Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Η Τσουτσούνα στην Τέχνη, και στην Πολιτική



Αυτό του Φωτήλα με την "αριστερή ιδεολογία της τσουτσούνας" είναι ότι πιο λαϊκίστικο, χυδαίο και μικροπρεπές, έχει ακουστεί ποτέ από στόμα "πολιτικού" και μάλιστα στο κοινοβούλιο. Τόσο χαμηλά δεν έχουν κατεβάσει το επίπεδο ούτε οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής.

Και να σας πω και κάτι, που ξέρω ότι το 95% όσων των διαβάσουν θα το πάρουν στραβά, αλλά, τι να κάνουμε… 

Το επίμαχο απόσπασμα με τα παλλόμενα πέη δεν το ήξερα. Δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της παράστασης που το περιέχει. Όσο δε για τον Γιαν Φαβρ, ίσως είχα κάποτε ακούσει κάτι γι αυτόν.

Το επίμαχο απόσπασμα δοθείσης της ευκαιρίας το είδα τώρα στο Youtube. Η εντύπωση που μου άφησε είναι ότι πρόκειται για ένα έξυπνο, προκλητικό και προβοκατόρικο δημιούργημα ενός πάρα πολύ τολμηρού καλλιτέχνη.

Αλλά αυτό δε σας νοιάζει, και πολύ καλά κάνει. Στην ουσία κανείς δεν ενδιαφέρεται σε ποιόν αρέσει και σε ποιόν δεν αρέσει το συγκεκριμένο δημιούργημα, εκτός ίσως από το δημιουργό του, και αυτό είναι το σωστό.

Σε μια ελεύθερη χώρα ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει στο κοινό αυτό που συλλαμβάνει με το νου του, και από αυτή την άποψη μπράβο στον Γιαν Φαβρ που και τη δυνατότητα απέκτησε να το κάνει, και απέδωσε (ελπίζω) αυτό που ακριβώς σκεφτόταν χωρίς φόβο και προκατάληψη.

Να θυμίσουμε επίσης ότι κανείς δεν υποχρέωσε κανέναν να το παρακολουθήσει, να επικοινωνήσει δηλαδή με τον καλλιτέχνη και το έργο του. Έτι δε μάλλον κανένας δεν υποχρεώθηκε να του αρέσει αυτό που βλέπει. Επειδή μερικές φορές χάνουμε την ουσία, ειδικά όταν η τέχνη μπλέκεται με την μικροπολιτική, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της τέχνης.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με την οποιαδήποτε πολιτική και κοινωνική αντίδραση στην περίπτωση διορισμού ενός δημιουργού όπως ο παραπάνω σε διευθυντική/διαχειριστική θέση.

Θα μπορούσε ο Γιαν Φαβρ των παλλομένων πεών να αποδειχθεί ένας εξαίρετος διευθυντής φεστιβάλ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό εξ αρχής το απέρριψε ο ίδιος ευθύς μόλις ανέλαβε. Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος διορισμός στον χρόνο και με τον τρόπο που έγινε προφανώς δεν εξασφαλίζει τα εχέγγυα για την επιτυχία του, καθώς και την πορεία του θεσμού του φεστιβάλ. Το πρόβλημα είναι η ρελάνς και η μικροπολιτική που επιχείρησε ο Υπουργός της Κυβέρνησης. Ο αριστερίζων ερασιτεχνισμός με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε το θεσμό.

Για αυτό ας πάψουν οι ομοφοβικοί βουλευτές και οι υποστηρικτές να κάνουν χυδαία αστειάκια από αυτά που κάνει δεκάδες ο Λαζόπουλος. Είναι λυπηρό ότι τον εικοστό πρώτο αιώνα η εικόνα του γυμνού ανδρικού σώματος είναι ταμπού, είναι λυπηρό ότι κάποιοι οπισθοδρομικοί εξακολουθούν να σοκάρονται από αυτή, και, αν κατέχουν και δημόσια θέση, να δηλητηριάζουν την κοινωνία.

Αυτό δε που με στεναχωρεί, γιατί ξέρω ότι είναι άδικο, είναι ότι σε διακόσια - τριακόσια χρόνια ο ιστορικός του μέλλοντος θα γράψει πως υπήρξε κάποτε μια αριστερή κυβέρνηση που θέλησε να φέρει έναν Ευρωπαίο καλλιτέχνη να διευθύνει το φεστιβάλ, αλλά οι οπισθοδρομικοί Έλληνες, μέσα από έναν κακώς εννοούμενο Ελληνοκεντρισμό, αντέδρασαν σε αυτήν την ιδέα και προτίμησαν άντί για την επικοινωνία με το φιλελεύθερο Ευρωπαϊκό πνέυμα, και τα αντίστοιχα καλλιτεχνικά ρεύματα, να κλειστούν για άλλη μια φορά στον εαυτό τους.

