Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

"Colonia"


Αυτές τις μέρες παίζεται στους κινηματογράφους μια ενδιαφέρουσα ταινία, με τον τίτλο "Colonia". Είναι η ιστορία μιας Γερμανίδας αεροσυνοδού η οποία είναι ερωτευμένη με ένα νεαρό χιλιανό ιδεαλιστή επαναστάτη, υποστηρικτή του Σαλβαδόρ Αγιέντε. Στην ταινία βλέπουμε πως συλλαμβάνεται αυτός από τις δυνάμεις ασφαλείας του Πινοσέτ και κλείνεται σε ένα κλειστό ίδρυμα φρίκης και βασανιστηρίων του δικτάτορα. Βλέπουμε ακόμα τις ηρωικές θυσίες της αεροσυνοδού για να παρεισφρύσει μέσα στο ίδρυμα και να σώσει τον αγαπημένο της.

Από τις πρώτες στιγμές της ταινίας προετοιμάζεσαι ότι θα δεις ένα B-Movie. Παρόλες τις καλές διαθέσεις των συντελεστών, κάποιες ομολογουμένως εξαίρετες στιγμές της ταινίας και την κλιμάκωση του σασπένς, η ταινία δεν καταφέρνει να ξεφύγει μάλλον από τα αρχικά πλαίσια.

Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο της ταινίας, ιδιαίτερα αν έχεις ένα πολιτικό background με αναφορές στα 70's, είναι ότι σε κάνει να επιστρέψεις πίσω με το μυαλό σου και να ξανασκεφθείς όλα όσα πίστευες και για τα οποία αγωνιζόσουν και συ ως νεαρός έφηβος επαναστάτης.

Ο σοσιαλιστής Αγιέντε εκλέχθηκε με δημοκρατικές εκλογές το 1970, με την υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας του. Επειδή το σύνταγμα της χώρας του καθόριζε ανώτερο όριο προεδρικής θητείας τα έξι χρόνια, προσπάθησε να επιβάλει με ταχείς ρυθμούς αυτό που ο ίδιος ονόμαζε "Το Χιλιανό μονοπάτι για τον Σοσιαλισμό".

Κατά τη γνώμη μου δεν τίθεται θέμα ότι οι αρχικές του προθέσεις του ήταν καλές. Έθεσε σε εφαρμογή πάρα πολλά πράγματα για τη στήριξη των φτωχών μαζών της χώρας του στον τομέα της εργασίας, της εκπαίδευσης και της υγείας. Προχώρησε, μέσα στην πλάνη της ιδεολογίας του, σε μαζικές κρατικοποιήσεις οικονομικών μονάδων μεγάλης κλίμακας, και τον πρώτο καιρό διατηρούσε ικανοποιητικά μακροοικονομικά  μεγέθη για τη χώρα του.

Από τον δεύτερο χρόνο και μετά αρχίσαν όμως τα προβλήματα. Σταθερή πτώση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, αλματώδης αύξηση του πληθωρισμού, σοβαρές ελλείψεις προϊόντων προς κατανάλωση.  Συνέβη δηλαδή αυτό που πλέον έχει αποδειχθεί ιστορικά κατά τη γνώμη μου και που προσωπικά ονομάζω "δομικό οικονομικό πρόβλημα του σοσιαλισμού". Οι παροχές, όταν δεν υποστηρίζονται από μια οικονομία που δημιουργεί παραγόμενο προϊόν με οικονομική αξία, όταν δηλαδή δε χρηματοδοτούνται με ένα ισχυρό νόμισμα, βαθμιαία χάνουν την αξία τους, εξαϋλώνονται, και αυτοακύρωνονται χρηματοοικονομικά. Λες ότι δίνεις δηλαδή παροχές, αλλά στην ουσία δε δίνεις γιατί καταλήγεις να μην έχεις τι να δώσεις.

