Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθανάσιος Παπανδρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθανάσιος Παπανδρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Οι νέοι νόμοι της οικονομίας στην Ελλάδα (του Αθανάσιου Παπανδρόπουλου από το European Business Review)

Όλες οι παραδοσιακές βεβαιότητες καταρρέουν και, ενώ ο καπιταλισμός δείχνει μία βαθύτατη μετάλλαξη, στην χώρα μας κάποιοι οραματίζονται επιστροφή στον 19ο αιώνα 


Το αρειμάνιο στυλ του παντογνώστη, εκτός Ελλάδος έχουν αρχίσει να το χάνουν. Είναι αρκετά ξύπνιοι και ψάχνονται. Οι «πολλά βαρείς» Κρούγκμαν, Στίγκλιτς, Ρουμπίνι και λοιποί Πικεττί καταλαβαίνουν ότι κάποια πράγματα αλλάζουν. Προς τα πού, όμως; Ιδού το ερώτημα, θα έλεγε ο συγγραφέας του «Οθέλλου». Ωστόσο, στην καθ’ ημάς Ανατολή όλα αυτά δεν ισχύουν. Η έξοδος από τα κατασκότεινα υπόγεια του χυδαιοποιημένου μαρξισμού και του επίπεδου κεϋνσιανισμού είναι πολύ δύσκολη για τους εγχώριους φορείς της πολιτικής και οικονομικής μπαρουφολογίας. Και όμως, γυρίζει, θα έλεγε ο Γαλιλαίος…

Ο καθηγητής Ζαν Πισανί Φερρύ, πρόεδρος της Λέσχης France Strategie –που είναι και ο κύριος σύμβουλος του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ– είναι ξεκάθαρος: «Έχουμε να κάνουμε με πρόωρες, πολύπλοκες και ως εκ τούτου δυσεπίλυτες καταστάσεις. Η παγκόσμια οικονομία βιώνει ανατροπές που ξεφεύγουν από τα γνωστά αντιληπτικά όρια. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την ευρωζώνη», μάς λέει ο Ζαν Πιζανί Φερρύ και δεν κρύβει τον προβληματισμό του.

Το ίδιο συμβαίνει και με την κυρία Κατρίν Μαν, επικεφαλής των οικονομολόγων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), που βλέπει πολλούς μηχανισμούς να καταρρέουν και κάποιους οικονομικούς νόμους να μην λειτουργούν. Αναρωτιέται, έτσι: Γιατί η πτώση της ανεργίας σε Αμερική και Ηνωμένο Βασίλειο, την στιγμή που πλησιάζει την πλήρη απασχόληση, δεν οδηγεί και σε άνοδο των αμοιβών της εργασίας; Γιατί τα μηδενικά επιτόκια που ισχύουν στον δυτικό κόσμο δεν συνεπάγονται άνοδο των επενδύσεων; Γιατί οι υποτιμήσεις νομισμάτων δεν τονώνουν τις εξαγωγές; Πώς γίνεται και η πτώση της τιμής του πετρελαίου δεν μεταφράζεται σε ανάπτυξη στις καταναλώτριες χώρες;

Η παγίδα της στασιμότητας

Ο Λώρενς Σάμμερς δεν μοιάζει καθόλου με προφήτη που προαναγγέλλει καταστροφές. Όμως, σε πρόσφατο άρθρο του στο μηνιαίο περιοδικό Φόρρεϊν Αφφαίρς, τονίζει ότι οι αναπτυγμένες χώρες βρίσκονται ήδη στην «παγίδα της στασιμότητας». Υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον και παλαιός γενικός διευθυντής του Χάρβαρντ, ο Λ.Σάμμερς προβλέπει ότι οι παλαιοί ρυθμοί ανάπτυξης μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 μπήκαν για καλά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας –ακόμα και στις ΗΠΑ, χώρα που απεξαρτοποιείται από το πετρέλαιο. Κατά την εκτίμησή του, βασική αιτία αυτής της στασιμότητας είναι η ασθενική παγκόσμια ζήτηση σε αγαθά και υπηρεσίες, η οποία οφείλεται σε μία πολύ σοβαρή ανισορροπία: μία υπερβάλλουσα αποταμίευση, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, τροφοδοτεί την πτώση των διεθνών επενδύσεων και άρα προκαλεί άνοδο της αβεβαιότητας. 

Από την πλευρά του, ο διάσημος στην χώρα του οικονομολόγος και καθηγητής, Ρόμπερτ Γκόρντον, επισημαίνει ότι στην έλλειψη επενδύσεων έρχονται να προστεθούν και οι μειώσεις των ρυθμών ανόδου της παραγωγικότητας, παρά την πολυφημισμένη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση –αυτήν της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιοποίησης. «Η παραγωγή smartphones και άλλων iPod δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις με εφευρέσεις όπως αυτές του αυτοκινήτου, του ασανσέρ, των υπερηχητικών αεροπλάνων και της οικιακής τουαλέτας», τονίζει ο Αμερικανός καθηγητής και συγγραφέας.