Εδώ (δε) θα 'στε, κι εδώ (δε) θα 'μαστε, να (μη) το δούμε.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσα – κούτσα… φτάνουμε στα μέτρα μας. Και ύστερα, τι; (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρρύθμιση" )

Μήπως ήλθε η ώρα που η κοινωνία μας χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία για την νέα της κατάσταση περισσότερο από κατά συνθήκη ψεύδη για το ξεπέρασμα της κρίσης; Μήπως αναπόφευκτο καθήκον των δημοκρατών είναι να προετοιμάσουν για την αλήθεια της συντριβής τους πολίτες, που μέχρι τώρα βαυκαλίζουν με ελπίδες για σύντομη ανάρρωση; Βάζω το ερώτημα από μια πλευρά κοινωνικής αισιοδοξίας και όχι απελπισίας. Γιατί, ύστερα από μια τραγωδία, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με νέες φιλοδοξίες μόνο αν πιστέψουμε σε ένα νέο όραμα ξεπερνώντας το πένθος για την απώλεια του παλιού. Δεν ωφελεί να συνεχίζουμε τον θρήνο για τον χαμένο παράδεισο. Καιρός να φτιάξουμε τον δρόμο για έναν νεώτερο και ανθεκτικότερο.

Με απλή αριθμητική και χωρίς να χρειάζονται εκζητημένα μακροοικονομικά μοντέλα, η κοινή λογική έλεγε το 2010 ότι η χώρα μας, χρεοκοπώντας, θα έπεφτε αναπόφευκτα σε μια καινούργια γραμμή εκκίνησης που θα ήταν περίπου 25% κατώτερη από το ΑΕΠ της στιγμής της χρεοκοπίας. Ήταν φανερό ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό της μείωσης της εθνικής ζήτησης (δαπάνης) από την διακοπή του εξωτερικού δανεισμού με τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή που αυτή θα ενεργοποιούσε. Η κατάσταση εξελίσσεται κάπως χειρότερα. Φαίνεται ότι το νέο επίπεδο εκκίνησης μπορεί να είναι τελικά έως και 30% κατώτερο. Εκεί έπεσαν έξω οι υπολογισμοί του ΔΝΤ σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή. Δεν είχε αντιληφθεί την λειτουργική «ταυτότητα» της ελληνικής κοινωνίας/οικονομίας και είχε υπολογίσει τους συντελεστές του πολλαπλασιαστή με όρους οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, ενώ η ταυτότητα της ελληνικής οικονομίας είχε έντονα χαρακτηριστικά σοβιετικού κρατισμού. Γιαυτό η κατάρρευσή μας μοιάζει περισσότερο με την κατάρρευση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών και της τέως σοβιετίας, παρά με την κρίση χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Το πολιτικό σύστημα –σύσσωμο- έδειξε εξ αρχής την ανεπάρκειά του να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και ως εκ τούτου την ανικανότητά του να προτείνει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα ανάταξης της χρεοκοπημένης κοινωνίας μας (κοινωνίας μας, επαναλαμβάνω). Εύλογο. Γιατί πώς να καταλάβει κάποιος τη ζημιά που επί τόσο χρόνια απεργάζονταν; Εκτός αν εξαπατούσε γνωρίζοντας την αλήθεια. Οι μεν κυβερνήσεις με τις λαϊκίστικες πολιτικές τους, η δε αριστερά με την πλειοδοσία της στις πολιτικές αυτές προς την χρεοκοπία κατέτειναν. Σε ότι αφορά το σημείο αυτό, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι το «σύστημα» δεν αντιλήφθηκε την κατάσταση. Μιλώντας εκτός δημοσιότητας με σημαίνοντας παράγοντες όλων των παρατάξεων, εύκολα διαπίστωνε κανείς εξ αρχής, ότι δεν ήταν ανίκανοι να καταλάβουν την απλή αριθμητική του προβλήματος. Τότε, γιατί δεν το έλεγαν δημοσίως ώστε να μη δημιουργούν δεύτερη φάση λαϊκιστικών προσδοκιών τις οποίες πληρώνουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή όσο και κυνική: Η ανειλικρίνεια ήταν στοιχείο της αποτυχίας τους που οδήγησε στην χρεοκοπία, δηλαδή ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής τους κουλτούρας, το οποίο δεν μπορούσαν να υπερβούν τώρα. Πώς τώρα θα είχαν τα μούτρα να ομολογήσουν απερίφραστα το συνολικό λάθος τους, αφού εξακολουθούσαν να στηρίζονται στο ίδιο μοντέλο πολιτικής, δηλαδή τον λαϊκισμό; Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Γιώργος Παπανδρέου και διέλυσε το κόμμα του καθώς και την πολιτική καριέρα του. Οι άλλοι έμαθαν καλά το μάθημα και ούτε να ψελλίσουν τόλμησαν. Έτσι, με αγαστή σύμπνοια, οι ίδιοι παράγοντες του αποτυχημένου συστήματος, κατασκεύασαν το νέο αφήγημα περί  «κρίσεως» για να κατοχυρώσουν τη συνέχεια του λαϊκίστικου λόγο τους. «Κρίση έχουμε βρε παιδιά, κάντε υπομονή να ξεπεράσουμε τον κάβο» οι μεν, «φέρατε την μνημονιακή καταστροφή και καιρός να αφήσετε σε μας τους παρθένους την εξουσία» οι δε. Αυτή όλη η φιλολογία περί «κρίσεως» που επικράτησε έναντι του πραγματικού αφηγήματος περί «καταστροφής» δεν είναι καθόλου μα καθόλου αθώο.