Το "Χιλιανό μονοπάτι προς το σοσιαλισμό" λοιπόν αποδείχθηκε ένας σίγουρος δρόμος για την ολοσχερή οικονομική καταστροφή της χώρας. Το καλοκαίρι του 1973, και μετά από ένα δίμηνο έντονης πολιτικής κρίσης, η αντίδραση ήταν λίγο άγαρμπη. Μπήκαν τα τανξ στο προεδρικό μέγαρο και την εξουσία ανέλαβε ο δικτάτορας Πινοσέτ, ο οποίος εγκαθίδρυσε ένα τρομοκρατικό σύστημα αστυνόμευσης, όπως και περιγράφεται στην ταινία.

Γιατί να τα θυμόμαστε όμως τώρα όλα αυτά; Έχει καμιά αξία; Νομίζω ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι. Κατ΄αρχήν για τη θεραπεία της προσωπικής και συλλογικά αριστερής μνήμης. Οι αντιφάσεις σε αυτά που πιστεύαμε, και με πάθος (αντί για λογική) αγωνιζόμασταν νέοι, και σε αυτά που ανακαλύψαμε ότι ισχύουν στη πραγματικότητα είναι τεράστιες. Η αναγκαιότητα μιας αυτοψυχοθεραπείας είναι πάντα επίκαιρη.

Πέραν αυτού όμως νομίζω ότι η Χιλιανή περιπέτεια Αγιέντε - Πινοσέτ δεν έχει αναλυθεί και μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Συμπεράσματα που θα μας ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα και σήμερα περιμένουν να βγουν στην επιφάνεια.

Ένα κομβικό σημείο που θα πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα είναι η σχέση αυτού του στριφογυρίσματος της παγκόσμιας Ιστορίας με τη δημοκρατία ως πολίτευμα. Αυτό που συνέβη στη Χιλή το 1970-1973 είναι αν όχι το μοναδικό, το χαρακτηριστικότερο ιστορικό παράδειγμα όπου ο σοσιαλισμός πήγε να εγκαθιδρυθεί με δημοκρατικές εκλογές και τελικά απεσοβήθη με ένοπλη αντιδημοκρατική εκτροπή. Ο Χιλιανός πολιτικός επιστήμονας Αρτούρο Βενεζουέλα ρίχνει το φταίξιμο στον ίδιο τον Αγιέντε. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ενώ ο κοινωνικός και πολιτικός διχασμός γινόταν ολοένα και πιο εμφανής στη Χιλιανή κοινωνία, ο Αγιέντε αντί να ακολουθήσει πιο συμβιβαστικές ατραπούς, αντίθετα επιτάχυνε τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας του, καταστρέφοντας κάθε ιδέα για μια πιο ειρηνική διαδικασία, βυθισμένος μέσα στην απάτη της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του.

Κανείς δεν είπε ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Το ότι δε η ιστορία, όπως έχει ειπωθεί, επαναλαμβάνεται σα φάρσα δεν το κάνει καθόλου πιο ήπιο, μάλλον δυσχεραίνει περισσότερο τις καταστάσεις.

Σήμερα στην Ελλάδα έχουμε μια παρόμοια κατάσταση εκλεγμένης αριστερής κυβέρνησης, η οποία εξελέγη μετά από ένα ορυμαγδό ανέφικτων υποσχέσεων, παραπλάνησης του λαού, και προαγωγής ενός άκρως διχαστικού μοντέλου άσκησης πολιτικής. Αν αρχίσουμε να μετράμε ομοιότητες και διαφορές με την εκλεγμένη κυβέρνηση του Αγιέντε το 1970 στη Χιλή, τηρουμένων των αναλογιών, έχω την εντύπωση ότι θα εκπλαγούμε. Λείπει μόνο η αθωότητα της εποχής εκείνης. Αθωότητας, όπως τη ζούσαμε εμείς εδώ οι επαναστάτες του γλυκού νερού, γιατί τώρα πλέον στοιχηματίζω ότι η αθωότητα ήταν και τότε εκεί είδος εν ανεπαρκεία. Ή τουλάχιστον ήταν μια πεζή και σκληρή, μια αποτρόπαια αθωότητα.