Ο Γάλλος οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν επισημαίνει ότι, στην παρούσα φάση, η στασιμότητα τροφοδοτείται και από την μειωμένη μεγέθυνση στις περίφημες χώρες BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), οι οποίες αντιμετωπίζουν σοβαρότατα διαρθρωτικά και πολιτικά προβλήματα και πλέον δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη ούτε στους δικούς τους πολίτες. «Οι πληθυσμοί στις χώρες αυτές αποταμιεύουν, κατά το δυτικό πρότυπο, περισσότερα απ’ ό,τι καταναλώνουν. Στην Κίνα, το ποσοστό αποταμίευσης σε σχέση με το ΑΕΠ είναι το υψηλότερο στον κόσμο και εγγίζει το 23%. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε χώρες όπως η Τουρκία, το Βιετνάμ, το Μεξικό, η Μαλαισία, η Ταϋλάνδη, η Ινδονησία και η Νότιος Αφρική», μάς είπε ο Γάλλος οικονομολόγος και καθηγητής.

Ο ανύπαρκτος πληθωρισμός

Όταν το 1979 ο Πωλ Βόλκερ αναλάμβανε την ηγεσία της Fed, είχε μία ισχυρή εντολή. Έπρεπε να καταπολεμήσει τον υψηλό πληθωρισμό, που υπονόμευε την αμερικανική οικονομία. Εκείνη την χρονιά ο πληθωρισμός έφθανε στο 13%, με τάση ανοδική. Έτσι, ο νέος επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας ανέβαζε τα επιτόκια με τα οποία η Fed δάνειζε τις τράπεζες. Το 1981, τα τελευταία έφθαναν στο 19%! 

Τρεις και πλέον δεκαετίες αργότερα, οι κεντρικές τράπεζες αναζητούν τον χαμένο πληθωρισμό. Παρά τα ιλιγγιώδη δισεκατομμύρια που έρριξαν στο χρηματοοικονομικό σύστημα, οι τιμές παραμένουν καθηλωμένες. Φταίει η πτώση της τιμής του πετρελαίου, λένε κάποιοι ειδικοί. Μερικώς, είναι η απάντηση του Ινστιτούτου Μπρύγκελ στις Βρυξέλλες. Ακόμα και αν οι τιμές του πετρελαίου και των νωπών προϊόντων βγουν από τους τιμάριθμους, ο πληθωρισμός δεν ξεπερνά το 2%, δηλαδή μηδαμινός. Κατά συνέπεια, η ανυπαρξία πληθωρισμού δεν διαβρώνει τα δημόσια χρέη και αυτό είναι πρόβλημα –και μάλιστα σοβαρό, καθ’ όσον στην αντίπερα όχθη προβάλλει το «τέρας» του αντιπληθωρισμού, που ως γνωστόν ευνοεί τους φαύλους αντιαναπτυξιακούς κύκλους.

Αυτό είναι ένα πρόβλημα για τον Μάριο Ντράγκι, το αφεντικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που, παρά τις ποσοτικές χαλαρώσεις που εφαρμόζει, η ανάπτυξη παραμένει στο συρτάρι. Σε σημείο τέτοιο που, όπως μάς ομολόγησε στενός συνεργάτης του, ο Ευρωπαίος κεντρικός τραπεζίτης ξαναδιαβάσει την θεωρία του μονεταριστή Μίλτον Φρήντμαν, την περίφημη «Helicopter Money». Μία θεωρία που λέει ότι σε φάσεις αποπληθωρισμού, για να τονωθεί η ζήτηση, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να ρίχνει λεφτά με το τσουβάλι στο καταναλωτικό κοινό για να ανεβάσει την ψυχολογία και την ζήτηση.

Είναι εφικτό κάτι τέτοιο στην ευρωζώνη; Ασφαλώς –και με ξεχωριστό σημείωμά μας θα εξηγήσουμε πώς. Τονίζουμε, ωστόσο, ότι αν αυτό συμβεί η Ελλάδα θα είναι εκτός.

«Όταν το 1998 ξεκίνησα την καρριέρα μου ως κεντρικός τραπεζίτης, η προοπτική υπάρξεως μηδενικών επιτοκίων ήταν εντελώς θεωρητική και απλώς υπήρχε ως αναφορά στα διάφορα συγγράμματα», τονίζει ο Κριστιάν Νουαγιέ, πρώην διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και τραπεζίτης που γνωρίζει πολύ καλά τους μηχανισμούς του ευρώ. Σήμερα ομολογεί ότι πολλά από αυτά που διδάχθηκε στην θεωρία στην πράξη ανατρέπονται –«γεγονός που δεν προσφέρεται σε υπεραπλουστεύσεις», τονίζει. Υπό αυτή την έννοια, προβληματίζεται με τις σημερινές πρακτικές των κεντρικών τραπεζών να «ρίχνουν συνεχώς χρήμα στις αγορές» και υπογραμμίζει ότι «όσο φθηνότερο γίνεται το νόμισμα, τόσο περισσότερες βλακείες μπορεί να κάνει αυτός που το αξιοποιεί».