Όταν ζυμώνουμε τις πολιτικές προσδοκίες γύρω από την έννοια της «κρίσης» μεταφέρουμε την λαϊκή φαντασία σε μια εικόνα προσωρινής δοκιμασίας. Είναι σαν να λέμε στην κοινωνία ότι κάτι το προσωρινά κακό της συνέβη και επομένως με κάποιους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς το κακό θα περάσει. Κάτι σαν πονόδοντος που χρειάζεται μόνο ένα καλό παυσίπονο, αφού το δόντι είναι κατά βάση γερό. Χρειάζεται φάρμακο και όχι χειρουργείο. Αντίθετα, όταν η αφήγηση μεταφερθεί στα συμφραζόμενα της «καταστροφής» τότε το σήμα του λόγου δίνεται σε όρους ξεκαθαρίσματος των ερειπίων και χτισίματος μιας καινούργιας κατάστασης με καλλίτερα υλικά και ανθεκτικότερη σχεδίαση. Πολλά πρέπει να αλλάξουν με βαθιές τομές. Το φάρμακο δεν αρκεί, χρειάζεται χειρουργείο. Ποια πολιτική δύναμη (μιλάμε για τις αξιόπιστες, πράγμα που εξαιρεί το ΚΚΕ και την ΧΑ) θα μπορούσε να έχει το θάρρος να μιλήσει για ένα καινούργιο ξεκίνημα; Και οι βασικές τους συντεχνιακές δεσμεύσεις που στηρίζουν την πελατειακή τους ισχύ, που θα πήγαιναν τότε; Ποιος από τους συμβατικούς πολιτικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να μιλήσει για ένα αναπροσδιορισμένο «κοινό συμφέρον» χωρίς να κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από τα θρυμματισμένα μερικά συμφέροντα που μέχρι τώρα του εξασφάλιζαν εκλογική πελατεία;

Εκεί φτάσαμε λοιπόν: Καμία από τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν μπορεί και δεν τολμά να μιλήσει με όρους πατριωτισμού. Γιατί απλούστατα είχε παραμερίσει την έννοια του κοινού συμφέροντος που ο πατριωτισμός προϋποθέτει. Οι πολιτικοί πελάτες είναι πάντα με το γκουβέρνο, όχι με την πατρίδα.  Γιαυτό συνεχίζουν την αφήγηση περί κρίσεως. Περιορίζουν έτσι τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική σύγκρουση αποκλειστικά στο σκηνικό που στήθηκε για να διευκολύνει την προσγείωση και όχι την καινούργια εκκίνηση. Ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από την βοήθεια των εταίρων για αναίμακτη προσγείωση- χωρίς να τολμά να ανεβάσει τον λόγο της στο επίπεδο της αναδόμησης του εθνικού μας κράτους πάνω στη βάση ενός αναδιατυπωμένου κοινού συμφέροντος. Αλλά, δυστυχώς, αυτό και μόνο αυτό απαιτούν οι Καιροί και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αντιμετώπισή του.

Ας συμμαζέψουμε, τώρα, τον λόγο μας στο ζητούμενο. Πώς απογράφουμε εντίμως την κατάσταση, και όχι την κρίση;  Ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο για μια πραγματική διαδικασία ανοικοδόμησης των ερειπίων;