Μπορεί στην παρούσα Ελληνική κυβέρνηση οι αιθεροβάμονες αριστεροί ιδεολόγοι να έχουν τεθεί σε εφεδρεία, και τη θέση τους στην ενεργή άσκηση πολιτικής να έχουν πάρει οι πρώην Πασόκοι αρριβίστες, η συνολική εκτίμηση της κατάστασης όμως δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρα. Οι κύριοι άξονες άσκησης πολιτικής από τον Αλέξη Τσίπρα και τους συνεργάτες του, σε συνεργασία πάντα με το πιο εθνικιστικό κομμάτι της δεξιάς, μην το ξεχνάμε αυτό, παραμένουν το ίδιο τυχοδιωκτικοί, το ίδιο διχαστικοί, το ίδιο διαπλεκόμενοι. Και όλα αυτά τυλιγμένα με ένα αναχρονιστικό μανδύα αριστερής και σοσιαλίζουσας επαναστατικότητας, αρκετής για να κρατά το φυτίλι του δυναμίτη της κοινωνικής κατάστασης σιγοαναμμένο.

Οπότε τι μένει από όλα αυτά; Με σοβαρή, συστηματική και οργανωμένη πολιτική παρέμβαση των πραγματικά αναπτυξιακών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων όλα τα παραπάνω είναι δυνατό να αλλάξουν. Πλέον υπάρχει και η πείρα και οι ιστορικές αναφορές. Το πιο ουσιαστικό όμως είναι να κρατήσουμε σώα τη δημοκρατία μας, και αυτή θα δώσει τη διέξοδο. Οι Αγιέντε δεν καταπολεμούνται με τους Πινοσέτ
πηγές:

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Μαύρο στα κανάλια. Φως στην ιδεολογία. (Του Δημήτρη Ραυτόπουλου από το Athens Voice)

Δεν ήταν παρόλα που ξέφυγε από το έρκος υφυπουργικών οδόντων η δήλωση ότι η αυτονόμηση των ΜΜΕ είναι παθογένεια της Δημοκρατίας. Το επαναβεβαίωσε ο ίδιος ο κ. Χρ. Βερναρδάκης με αγωνιστική παρρησία, εξηγώντας ότι η άποψή του δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελεί ιδεολογικό προαπαιτούμενο. Και ως προς αυτό έχει δίκιο. Η ιδεολογία της ριζοσπαστικής αριστεράς θέλει την ενημέρωση των πολιτών κρατική υπόθεση· με τον έλεγχο, εννοείται, του κόμματος μονιμοποιημένου στην εξουσία. Διαφορετικά δεν θα ήθελε, βέβαια, κηδεμονία των ΜΜΕ από μια δεξιά κυβέρνηση π.χ., αφού η «παθογένεια» της Δημοκρατίας επιτρέπει την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία…

Η ριζική θεραπεία, επομένως, είναι η απαλλαγή από την αρχιπαθογένεια: τη Δημοκρατία.

Οι κυβερνητικές απόπειρες για τον έλεγχο των ιδιωτικών ΜΜΕ, μετά την ΥΕΝΕΔοποίηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, δεν είναι απλό επεισόδιο αυταρχισμού μιας διακυβέρνησης καταστροφικής και ανίκανης. Μαζί με την κομματικοποίηση του κράτους, εντάσσεται σε μια ολοκληρωτική αντίληψη ηγεμονίας λενινοσταλινικής μορφής.

Αυτού του είδους οι τάσεις ονομάζονται συνήθως φασιστικές, αλλά ορθότερο θα ήταν το επίθετο λενινικές. «Ο Μουσολίνι είναι ο πίθηκος του Λένιν»¹ είχε πει ο Καρλ Κάουτσκι, θεωρητικός του μαρξισμού και ηγετική μορφή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας («αποστάτης» βέβαια).

Πράγματι. Τον ολοκληρωτισμό, που σακάτεψε την ανθρωπότητα τον περασμένο αιώνα, τον μοιράστηκαν φασισμός/ναζισμός και λενινοσταλινισμός, αλλά την αναμφισβήτητη πρωτιά την είχε ο δεύτερος. Όχι μόνο στη λογοκρισία και στον έλεγχο κάθε μορφής έκφρασης αλλά γενικότερα στην όλη επιστροφή στη βαρβαρότητα, με την κατάργηση του κράτους δικαίου και της κοινωνίας των πολιτών, με την ανθρωποκτηνοτροφία των στρατοπέδων, τις γενοκτονίες, τις μαζικές σφαγές.