Από την άποψη αυτή, ο Κριστιάν Νουαγιέ δεν έχει άδικο. Γιατί πίσω από τα λόγια του υπάρχουν κάποια νούμερα που μόνον ίλιγγο προκαλούν. Τα έξι τελευταία χρόνια, οι κεντρικοί τραπεζίτες έρριξαν εμμέσως στην παγκόσμια αγορά 2 τρισεκατομμύρια δολλάρια, με μηδαμινά αποτελέσματα. Ο πληθωρισμός παραμένει στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, η παραγωγικότητα υπολείπεται αισθητά των προσδοκιών και η ανάπτυξη μετά βίας εγγίζει το 1,8%. Αντιθέτως, τα χρηματιστήρια ανέβηκαν +73% στην Νέα Υόρκη και +92% στο Τόκυο. Παράλληλα, στο Λονδίνο οι τιμές των ακινήτων είναι κάτι παραπάνω από παρανοϊκές.

«Αν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί, οι κεντρικοί τραπεζίτες, από αποτελεσματικοί πυροσβέστες την περίοδο 2008-2010, θα έχουν εξελιχθεί σήμερα σε επικίνδυνους πυρομανείς. Διότι προετοιμάζουν την νέα κρίση, που χωρίς καμμία αμφιβολία θα είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Κατά κύριο δε λόγο, ενδέχεται να έχει και πολύ δυσάρεστες πολιτικές προεκτάσεις», γράφει σε άρθρο του ο Πατρίκ Αρτούς, επικεφαλής οικονομικών ερευνών στην γαλλική τράπεζα Natixis.

Παρόλα αυτά, η κρίση μπορεί να αποφευχθεί. Κατά τον νομπελίστα οικονομολόγο, καθηγητή Μάϊκλ Σπενς, στο μέτρο που η παγκόσμια οικονομία μετασχηματίζεται, είναι ζωτική ανάγκη η απελευθέρωση της νεωτερικής επιχειρηματικότητας, με παράλληλη μεταμόρφωση της εκπαίδευσης. «Η ψηφιακή επανάσταση είναι γεγονός», γράφει στο Φόρεϊν Αφφαίρς ο Αμερικανός καθηγητής, που πιστεύει ότι ο κόσμος μας είναι αυτός των πολλών ταχυτήτων. 

Έτσι, στην νέα αυτή εποχή, ο σχεδιασμός και η καινοτομία είναι μέρη του τομέα εμπορεύσιμων αγαθών στην παγκόσμια οικονομία και θα αντιμετωπίσουν το ίδιο είδος ανταγωνισμού που έχει ήδη μεταμορφώσει την μεταποίηση. Η ηγεσία στον σχεδιασμό εξαρτάται από ένα μορφωμένο εργατικό δυναμικό και μία επιχειρηματική κουλτούρα –και το παραδοσιακό αμερικανικό πλεονέκτημα σε αυτούς τους τομείς μειώνεται. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ηγούνταν κάποτε παγκοσμίως στο μερίδιο πτυχιούχων στο εργατικό δυναμικό, τώρα έχουν πέσει στην 12η θέση. Και, παρά τις συζητήσεις σχετικά με την επιχειρηματικότητα σε μέρη όπως η Sillicon Valley, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των αμερικανικών νεοσύστατων επιχειρήσεων που απασχολούν περισσότερα από ένα άτομο έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 20% από το 1996 έως σήμερα.

Εάν οι υπό συζήτηση τάσεις είναι παγκόσμιες, οι τοπικές επιδράσεις τους θα διαμορφωθούν εν μέρει από τις κοινωνικές πολιτικές και επενδύσεις που οι χώρες επιλέγουν να κάνουν, τόσο στον τομέα της εκπαίδευσης ειδικότερα όσο και στην προώθηση της καινοτομίας και του δυναμισμού της οικονομίας γενικότερα. Για πάνω από έναν αιώνα, το εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ αποτελούσε αντικείμενο παγκόσμιου φθόνου, με την καθολική 12ετή εκπαίδευση και τα παγκόσμιας κλάσης πανεπιστήμια που προωθούσαν την βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Αλλά τις τελευταίες δεκαετίες η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ έχει γίνει όλο και πιο άνιση, με την ποιότητά τους να βασίζεται στα εισοδηματικά επίπεδα της εκάστοτε γειτονιάς και συχνά με συνεχή έμφαση στην μηχανική μάθηση.

Ευτυχώς, η ίδια ψηφιακή επανάσταση που μεταμορφώνει τις αγορές προϊόντων και εργασίας μπορεί να βοηθήσει επίσης να μεταμορφωθεί και η εκπαίδευση. Η διαδικτυακή μάθηση μπορεί να παρέχει στους φοιτητές πρόσβαση σε καλύτερους δασκάλους, περιεχόμενο και μεθόδους ανεξάρτητα από την τοποθεσία τους, και νέες προσεγγίσεις που βασίζονται στα δεδομένα κάνουν ευκολότερο να μετρηθούν οι δυνάμεις των μαθητών, οι αδυναμίες τους και η πρόοδός τους. Αυτό θα πρέπει να δημιουργήσει ευκαιρία για εξατομικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης και συνεχούς βελτίωσης, χρησιμοποιώντας ορισμένες από τις τεχνικές ανάδρασης που έχουν ήδη μεταμορφώσει τις επιστημονικές ανακαλύψεις, το λιανικό εμπόριο και την μεταποίηση.

Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική αλλαγή μπορεί να αυξήσουν τον πλούτο και την οικονομική αποδοτικότητα των εθνών και του κόσμου γενικότερα, αλλά δεν θα λειτουργήσουν προς όφελος όλων –τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα. Οι απλοί εργαζόμενοι, ειδικότερα, θα συνεχίσουν να φέρουν το κύριο βάρος των αλλαγών, επωφελούμενοι ως καταναλωτές αλλά όχι κατ’ ανάγκην ως παραγωγοί. Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς περαιτέρω παρέμβαση, η οικονομική ανισότητα είναι πιθανό να συνεχίσει να αυξάνεται, θέτοντας μία σειρά από προβλήματα. Η εισοδηματική ανισότητα μπορεί να οδηγήσει σε ανισότητα ευκαιριών, στερώντας έθνη από πρόσβαση σε ταλέντα και υπονομεύοντας το κοινωνικό συμβόλαιο. Η πολιτική εξουσία, εν τω μεταξύ, συχνά ακολουθεί την οικονομική ισχύ –υπονομεύοντας, στην περίπτωση αυτή, την δημοκρατία.

Μία δημοκρατία η οποία ήδη καταταλαιπωρείται στην χώρα μας, όπου ελάχιστοι είναι αυτοί που θέλουν να βλέπουν πιο μακρυά από την μύτη τους και τις ιδεοληψίες τους. Ωστόσο, και ο χρόνος τρέχει, και ο κόσμος αλλάζει, ο δε κατά Ευάγγελο Λεμπέση ρόλος των βλακών στον σύγχρονο βίο γίνεται ισχυρότερος.

πηγή: europeanbusiness.gr

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Κεϋνσιανές φαντασιώσεις και ελληνική πραγματικότητα (του Αθανασίου Χ. Παπανδροπούλου από το EURO2day)

Πολυπράγμων, ευφυέστατος, πολυγραφότατος και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, ο Τζων Μαίηναρντ Κέυνς (1883-1946) υπήρξε αντιπρόσωπος των Βρετανών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, εκπρόσωπός τους στις συμφωνίες του Μπρέτον-Γουντς το 1944, πρώτος πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, δημοσιογράφος, εκδότης και χρηματιστής-κερδοσκόπος για λογαριασμό του Κινγκς Κόλετζ στο Καίμπριτζ.

Ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός της χώρας του από το 1940 έως το 1945 και από το 1951 έως το 1955, είχε πει ότι κάποια στιγμή ζήτησε την άποψη τριών οικονομολόγων, μεταξύ των οποίων και ο Κέυνς. Απέσπασε όμως τέσσερις γνώμες, από τις οποίες οι δύο ήταν του Κέυνς -ο οποίος είχε πει ότι «όταν οι συνθήκες αλλάζουν, πρέπει και η γνώμη μου να αλλάξει».

Δυστυχώς, όμως, αρκετοί από τους μετέπειτα μαθητές αυτού του οξυδερκούς οικονομολόγου πέταξαν στο καλάθι των αχρήστων αυτή τη σοφή κουβέντα, με αποτέλεσμα να μετατρέψουν τον κεϋνσιανισμό σε μία μονολιθική πρακτική, η οποία σήμερα παράγει βουνά από χρέη και κρίσεις.
Στη «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Επιτοκίου και του Νομίσματος», που κυκλοφόρησε το 1935, ο Κέυνς έγινε γνωστός όχι τόσο γι' αυτά που πρότεινε αλλά ως πολέμιος της νεοκλασικής οικονομικής αντίληψης, που είναι και το βάθρο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Κατά κύριο δε λόγο, οι απόψεις του υιοθετήθηκαν από μαρξίζοντες κρατιστές, οι οποίοι είδαν τον κεϋνσιανισμό ως εργαλείο πολιτικής εξουσίας.

Υπό αυτή την έννοια, οι κεϋνσιανές συνταγές περί τονώσεως της «ενεργού ζητήσεως» και ενισχύσεως των επενδύσεων από το κράτος, ακόμα και χωρίς παραγωγικό περιεχόμενο, μπορεί να συνέβαλαν στο να απορροφηθεί η οικονομική κρίση του 1929, πλην όμως η κατάχρηση των προτάσεων αυτών, όταν η οικονομική πραγματικότητα είχε αλλάξει, έγινε αφετηρία κρίσεων. Έτσι, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες η κεϋνσιανή συνταγή για την καταπολέμηση της ανεργίας, εφαρμοζόμενη καθ' υπερβολή, οδήγησε σε νέα ανεργία.