Αυτές τις μέρες η Νέα Κατάσταση λες και κάνει επιδεικτική παρέλαση με όλα τα σέα και τα μέα της για να μας προκαλέσει: Η εικόνα που δείχνει είναι της πλήρους μετάστασης του οργανωμένου κράτους σε κατάσταση ερζάτζ. Το κράτος έχει καταντήσει απλή σκιά του εαυτού του:
  • Πλήρης κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και υποκατάστασή του με κράτος πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτό είναι το νόημα των παρατεταμένων καταλήψεων των «αγροτών» που παραβιάζουν επιδεκτικά μια ντουζίνα από διατάξεις του ποινικού και αστικού δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν επεμβαίνει και ο χειρισμός των ενόχων έχει ανατεθεί στο στελεχιακό δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος.
  • Κατάρρευση της διάκρισης των εξουσιών: Οι δικαστές πολιτικολογούν με αποφάσεις τους και η κυβέρνηση διαβουκολεί την ιεραρχική δομή του δικαστικού σώματος.
  • Εισπήδηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έργα πολιτικής διαχείρισης. Αντί για εργολάβους, το έργο της κατασκευής των hotspotsκαι όχι μόνο ανατίθεται με ζητωκραυγές στον στρατό ξηράς.
  • Αδιαμαρτύρητη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με τεράστια συμβολική αξία: Το πρωθυπουργικό αεροπλάνο εμποδίζεται από την Τουρκία να προσγειωθεί στο εθνικό έδαφος της Ρόδου.
  • Προκλητική παραβίαση προστατευμένων δικαιωμάτων του παιδιού με πλήρη αδιαφορία του αρμόδιου υπουργού: Ξενοφοβικοί ρατσιστές κατεβάζουν μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως ασπίδα στη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του Νόμου.
  • Ολοκληρωτική μετάλλαξη της Βουλής από νομοθετικό σώμα σε σώμα στρατευμένων κομματικών οργάνων που την απασχολούν με προσχηματικά νομοσχέδια για να την εμποδίσουν να εκδηλώσει το πολιτικό της φρόνημα: Για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική επικαιρότητα εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο (για τα ΜΜΕ) που κατάφωρα παραβιάζει βασικές συνταγματικές προβλέψεις, θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού κεκτημένου και εξ ίσου θεμελιώδεις διατάξεις του παγκόσμιου κώδικα προστασίας των δικαιωμάτων πολίτη. Η Βουλή αντί να βουλεύεται μετατρέπεται σε θέατρο ποικιλιών για να τραβήξει την προσοχή του κοινού μακριά από την εξελισσόμενη εθνική τραγωδία.
  • Αναστολή βασικών λειτουργιών της Πολιτείας, όπως η δικαστική, με την βίαιη παρέμβαση συντεχνιών που ψωμίζονται από αυτές (απεργία διαρκείας των δικηγόρων )
  • Ξήλωμα των θεμελίων της ελεύθερης αγοράς με την δημιουργία νέων κρατικίστικων υποχρεώσεων: Χρηματοδότηση της βιομηχανίας ζάχαρης εκτός τραπεζικών κανόνων με χρήματα του Δημοσίου, απόπειρα ριζικής αλλαγής των πλαισίων της πτωχευτικής διαδικασίας με επαπειλούμενο νομοσχέδιο για τα αργούντα ιδιωτικά ακίνητα και κινητά.
  • Κομματικοποίηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
  • Επιβολή εκφοβιστικού ελέγχου σε όλα τα μέσα με τα οποία εκφράζεται η ελευθερία του Λόγου.
  • Αποσάρθρωσε του παραγωγικού ιστού με την μονιμοποίηση της ανεργίας στο επίπεδο του 25% κατά μέσο όρο. Αντί για πρωτοβουλίες παραγωγικής απορρόφησης της ανεργίας, ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης βρίθει από αναφορές στην ανθρωπιστική κρίση. Λες και η χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να τρέφει ζητιάνους και φτωχούς μοιραίους πολίτες.
  • Υποβάθμιση όλων των θεσμών κοινωνικής μέριμνας και προστασίας και ραγδαία εν τοις πράγμασι ιδιωτικοποίησή τους (Υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση).
  • Με την εξέλιξή μας σε μόνιμο σταθμό των προσφύγων και μεταναστών οδεύουμε σε μια εντελώς πρωτόγνωρη οικονομία υπηρεσιών, όπου οι εταίροι μας, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, θα μας καταβάλλουν τα έξοδα που απαιτούνται για να τους κρατούμε έξω από τα δικά τους σύνορα, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη νέα αγορά στην εσωτερική αγορά μας.
Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την εικόνα τείνουμε πλέον να την συνηθίσουμε και να την θεωρούμε δεδομένη, καθώς αλλού στρέφεται η πολιτική μας προσοχή: Σε μια καθημερινότητα αιχμηρών επεισοδίων που αυτά τραβούν το πολιτικό δυναμικό μας και όχι η σύνθεσή τους σε ενιαία εικόνα τραγικότητας των περιστάσεων. Φοβούμαστε να δεχτούμε ότι δεν βαίνομε προς, αλλά είμαστε ήδη στην κατάσταση του διαλυμένου κράτους – failing state.