Ας περιοριστούμε όμως στον έλεγχο του λόγου, γιατί είναι η προϋπόθεση, ο όρος για την υποταγή και την κοπαδοποίηση των «μαζών». Ο Λένιν την προγραμμάτισε κατά την πρώτη απόπειρα κατάληψης της εξουσίας, το 1905. Και την εφάρμοσε από την πρώτη μέρα της εξουσίας του, τον Οκτώβριο του 1917. Έγραφε το 1905: «Οι εκδόσεις, τα τυπογραφεία, τα βιβλιοπωλεία, τα αναγνωστήρια, οι βιβλιοθήκες, όλα όσα σχετίζονται με την παραγωγή και τη διακίνηση του βιβλίου πρέπει να τεθούν κάτω από τον έλεγχο του κόμματος και να του δίνουν λογαριασμό»². Αν υπήρχε τότε ραδιοτηλεόραση, λέτε να την άφηνε ξεκαπίστρωτη ο Βλαδίμηρος Ίλιτς; Ή μήπως θα ήταν η πρώτη στον κατάλογο; Οπωσδήποτε, η πρώτη πράξη της σοβιετικής εξουσίας ήταν η απαγόρευση των άλλων κομμάτων και των εφημερίδων. Εφεξής, στη σοβιετική επικράτεια μόνο δύο εφημερίδες κυκλοφορούσαν, η πρωινή «Πράβδα», όργανο της Κ.Ε. του κόμματος, και η απογευματινή «Ισβέστια», όργανο της κυβέρνησης. Στις μεγάλες πόλεις ανατυπώνονταν με προσθήκες ανακοινώσεων των τοπικών κομματικών και διοικητικών αρχών. Έτσι π.χ. στην Ουκρανία, την εποχή του διωγμού των «κουλάκων», της κολλεκτιβοποίησης (κολχόζ, σοβχόζ) και της μεγάλης πείνας με εκατομμύρια νεκρούς και μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, ακόμα και εθνοτήτων, οι εφημερίδες πανηγύριζαν νίκες του σοσιαλισμού, αφθονία αγαθών, γενική ευτυχία, απομόνωση των προδοτών. (Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός της υποδοχής ως ελευθερωτών των ναζιστικών ορδών στην Ουκρανία το 1941, αλλά και των φασιστικών απηχήσεων σήμερα).

Ο Λ. Τρότσκυ, τότε (1905), υπερασπιζόταν τη λογοκρισία και τον κομματικό έλεγχο της πληροφόρησης, με μια εμπαθή ρητορική που θύμιζε συριζέικα επιχειρήματα περί διαπλοκής και νεοφιλελεύθερης συνωμοσίας των ΜΜΕ. «Δεν μειώνει κατά τίποτα την ελευθερία του Τύπου η απαγόρευση αντιδραστικών και φιλελεύθερων συκοφαντιών» έγραφε.³

Ο έλεγχος της πληροφορίας, της σκέψης και της έκφρασης ήταν ταυτόσημος στα δύο ολοκληρωτικά συστήματα, το λενινοσταλινισμό και το ναζισμό. Όπως ο Λένιν, έτσι και ο Χίτλερ στο «Mein Kampf» (1931) προέβλεπε: «Πρέπει κάθε έντυπο, από το αλφαβητάριο όπου το παιδί μαθαίνει να διαβάζει, μέχρι την τελευταία εφημερίδα, κάθε θέατρο και κάθε κινηματογράφος, κάθε κολώνα αφισοκόλλησης, κάθε τοίχος μάντρας να είναι στην υπηρεσία αυτής της μοναδικής αποστολής» (του ναζισμού). Στην ολοκληρωτική οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους, ο λενινικός κομμουνισμός προηγήθηκε κατά πολύ του ναζισμού. «Ο Λένιν τη δίδαξε όχι μόνο στον Στάλιν αλλά και στον Μουσολίνι και έμμεσα, μέσω των Γερμανών κομμουνιστών, στον Χίτλερ».4