Αυτό, ωστόσο, ο Κέυνς το είχε προβλέψει όταν έγραφε: «Το κράτος θα πρέπει να ασκήσει καθοδηγητική επιρροή στη ροπή προς κατανάλωση, εν μέρει μέσω της φορολογίας, εν μέρει καθορίζοντας το επιτόκιο και εν μέρει, ίσως, με άλλους τρόπους. Επιπλέον, φαίνεται απίθανο ότι η επιρροή της τραπεζικής πολιτικής στο επιτόκιο θα είναι αφ' εαυτής επαρκής για να προσδιορίσει ένα άριστο επίπεδο επένδυσης. Θεωρώ, επομένως, ότι μία κάπως περιεκτική κοινωνικοποίηση της επένδυσης θα αποδειχτεί το μόνο μέσο διασφάλισης της προσέγγισης προς την πλήρη απασχόληση. Η ανάγκη αυτή, φυσικά, δεν αποκλείει συμβιβασμούς και μηχανισμούς συνεργασίας του Δημοσίου με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Πέρα όμως από αυτό, δεν υφίσταται εμφανής λόγος για ένα σύστημα Κρατικού Σοσιαλισμού που θα αγκάλιαζε το μέγιστο μέρος της οικονομικής ζωής της κοινωνίας. Το σημαντικό για το κράτος δεν είναι η κατοχή των μέσων παραγωγής.

Αν το κράτος είναι σε θέση να καθορίσει το σύνολο των πόρων που κατευθύνονται σε αύξηση των μέσων και τις βασικές αμοιβές εκείνων που τα κατέχουν, θα έχει εκπληρώσει πλήρως τον ρόλο του. Επιπλέον, τα αναγκαία μέτρα κοινωνικοποίησης μπορούν να εισαχθούν σταδιακά και χωρίς ρήγμα στις γενικές παραδόσεις της κοινωνίας».

Όπως προκύπτει από το παραπάνω απόσπασμα, ο διάσημος οικονομολόγος ήταν και συγγραφέας της «Γενικής Θεωρίας», ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στον κρατισμό και είχε μία μοναδική αίσθηση της πραγματικότητας, που του απαγόρευε «χιλιαστικού» περιεχομένου προφητείες όπως αυτές του Καρόλου Μαρξ.

Έτσι, σήμερα, αν ο Κέυνς ζούσε, θα κτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο στην ελληνική περίπτωση, ακούγοντας τους καταστροφείς της ελληνικής οικονομίας να τον επικαλούνται. Για τον άνθρωπο που είπε ότι «υπάρχουν παράφρονες που είναι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου», θα ήταν πραγματικό σοκ να ακούει ότι στη χώρα μας, με την ανύπαρκτη «ενεργό προσφορά», θα πρέπει να ενισχυθεί η «ενεργός ζήτηση». Με άλλα λόγια, θα ήταν πρόκληση να ακούει ότι αυτοί που έχουν μετατρέψει τη χώρα σε επενδυτική Σαχάρα, επικαλούνται την «ενεργό ζήτηση» για να καταπολεμήσουν την ανεργία!!!

Γιατί, όμως, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αξιοποιήσει την περίφημη «ενεργό ζήτηση» ώστε, λειτουργώντας κατά το κεϋνσιανό θεωρητικό πρότυπο, να αυξήσει τα επίπεδα της απασχόλησης και του εισοδήματος; Ο λόγος είναι απλός, όπως μας έλεγε πριν λίγο καιρό ο έγκριτος οικονομολόγος κ. Δημήτρης Ιωάννου:

«Ο Κέυνς στις εργασίες του δεν μελέτησε σε βάθος τι μπορεί να συμβεί σε μία οικονομία η οποία, χωρίς να έχει την απαραίτητη ενεργό προσφορά, ακολουθεί πολιτικές τόνωσης της ζήτησης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανεπάρκεια της προσφοράς οδηγεί τη ζήτηση προς τις εισαγωγές, γεγονός που τελικά προκαλεί δημοσιονομικές ανισορροπίες.

»Στη χώρα μας είναι γνωστό από χρόνια ότι η παραγωγή αδυνατεί να παραγάγει τα ζητούμενα προϊόντα με ανταγωνιστικό τρόπο και αυτό γιατί, όσον αφορά στα αντικείμενα του διεθνούς εμπορίου (που, σε μεγάλο βαθμό, όταν παράγονται είναι εκείνα που φέρνουν ή κρατούν στην χώρα και τα ευρώ που χρειάζεσαι για να πληρώσεις γιατρούς, νοσοκόμους και δασκάλους), για να είσαι σε θέση να τα πουλήσεις ακόμη και στην ίδια σου τη χώρα, θα πρέπει να τα προσφέρεις ανταγωνιζόμενος στη σχέση "αξία προς τιμή" κάθε άλλον παραγωγό, είτε αυτός βρίσκεται στην Κίνα, είτε στην Αμερική, είτε στη Γερμανία. Το πρόβλημα λοιπόν της ελληνικής οικονομίας είναι πως δεν μπορεί να παραγάγει ανταγωνιστικά και υστερεί σε "ενεργό προσφορά" -και σε αυτό η "ενεργός ζήτηση" ουδόλως μπορεί να βοηθήσει.