Κανένας από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει ορθώσει το ανάστημά μου με παρρησία μπροστά σε μια τέτοια αφήγηση. Να προβάλει ως διεκδικητής της ηγεσίας για μια ριζική ανάταξη της κοινωνίας και του κράτους μας. Μήπως άραγε η Ιστορία παίζει το αινιγματικό παιχνίδι της και προετοιμάζει την ετυμηγορία της για το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία; Μήπως όλα αυτά οδηγούν στην απόφανση ότι ήλθε η ώρα μιας ριζοσπαστικής, για τα ελληνικά δεδομένα, σοσιαλδημοκρατίας; Μήπως η εικόνα εκφράζει έκδηλα το απαιτούμενο θεμελιακό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας για τον τόπο μας. Μήπως το πρόταγμα αυτό είναι η εξής απλή φράση: «Περιγράψτε την πραγματική μας κατάσταση και αναλύστε τον ρόλο του καθενός μας σε μια καινούργια προσπάθεια ανάταξης με βάση το κοινό συμφέρον σε έντιμη αντιπαράθεση προς το ειδικό συμφέρον της κάθε κοινωνικής ομάδας». Πάνω σε μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να στηθεί ο απαιτούμενος πατριωτισμός της δημοκρατικής αριστεράς. Ένας πατριωτισμός που συνθέτει επιμέρους συμφέροντα αντί να τα αντιπαραθέτει όπως κάνει σήμερα η κυβερνώσα αριστερά, για να εξασφαλίζει τον κατακερματισμένη πολιτική πελατεία της ευκολότερα. Με του λιανέμπορους (συντεχνιακούς συνδικαλιστές) τα βγάζει ευκολότερα πέρα παρά με μια ενοποιημένη ενιαία κοινωνική συνείδηση που έχει προσδιορίσει το κοινό συμφέρον που την κρατάει ενωμένη.

πηγή: metarithmisi.gr

Ο πίνακας " Ο ελευθερωτής" του Ρενέ Μαγκρίτ, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επιλογή του blog 

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Τι πρέπει να κάνουμε για την ανισότητα; (του Ricardo Hausmann)

Η ανισότητα είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών φαινομένων. Μερικά από αυτά θα πρέπει να αποτελούν πηγή ενδιαφέροντος πολιτικής, ενώ άλλα όχι. Κύριο πρόβλημά μου είναι η ανισότητα που προκύπτει από τις διαφορές στην παραγωγικότητα, δηλαδή διαφορές στην παραγωγικότητα μεταξύ των περιφερειών, μεταξύ των πόλεων, εντός των πόλεων και μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο εισόδημα μεταξύ των χωρών του κόσμου: Οι πλουσιότερες χώρες είναι κατά κεφαλήν 200-300 φορές πιο πλούσιες από ό,τι οι φτωχότερες χώρες. Αυτή είναι η ανισότητα σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό προκαλείται κυρίως από τις διαφορές στην παραγωγικότητα. Δεν είναι επειδή υπάρχει μια παγκόσμια πίτα και δεν είναι ισομερώς κατανεμημένη μεταξύ των πλούσιων χωρών και των φτωχών χωρών. Αυτές οι χώρες είναι απλά ανεξάρτητες μεταξύ τους πίτες ριζικά διαφορετικού μεγέθους. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος της ανισότητας μεταξύ των χωρών είναι η ανισότητα στην παραγωγικότητα.

Η έρευνά μας έχει αποκαλύψει ότι στον αναπτυσσόμενο κόσμο, υπάρχουν τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα στο εσωτερικό των χωρών, μεταξύ των διαφόρων περιφερειών τους. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, η πλουσιότερη πολιτεία, η οποία είναι πιθανώς το Κονέκτικατ, είναι περίπου δύο φορές πιο πλούσια από το φτωχότερο κράτος, το οποίο είναι ή το Μισισίπι ή η Δυτική Βιρτζίνια. Στο Μεξικό, το Τσιάπας είναι εννέα φορές πλουσιότερο του Νουέβο Λεόν. Παρόμοιες διαφορές υπάρχουν μεταξύ των πολιτειών της Ινδίας, Μπιχάρ και Γκόα, ή μεταξύ των πόλεων της, Πάτνα και Μπανγκαλόρ. Αυτές οι διαφορές στο εισόδημα είναι κυρίως διαφορές στην παραγωγικότητα. Δεν είναι το αποτέλεσμα του τι μερίδιο της πίτας πηγαίνει στο κεφάλαιο και τι στην εργασία. Είναι οι διαφορές στα μεγέθη της πίτας.