Η λενινική ντιρεκτίβα του 1905 αναφερόταν κατά κύριο λόγο στη λογοτεχνία και χρωματιζόταν από μόλις συγκρατούμενο μίσος κατά της πολυφωνίας, της διαλογικότητας, της ελευθερίας του πνεύματος και της φαντασίας. Έπρεπε να γίνει η λογοτεχνία «γρανάζι» και «μπουλόνι» της κομματικής προπαγάνδας. Έγραφε ο Λένιν: «Η λογοτεχνία πρέπει να είναι η λογοτεχνία του κόμματος. Το σοσιαλιστικό προλεταριάτο πρέπει να αξιοποιήσει την αρχή της κομματικής λογοτεχνίας και να τη μεταχειριστεί σαν αντίβαρο στην εξουσία του φιλελεύθερου Τύπου της μερκαντιλιστικής μπουρζουαζίας, αντίβαρο στον "αριστοκρατικό αναρχισμό" και στο κυνήγι του κέρδους […] Έξω οι άνθρωποι των Γραμμάτων που σνομπάρουν το κίνημα! Έξω οι υπεράνθρωποι της γραφής! Η λογοτεχνική δραστηριότητα πρέπει να είναι το γρανάζι και το μπουλόνι ενός μεγάλου σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού που κινείται κάτω από την άγρυπνη πρωτοπορία της εργατικής τάξης […] Οι άνθρωποι των Γραμμάτων οφείλουν να τεθούν στην υπηρεσία των οργανώσεων του κόμματος».5

Το άρθρο του Λένιν μεταφράστηκε στα γερμανικά το 1924 και έγινε το εγκόλπιο των κομμουνιστών διανοούμενων. Θεωρείται ότι αυτές οι λενινικές αρχές ενέπνευσαν τον Μάο Τσε Τουνγκ, αλλά και τον Μουσολίνι που ήταν, στα νιάτα του, θαυμαστής του Λένιν. Το κυριότερο είναι ότι εφαρμόστηκαν με εξίσου βάρβαρο τρόπο από τη σοβιετική εξουσία· με τον τερατώδη μηχανισμό λογοκρισίας και προπαγάνδας που διεύθυνε η Agitprop, τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής, με το «Επιτροπάτο του λαού για τη διαπαιδαγώγηση» και τον ΙΖΟ (τομέα Καλών Τεχνών).

Έτσι δολοφονήθηκε (είναι η αρμόδια λέξη) μία από τις μεγαλύτερες εθνικές λογοτεχνίες, εκείνη που έδωσε στον κόσμο μορφές σαν του Ντοστογιέφσκι, του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Τολστόι, του Πούσκιν. Η ποίηση εξαφανίστηκε κυριολεκτικά, η πεζογραφία πνίγηκε από τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, οι πρωτοπορίες στη λογοτεχνία και την τέχνη κατέληξαν σε αυτοκτονίες, αυτοεξορία στη Δύση, Γκουλάγκ, σιωπή. Είναι το μόνο καθεστώς στην ιστορία, όπως είπε ο Κορν. Καστοριάδης, που δεν άφησε ίχνη πολιτισμού. Μόνο οι κλασικές ερμηνευτικές τέχνες, δηλαδή η δεξιοτεχνία και όχι η καθαυτό δημιουργία, είχαν καλές επιδόσεις (μπαλέτο, όπερα, σολίστ, σκηνοθεσία) και αυτό είναι κραυγαλέο χαρακτηριστικό στραγγαλισμού της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας από ένα τυραννικό καθεστώς. Κατά μια –δυσανάλογη έστω– αντιστοιχία, το ίχνος πολιτισμού που θα αφήσει η «πρώτη φορά Αριστερά» θα είναι μάλλον το ανέβασμα του Ξηρού στο Εθνικό (ως πρωτοπορία, στην Πειραματική σκηνή), ο Λαζόπουλος και οι ξενέρωτες γυροβολιές στην πίστα ή στις εκλογικές εξέδρες.