»Η "ενεργός προσφορά" πάσχει διότι οι ελληνικές επιχειρήσεις υποφέρουν και αντικειμενικά και υποκειμενικά. Αντικειμενικά διότι υφίστανται πιστωτικό στραγγαλισμό σε μία χώρα στην οποία δεν υπάρχει πλέον τραπεζικό σύστημα, υπερφορολογούνται σε σχέση με τη φορολόγηση που έχουν οι ανταγωνιστές τους στις δικές τους χώρες, κινούνται μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που τους δένει τα χέρια λόγω της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας και βυθίζονται κάτω από το βάρος χρεών που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν. Υποκειμενικά διότι, στις καλές μέρες, οι περισσότεροι επιχειρηματίες (όχι όλοι, βεβαίως) δεν φρόντισαν να φτιάξουν μία οργάνωση της προκοπής στην επιχείρησή τους, προς όφελος των εργαζομένων τους, της πατρίδας τους και του μακροχρόνιου δικού τους συμφέροντος, αλλά προτίμησαν τις αρπαχτές και τα κέρδη στο φτερό, με επιδοτήσεις, κρατικές παραγγελίες, θαλασσοδάνεια και κάθε είδους πιθανή λαθροχειρία. Και οι δύο αυτές όψεις της "ενεργού προσφοράς", όμως, δεν είναι δυνατόν να θεραπευτούν με άλλο τρόπο παρά μόνον με ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Και αυτό σε βάθος χρόνου».

Ωστόσο, εδώ, όταν γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις, κάποιοι στήνουν οδοφράγματα, γιατί η όποια αλλαγή «τους χαλάει τη σούπα». Όταν ακούν για επενδύσεις -τις οποίες ο Κέυνς θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ-, βγάζουν σπυράκια, γιατί αυτό σημαίνει πρόοδο. Στο μέτρο δε που απευθύνονται σε κύμβαλα αλαλάζοντα, προτιμούν να ξορκίζουν τον «νεοφιλελευθερισμό» και δεν συμμαζεύεται παρά να αφήνουν χώρο για την ανάπτυξη κριτικής και γόνιμης σκέψης.

Όπως θα έγραφε και ο Κέυνς, πρόκειται «για παράφρονες στην εξουσία που ακούν φωνές να τους καλούν, ενώ αποκρυσταλλώνουν την τρέλα τους από κάποιον πανεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών». Τι τα θέλουμε όμως κι εμείς τέτοια λόγια, τέτοιες ώρες...

πηγή: euro2day.gr  
(Η εικόνα είναι πίνακας του Roger Fry και αποτελεί επιλογή του blog) 

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Οι δραματικές αλήθειες του Πάνου Κατσάμπα (του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου από το europeanbusiness.gr)

Σε ένα συναρπαστικό βιβλίο του το 1988 υπό τον τίτλο «Η άχρηστη γνώση» (La Connaissance Inutile), ο αείμνηστος Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ (1924-2006) εξηγούσε ότι η πρώτη δύναμη που οδηγεί τον κόσμο είναι το ψέμμα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο σημερινός κόσμος μας είναι αυτός της εκπληκτικής ανάπτυξης γνώσεων και πληροφοριών, πληθαίνουν αυτοί που απεχθάνονται την γνώση και την ορθολογική της κρίση και προτιμούν να ερμηνεύουν την πραγματικότητα μέσα από ιδεοληψίες και φαντασιώσεις. Κατά συνέπεια, όταν οι συμπεριφορές αυτές οδηγούν σε δράματα και καταστροφές, τότε αναζητιούνται συνωμότες και άλλοι υπονομευτές μιας απέραντης βλακείας. Αυτής που πηγάζει από την οργάνωση της άγνοιας και την βασιλεία της σαχλαμάρας. 

Επίκαιρα, λοιπόν, αν τα δει κανείς από αυτή την οπτική γωνία, είναι αυτά που αναφέρει ο κ. Θάνος Κατσάμπας, δρ. Οικονομικών, στο τελευταίο άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής 13 Μαρτίου 2016, όπου αναλύει γιατί η χώρα μας πάσχει από ανοησία, ανικανότητα και απέραντη πολιτική ανευθυνότητα. Αναφερόμενος σε πέντε μύθους και πέντε αλήθειες για την ελληνική οικονομική κρίση, ο κ.Θ.Κατσάμπας γράφει, μεταξύ άλλων:

«Σε λιγότερο από δύο μήνες συμπληρώνονται έξι χρόνια αφότου η Ελλάδα περιέπεσε στην δίνη των προγραμμάτων στήριξης από την πρώην τρόικα, απλοϊκά γνωστών στο ευρύ κοινό με τον δημοσιογραφικό όρο “μνημόνια”. Τρεις άλλες χώρες της ευρωζώνης που είχαν επίσης υποστεί τις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, μπήκαν αργότερα από την Ελλάδα και ήδη έχουν βγει από την μέγγενη των μνημονίων. Τί ήταν αυτό που κρατάει ακόμη την Ελλάδα σε περίοδο λιτότητας με αμφίβολες προοπτικές για σύντομη επάνοδο σε βιώσιμη ανάπτυξη; 

Συνοπτικά, κυρίως τρεις λόγοι: α) Άγνοια στοιχειωδών αρχών εφαρμοσμένης μακροοικονομικής πολιτικής, β) Αμάθεια των θεσμικών λειτουργιών των διεθνών οργανισμών, ειδικότερα του ΔΝΤ, και γ) Απειρία στην διεξαγωγή διαπραγματεύσεων. 