Έτσι, υπάρχουν αυτές οι τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα που κάνουν τα παραγωγικά μέρη πλούσια και τα μη παραγωγικά φτωχά. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν αξιοποιούνται. Εξαιρούνται από τις δραστηριότητες της υψηλότερης παραγωγικότητας. Δεν είναι ότι οι καπιταλιστές τους παίρνουν ένα πολύ μεγάλο μερίδιο από αυτό που παράγουν. Είναι απλά ότι εξ αρχής παράγουν πολύ λίγο.

Πολλοί από εκείνους που ανησυχούν για την ανισότητα κατηγορούν τον καπιταλισμό γι αυτό. Ακόμα και ο Πάπας Φραγκίσκος έχει καλύψει το θέμα κατά αυτόν τον τρόπο. Τώρα, ας ορίσουμε τον καπιταλισμό με τον τρόπο που το έκανε κι ο Καρλ Μαρξ. Είναι ένας τρόπος παραγωγής όπου κάποιοι άνθρωποι κατέχουν τα μέσα παραγωγής και άλλοι εργάζονται ως μισθωτοί για αυτούς. Αλλά αν ισχύει αυτό, ο καπιταλισμός προσλαμβάνει 8 στους 9 εργαζομένους στις ΗΠΑ, 2 στους 3 σε Νουέβο Λεόν, 1 στους 7 στην Τσιάπας και 1 στους 19 στην Ινδία. Τα μέρη όπου το περισσότερο από το εργατικό δυναμικό δουλεύει για καπιταλιστικές εταιρείες είναι πιο πλούσια, διότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις επιτρέπουν πολύ υψηλότερη παραγωγικότητα.


Τα φτωχά μέρη χαρακτηρίζονται από την απουσία καπιταλιστικών επιχειρήσεων και από την αυτοαπασχόληση Την απασχόληση δηλαδή μικρών σε οικονομικό μέγεθος αγροτών ή αγροκτηματιών και ιδιοκτητών μικρών καταστημάτων. Σε αυτές τις παραγωγικές ρυθμίσεις, δεν υπάρχουν μισθοί, δεν υπάρχει καμία εργασιακή σχέση. Δεν υπάρχουν συντάξεις. Δεν υπάρχει καμία ασφάλιση ανεργίας. Τα στολίδια της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας δεν υπάρχουν.

Ενώ ο Μαρξ πίστευε ότι ο καπιταλισμός, ως μια μορφή οργάνωσης της παραγωγής, θα καταλάβει τον κόσμο, είναι οι φτωχές χώρες και περιοχές που χαρακτηρίζονται από την απουσία του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής μορφές παραγωγής.

Έτσι, το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι γιατί ο καπιταλισμός δεν επέτυχε σε αυτές τις περιοχές, αφήνοντας τεράστιες διαφορές στην παραγωγικότητα μεταξύ των τόπων όπου πέτυχε και τους τόπους όπου δεν πέτυχε. Η απάντηση που έχουμε βρει είναι ότι η σύγχρονη καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει την ταυτόχρονη πρόσβαση σε πολλές διαφορετικές εισροές διοχέτευσης πόρων.

Για παράδειγμα, ας ρίξουμε μια ματιά στο Harvard Kennedy School. Για να λειτουργήσει, χρειάζεται ηλεκτρικό ρεύμα και πρόσβαση στο Internet. Χρειάζεται ένα αστικό σύστημα μεταφοράς για να είναι σε θέση να πάνε στη δουλειά οι διαφόρων ειδικοτήτων εργαζόμενοι σε αυτό. Χρειάζεται τη δυνατότητα να προσλάβει διδακτικό προσωπικό με πολύ διαφορετικά ταλέντα, έτσι ώστε να παράγουν ό,τι παράγουμε στη σχολή. Η έλλειψη οποιασδήποτε από αυτές τις εισροές θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Την ημέρα τα φώτα θα σβήσουν, το σχολείο δεν θα μπορεί να λειτουργήσει. Τη μέρα που το Διαδίκτυο θα βγει εκτός, η παραγωγικότητά μας θα υποφέρει: Οι μαθητές δεν θα ξέρουν τι να διαβάσουν και για ποιους μαθήματα, ποια γεγονότα να παρακολουθήσουν, και δεν θα είναι σε θέση να κάνουν οποιαδήποτε έρευνα.

Έτσι, η πρόσβαση σε όλες αυτές τις εισροές είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η παραγωγικότητα. Η απουσία οποιασδήποτε από αυτές τις εισροές έχει καταστροφικές συνέπειες. Έτσι, αυτό το χαρακτηριστικό της σύγχρονης παραγωγής σημαίνει ότι για να είναι παραγωγικά τα διάφορα, πρέπει να έχουν τα πάντα.

