικά και ποιά είναι η λογική στρατηγική για να φτάσουμε εκεί.

πηγή: growthlab.cid.harvard.edu  σε απόδοση στα Ελληνικά από εμένα