Οι αυταρχικές παρορμήσεις για τον έλεγχο του λόγου εκδηλώθηκαν πάντα, στην ιστορία, στο βαθμό που μεγάλωνε η εμβέλεια του λόγου και διευρυνόταν το κοινό. Αυτό έγινε στην Αθηναϊκή Πολιτεία με τη θανάτωση του Σωκράτη –το πρώτο έγκλημα της Δημοκρατίας–, με τη δίωξη του Αναξαγόρα, με τις επεμβάσεις κατά του Αριστοφάνη, που η «παρρησία» του ενοχλούσε τον Κλέωνα, όχι όμως τον Περικλή… Αυτό έγινε με τη διάδοση της τυπογραφίας του 16ου αιώνα που προκάλεσε τη βαρβαρότητα της θρησκευτικής λογοκρισίας επί 4 αιώνες, με τον Κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού. Αυτό έγινε στην Αγγλία του 17ου αιώνα με την ανάπτυξη του αστικού φιλελευθερισμού και του Τύπου.

Το μέτρο που καθιέρωνε κρατική άδεια για την έκδοση εφημερίδας και η λογοκρισία ήταν η θρυαλλίδα των φιλελεύθερων επαναστάσεων που επέβαλαν το πρώτο σύγχρονο Σύνταγμα, το Bill of Rights, το 1689. Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα, το 1789, η Γαλλική Επανάσταση έδωσε στο δυτικό πολιτισμό τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, όπου το άρθρο 11, γραμμένο από τον Μιραμπώ, ορίζει: «Η ελεύθερη ανακοίνωση σκέψεων και γνωμών είναι από τα πολυτιμότερα δικαιώματα. Κάθε άνθρωπος μπορεί να μιλάει, να γράφει και να τυπώνει ελεύθερα και είναι υπεύθυνος για την κατάχρηση αυτής της ελευθερίας στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος». Σ’ αυτή τη σειρά των ιστορικών «89» προστέθηκε, στη διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, το 1989, η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ο διάβολος και του Μανώλη η σκούφια: εκείνη τη χρονιά δημιουργήθηκε στη μικρή μας Ελλάδα η πρώτη ανεξάρτητη αρχή, θεσμός προστασίας της νομιμότητας και της ανεξαρτησίας του Τύπου, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Και τώρα, αναγεννημένος ο ανύπαρκτος «υπαρκτός» με τη συνδρομή και της ολίγης ακροδεξιάς, αχρηστεύει το ΕΣΡ και ονειρεύεται Λένιν (βλ. παραπάνω).

Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός, με ευσεβή αναφορά στο λενινοσταλινικό κομμουνισμό, μας θύμισε το ανέκδοτο του Σοβιετικού Συντάγματος, που καταργούσε την εκμετάλλευση ανθρώπων από άνθρωπο! Πράγματι, αυτό βεβαίωνε στο προοίμιό του το αναθεωρημένο σοβιετικό Σύνταγμα του 1946, και μάλιστα όχι ως επαγγελία, αλλά ως πραγμάτωση: «Η Σοβιετική εξουσία προγραμμάτισε βαθύτατες κοινωνικο-οικονομικές μεταρρυθμίσεις, έβαλε τέλος για πάντα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο…»

Στην πραγματικότητα, το σοβιετικό καθεστώς ξεπέρασε και τον πιο άγριο καπιταλισμό στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αν πάρουμε στοιχεία από την αγορά εργασίας και χωρίς να λογαριάσουμε την αναβίωση της δουλοκτησίας, με δουλοκτήτη το κράτος και δούλους τον πληθυσμό του «αρχιπελάγους Γκούλαγκ». Έγραφε ο Λ. Τρότσκυ το 1936: «Υπάρχουν μισθοί 100 ρουβλίων και άλλοι 8-10 χιλιάδων ρουβλίων.

Οι μεν ζουν σε τρώγλες, με τρύπια παπούτσια, οι άλλοι μετακινούνται με πολυτελή αυτοκίνητα και διαθέτουν πολυτελή διαμερίσματα, βίλα κοντά στη Μόσχα και άλλη βίλα στον Καύκασο».6

Ο Γάλλος κομμουνιστής οικονομολόγος Σαρλ Μπετελέμ διαπίστωνε την εξής εισοδηματική κλίμακα: εργάτης 100 ρούβλια, διευθυντής 3000 ρ., συγγραφέας (καλός κομματικός) 16.000 ρ., αντιπρόεδρος της κυβέρνησης 25.000 ρ. (250 εργατικοί μισθοί). 7

Κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη («Η γραφειοκρατική κοινωνία», 1973) το 15% του σοβιετικού πληθυσμού καρπούται το 84% του κοινωνικού προϊόντος και ο λαός –το 85% του πληθυσμού– το 16%, έχουμε δηλαδή μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη.