Οι προϋποθέσεις για υψηλή παραγωγικότητα είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν παντού, αλλά πολύ πιο εύκολο να επιτευχθούν σε λίγα μέρη. Έτσι, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίλημμα μεταξύ του να συγκεντρώνουν όλες τις εισροές πόρων σε μερικά σημεία, και στη συνέχεια να πάρουν τα οφέλη αυτής της συγκέντρωσης, χρησιμοποιώντας για να άρουν την ανισότητα μεταξύ των περιοχών αυτών και της υπόλοιπης χώρας, ή του να προσπαθούν να είναι πολύ δημοκρατικοί όσον αφορά στην κατανομή των διαθέσιμων πόρων, ας πούμε, ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιους τόπους, δρόμους σε άλλους τόπους και πρόσβαση στο διαδίκτυο σε ορισμένες άλλες περιοχές. Στη συνέχεια, κανένα μέρος δεν τα έχει όλα και αν δεν υπάρχει μέρος που να έχει τα πάντα, η σύγχρονη παραγωγή καθίσταται αδύνατη παντού.

Νομίζω ότι η βαθιά αιτία για αυτό το δίλημμα, είναι η παρουσία αυξανομένων αποδόσεων στις εισροές πόρων. Τι εννοούμε με αυτό; Απλά ότι η διάρθρωση του κόστους των εισροών συνεπάγεται κάποιο σταθερό κόστος και στη συνέχεια κάποια μεταβλητά κόστη. Σκεφτείτε κάθε φορά που συνδέετε ένα σπίτι με το δίκτυο ύδρευσης, το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, στο δίκτυο των αστικών συγκοινωνιών, το οδικό δίκτυο, το δίκτυο εκπαιδευτικό σύστημα, την αγορά εργασίας, ή το τραπεζικό σύστημα. Όλα αυτά απαιτούν κάποιον να πληρώσει ένα σταθερό κόστος της σύνδεσης. Το πάγιο κόστος μπορεί να είναι το σύρμα από χαλκό ή τους σωλήνες ή το δρόμο που ενώνεται το σπίτι σας σε αυτά τα δίκτυα, το λεωφορείο της γραμμής που περνά από το σπίτι σας, η δυνατότητα πρόσβασης σε μια αγορά εργασίας ώστε να μπορείτε να πάτε στη δουλειά σας και να γυρίσετε πίσω στο σπίτι το βράδυ. Αυτά τα σταθερά κόστη είναι ανεξάρτητα από το αν ένα νοικοκυριό πρόκειται να καταναλώσει 100 κιλοβάτ, 1000 κιλοβάτ, ή 5000 κιλοβάτ της ηλεκτρικής ενέργειας, ή αν πρόκειται να καταναλώσει 10 λίτρα νερό, 50 λίτρα ή 1000 λίτρα νερού.

Στη συνέχεια, υπάρχει ένα μεταβλητό κόστος. Αυτό εξαρτάται από το πόσα κιλοβάτ θα καταναλωθούν ή πόσο νερό καταναλώνεται. Αλλά πρώτα θα πρέπει συνδέσουμε το καλώδιο ή τους σωλήνες ή να φτιάξουμε το δρόμο.

Αυτά τα σταθερά κόστη δημιουργούν αυξανόμενες αποδόσεις επειδή όσο περισσότερο θα καταναλώσει κάποιος, τόσο φθηνότερο θα είναι το συνολικό κόστος ανά μονάδα. Το να πληρωθούν αυτά τα σταθερά κόστη είναι πονοκέφαλος γιατί αν κάποιος αναμένεται να είναι φτωχός, κανείς δεν θέλει να του ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό, επειδή το σταθερό κόστος για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού, δεν πρόκειται να καλυφθεί μέσα από τα λίγα χρήματα ή τις λίγες συναλλαγές που ένα φτωχό άτομο πρόκειται να κάνει. Έτσι, οι τράπεζες αποφασίζουν να μην περιλαμβάνουν τους φτωχούς στο σχεδιασμό τους. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες υπηρεσίες: Αν πρόκειται να καταναλώσετε πολύ λίγα κιλοβάτ ή κιλομπάιτ, δεν συμφέρει να συνδεθείτε και αν ο αναμενόμενος μισθός σας είναι χαμηλός σε σχέση με μια διαδρομή του λεωφορείου, δεν συμφέρει να πάτε με συγκοινωνία στην εργασία σας. Κατά συνέπεια, αυτό δημιουργεί μια παγίδα στην οποία δεν συνδέουν τους ανθρώπους επειδή είναι φτωχοί, και επειδή δεν είναι συνδεδεμένοι, είναι αντιπαραγωγικοί και ως εκ τούτου φτωχοί.