Αυτές οι τρεις αδυναμίες των Ελλήνων πολιτικών ηγετών και της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, σε αγαστή συνεργασία με τα εξίσου ανεπαρκή ΜΜΕ, επέτρεψαν (ή, τουλάχιστον, διευκόλυναν) την δημιουργία πέντε μύθων που άρχισαν να εμφανίζονται στην αρχή του πρώτου προγράμματος στήριξης, τον Μάϊο του 2010, και πλανώνται ακόμη στην ελληνική κοινωνική γνώμη. Το πολιτικό κόστος, που έχουν επικαλεστεί κατά καιρούς διάφοροι αναλυτές για να εξηγήσουν την αποτυχία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με την άγνοια μακροοικονομικών ταυτοτήτων που οδηγούσαν συστηματικά στο αδιέξοδο “τα νούμερα δεν βγαίνουν”.

Οι πρώτοι τέσσερις μύθοι υπονόμευσαν την λήψη εγκαίρων και σωστών αποφάσεων που θα είχαν οδηγήσει στην έξοδο της χώρας από την παρατεταμένη ύφεση. Οι τρεις αφορούν το παρελθόν και ο τέταρτος το παρόν. Ο πέμπτος μύθος, που αναφέρεται στην “επόμενη μέρα” μετά την έξοδο από την κρίση, πρέπει να εκλείψει από την συνείδηση του ελληνικού λαού για να οδηγηθεί η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Μύθος 1: Τα μνημόνια έφεραν την κρίση.

Αλήθεια 1:Η κρίση έφερε τα μνημόνια. Η κρίση δημιουργήθηκε από την διακοπή χρηματοδότησης των δημοσίων ελλειμμάτων και αναχρηματοδότησης παλαιών δανείων (γενικότερα, των δανειακών αναγκών του δημόσιου τομέα) από τον ιδιωτικό τομέα την άνοιξη του 2010, και αφού είχε προηγηθεί διπλασιασμός των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων τους προηγούμενους εννέα μήνες. Τα μνημόνια δεν είναι τίποτα άλλο από τις δανειακές συμβάσεις των διεθνών οργανισμών με τις οποίες βοήθησαν την χώρα να αποφύγει την πτώχευση όταν την είχαν εγκαταλείψει οι ιδιωτικές τράπεζες. Η κυβέρνηση Παπανδρέου μπορεί να κατηγορηθεί για ολιγωρία σε διάφορα θέματα το 2011, αλλά πρέπει να τής αναγνωριστεί η τολμηρή απόφαση να ζητήσει την βοήθεια του ΔΝΤ και της ευρωζώνης πριν χρεοκοπήσει επίσημα η χώρα.

Μύθος 2: Και αν δεχθούμε ότι η κρίση έφερε τα μνημόνια, τα μνημόνια οπωσδήποτε έκαναν την λιτότητα σκληρότερη από ό,τι θα ήταν χωρίς αυτά.

Αλήθεια 2: Τα μνημόνια ελάφρυναν το εύρος και παρέτειναν τις προθεσμίες της προσαρμογής, δηλαδή η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη από τον μύθο. Τα μνημόνια οπωσδήποτε οδήγησαν σε ύφεση, λόγω της αναπόφευκτης δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά συνοδεύτηκαν από τεράστια δάνεια που επέτρεψαν στις κυβερνήσεις να παρατείνουν την προσαρμογή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αν η Ελλάδα είχε αφεθεί στην τύχη της το 2010, θα έπρεπε να είχε μειώσει τις δαπάνες της κατά περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ, που ήταν το έλλειμμα το 2009, μέσα σε λίγους μήνες και να διατηρήσει το έλλειμμα στο μηδέν για τα επόμενα χρόνια! Με τα τεράστια δάνεια που πήρε η χώρα (λ.χ. το ΔΝΤ έδωσε στην Ελλάδα το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του), η προσαρμογή παρατάθηκε για τουλάχιστον πέντε χρόνια και, κατά συνέπεια, η λιτότητα ήταν ηπιότερη, όχι σκληρότερη, με την παρουσία των μνημονίων.

Μύθος 3: Άμεση λύση του προβλήματος της βιωσιμότητας του χρέους θα συντελέσει στην σταδιακή αναβίωση της οικονομίας.

Αλήθεια 3: Η βιωσιμότητα του χρέους έχει σημασία μετά το έτος 2022. Με την μεγαλύτερη αναδιάρθρωση ιδιωτικού χρέους στην παγκόσμια ιστορία που έγινε το 2012 (άλλη μία πρωτιά για την Ελλάδα, μετά το μεγαλύτερο δάνειο του ΔΝΤ), το ελληνικό ιδιωτικό χρέος περιήλθε στα χέρια των διεθνών οργανισμών, εκ των οποίων το ΔΝΤ και η ΕΚΤ αδυνατούν να κάνουν αναδιάρθρωση λόγω των αντίστοιχων καταστατικών τους. Η ευρωζώνη έχει δεχθεί κατ’ αρχήν ελάφρυνση του χρέους (όχι απομείωση), αλλά έχει ταυτόχρονα παράσχει στην Ελλάδα περίοδο χάριτος για το κεφάλαιο και αναβολή πληρωμής των τόκων μέχρι το 2022.