Αυτό είναι ένα θεμελιώδες δίλημμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της ανισότητας και νομίζω ότι είναι ένα θέμα που δεν έχει επαρκώς τονιστεί.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες λύσεων για το πρόβλημα αυτό. Η πρώτη είναι ότι ορισμένες τεχνολογικές καινοτομίες θα μπορούσαν να μειώσουν αυτά τα πάγια έξοδα και εάν το σταθερό κόστος μειώνεται, περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να συμπεριληφθούν. Για παράδειγμα, στην Ινδία σήμερα, η διείσδυση του κινητού τηλέφωνου είναι πάνω από 80%. Στο σταθερό η διείσδυση είναι αντιθέτως 2%. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Όχι επειδή τα σταθερά είναι πιο πρόσφατη τεχνολογία που δεν είχε το χρόνο να διαχυθεί. Είναι επειδή το σταθερό κόστος σύνδεσης ενός σπιτιού στο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας είναι πολύ υψηλότερο από το σταθερό κόστος αγοράς ενός κινητού τηλεφώνου. Ως εκ τούτου, η τεχνολογία “κινητό τηλέφωνο” διαχέεται με την ταχύτητα του φωτός, ενώ τα σταθερά δεν είναι διαδεδομένα. Στην πραγματικότητα, τα κινητά τηλέφωνα έχουν μεγαλύτερη διείσδυση από το δίκτυο ύδρευσης, το οποίο καλύπτει λιγότερο από το 50% του πληθυσμού. Έτσι οι τεχνολογίες διαχέονται όταν το πάγιο κόστος είναι χαμηλό και αν μπορούν να εφευρεθούν τεχνολογίες που θα μειώνουν αυτές τις πάγιες δαπάνες, διευκολύνεται η διάχυση.

Η μείωση του σταθερού κόστους ήταν επίσης η ιδέα πίσω από το μικροδανεισμό. Οι παραδοσιακές τράπεζες δεν δίνουν μικρά δάνεια, διότι το σταθερό κόστος της επεξεργασίας τους είναι πολύ υψηλό και θα απαιτήσει δυσβάσταχτα επιτόκια. Έτσι, αποκλείουν τους πελάτες που θα χρειαζόντουσαν ένα μικρό δάνειο, κυρίως τους φτωχούς. Οι καινοτομίες στον τομέα των μικροδανείων είναι όλες σχετικές με τη μείωση του εν λόγω πάγιου κόστους δανεισμού, μέσω ιδεών όπως ο ομαδικός δανεισμός. Το mobile banking θα μπορούσε να μας επιτρέψει να μειώσουμε κι άλλο αυτές τις πάγιες δαπάνες.

Η εναλλακτική λύση για μια τεχνολογική λύση είναι να έχουμε μια πολιτική που μοιράζει το σταθερό κόστος. Ένα καλό παράδειγμα προέρχεται από τις ΗΠΑ. Το Ηπειρωτικό Κονγκρέσσο το 1775, ένα χρόνο πριν από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ταχυδρομείο των ΗΠΑ. Αποφάσισαν να βάλουν ένα ταχυδρομείο σε κάθε ενσωματωμένη πόλη στις ΗΠΑ. Το ταχυδρομικό σύστημα ήταν το Διαδίκτυο της εποχής του. Αποφάσισαν να πληρώσουν συλλογικά για το εν λόγω σύστημα και να έχουν μια ελάχιστη χρέωση, έτσι ώστε κάθε τόπος στο εσωτερικό της χώρας θα μπορούσε να επικοινωνεί με οποιονδήποτε άλλο τόπο στο εσωτερικό της. Αυτό είναι ένα παράδειγμα διαμοιρασμού του σταθερού κόστους. Εάν δεν είχε σχεδιαστεί με αυτόν τον τρόπο, οι μικρές ή φτωχές περιοχές θα είχαν αποκλειστεί και όλοι οι άλλοι θα είχαν χάσει την ευκαιρία να επικοινωνήσουν μαζί τους. Μπορούμε να παραφράσουμε την πολιτική ως λέγοντας: “Θέλουμε ένα δίκτυο όπου όλοι είναι συνδεδεμένο και θα χρησιμοποιήσουμε την πολιτική για να σιγουρέψουμε ότι αυτό θα γίνει”

Έτσι, η πολιτική μπορεί να είναι πολύ σημαντική για τον καθορισμό της οικουμενικότητας της πρόσβασης σε ορισμένες εισροές. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να έχουμε μια σοβαρή συζήτηση για το ποιές είναι αυτές οι εισροές που πρέπει να προσπελαστούν καθολικά και ποιά είναι η λογική στρατηγική για να φτάσουμε εκεί.

πηγή: growthlab.cid.harvard.edu  σε απόδοση στα Ελληνικά από εμένα