Συνεπώς, κάτω από τις καλύτερες συνθήκες, η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας δεν πρόκειται να επηρεαστεί από την ελάφρυνση του χρέους πριν από το 2022. Εν τω μεταξύ η Ελλάδα οφείλει να αποπληρώνει τα αρχικά δάνεια του ΔΝΤ και της ΕΚΤ, για τα οποία χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση κάτω από το υφιστάμενο τρίτο μνημόνιο. Η χρηματοδότηση θα καταστεί εφικτή με την τήρηση των δεσμεύσεων που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος στις 19 Αυγούστου 2015.

Μύθος 4: Η κυβέρνηση μπορεί να αποφασίζει για τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού “εκ προοιμίου”, δηλαδή το υπουργικό συμβούλιο είναι σε θέση να προσδιορίζει το έλλειμμα του προϋπολογισμού κατά βούληση.

Αλήθεια 4: Η πραγματικότητα είναι η αντίθετη, δηλαδή οι δαπάνες υπολογίζονται “εξ υπολοίπου”. Επί δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις πρώτα προσδιόριζαν τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για λόγους κοινωνικής πολιτικής, κατόπιν εκτιμούσαν τα προσδοκώμενα έσοδα, και η διαφορά εσόδων-δαπανών, που ήταν σχεδόν πάντοτε αρνητική, καθόριζε το έλλειμμα του προϋπολογισμού που καλυπτόταν άκριτα με διεθνή δάνεια –μία ανεύθυνη πολιτική (τί ρόλο έπαιζε το Ελεγκτικό Συνέδριο;) που τελικά οδήγησε στην χρεοκοπία. 

Αυτή η ακολουθία ανεστράφη τον Μάϊο 2010, όταν, με την ουσιαστική πτώχευση της χώρας, η χρηματοδότηση προσδιορίστηκε από τους διεθνείς οργανισμούς και παρέμεινε δεδομένη στην διάρκεια των προγραμμάτων στήριξης. Κάτω από τις παρούσες συνθήκες, στην υπάρχουσα χρηματοδότηση από τους διεθνείς εταίρους προστίθενται τα προσδοκώμενα έσοδα και αυτό το ποσό προσδιορίζει το πλαφόν των δαπανών. Εάν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτόν τον ορθό τρόπο υπολογισμού των κρατικών δαπανών και στις δαπάνες που έχει υπ’ όψη της η κυβέρνηση με άλλα κριτήρια, τότε λέγεται ότι “οι αριθμοί δεν βγαίνουν”, δηλαδή υπάρχει ένα δημοσιονομικό κενό που πρέπει να καλυφθεί.

Μύθος 5: Μόλις ξεπεραστεί η κρίση, η Ελλάδα θα βρεθεί πάλι στο 2010, αν όχι στο 2004.

Αλήθεια 5: Το 2010 η Ελλάδα είχε χάσει σταδιακά την ανταγωνιστικότητά της και κατά συνέπεια μεγάλα μερίδια των εξαγωγών της. Για να επανέλθει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να βρει ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο που θα βασίζεται σε νέα συγκριτικά πλεονεκτήματα, ειδικά αυτή την περίοδο της παγκοσμιοποίησης.  Με εξαίρεση λίγα αγροτικά προϊόντα, το νέο μοντέλο θα πρέπει να βασίζεται σε υπηρεσίες, όπως ιατρικός τουρισμός, πράσινη ενέργεια, βιοτεχνολογία, διοικητική μέριμνα, μεταφορές κ.λπ. 

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει και να τηρήσει σταθερότητα στο φορολογικό σύστημα, στο ασφαλιστικό σύστημα, στο εργασιακό καθεστώς, καθώς επίσης και να εκσυγχρονίσει την Δικαιοσύνη. Η βελτίωση του θεσμικού καθεστώτος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να προσελκύσει η Ελλάδα ξένες επενδύσεις και να οδηγηθεί η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη».

Όλα αυτά όμως δεν ήσαν αρεστά στον κ. Γ.Βαρουφάκη και την σταλινογενή ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ που τον περασμένο Ιούλιο άλλα είχε κατά νουν. Προτεραιότητά της ήταν η παραμονή στην εξουσία και η μονιμοποίηση σε αυτήν, ακόμα και αν χρειαζόταν δημοκρατική εκτροπή. Κατά συνέπεια, ο κ. Θάνος Κατσάμπας οδηγήθηκε σε παραίτηση από την θέση του στο ΔΝΤ και, ως φαίνεται, αργά ή γρήγορα η χώρα θα οδηγηθεί και αυτή στα χειρότερα.
 
πηγή: europeanbusiness.gr