Τα προνόμια και τη χλιδή της νομενκλατούρας δεν τα είχε, μετά το μεσαίωνα, καμιά κοινωνική τάξη στη Δύση. Αντίστοιχα, το προλεταριάτο (που η δικτατορία ήταν δική του!...) ζούσε στη μιζέρια: από τη διατροφή, τη στέγαση, την περίθαλψη, ως τις συντάξεις πείνας. Πασίγνωστες είναι οι τεράστιες ουρές για προμήθεια τροφής και οι άθλιες συνθήκες κατοικίας: 4-9 τ.μ. κατ’ άτομο, κοινή κουζίνα, τουαλέτα, λουτρό… (κατά όροφο).

Τα πλήρη αποκαλυπτήρια αυτής της βάναυσης εκμεταλλεύτριας τάξης έγιναν το 1980 με την έκδοση στη Γαλλία και στη Γερμανία του βιβλίου του σοβιετικού ιστορικού Μίκαελ Βοσλένσκτυ, «Η Νομενκλατούρα - Οι προνομιούχοι στην ΕΣΣΔ». Το σύνολο των προνομιούχων υπολογιζόταν σε 750.000 – 3 εκατ. με τα μέλη των οικογενειών τους, δηλαδή λιγότερο από 1,5% του σοβιετικού πληθυσμού. Το 1970, σε διευθυντικές θέσεις του κόμματος και του κράτους σημειώνονται 76.847 πρόσωπα: είναι η αφρόκρεμα της ελίτ. Συνολικά 250.000 πρόσωπα ασκούν εξουσία, μικρή ή μεγάλη: το 1 τοις χιλίοις του πληθυσμού. Η περιγραφή των προνομίων τους, των αηδιαστικών ηθών τους, του τρόπου ζωής τους θα προκαλούσε ντροπή και σε πίθηκο. Ήταν η μόνη άρχουσα τάξη που είχε το «λίμπρο ντ’ όρο» και στην εποχή μας. Νομενκλατούρα = ονομαστικός κατάλογος. Ο νομενκλάτωρ ήταν ισόβιος, όσο ανίκανος ή διεφθαρμένος και αν αποδειχνόταν. Επιλεγόταν για να γραφτεί στη Νομενκλατούρα με κριτήρια κομματικά (καλή ώρα…) και όχι ικανότητες. Παρέμενε στη νομενκλατούρα ισοβίως, ακόμα και αν έχανε το πόστο του, εκτός αν έκανε κομματικό στραβοπάτημα. Επιζούσε το «μπαξίς» στις υπηρεσίες, αλλά και το απίστευτο: αγοραπωλησία των πόστων, με ταρίφες που σημειώνονταν σε εμπιστευτικές εκθέσεις. Αναφερόταν π.χ. ότι το 1969 το πόστο του α΄ κομματικού γραμματέα περιοχής του Αζερμπαϊτζάν κόστιζε 200.000 ρούβλια (2 χιλιάδες μισθοί εργάτη ). Ο λόγος που το κόμμα (του ηθικού πλεονεκτήματος) ανεχόταν τη διαφθορά-θεσμό ήταν απλός: η αγοραπωλησία και η υψηλή ταρίφα εξασφάλιζαν τη διαδοχή στα πόστα ανθρώπων της νομενκλατούρας, των μόνων που διέθεταν κεφάλαια!... Η άρχουσα τάξη στην ΕΣΣΔ ήταν κληρονομική και δεν είχε τους κινδύνους της Γουώλ Στρητ, των κρίσεων, του Χρηματιστηρίου. Ο νομενκλάτωρ ροχάλιζε ήσυχος.

Δεν ήταν έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι κατά την εξέγερση των εργατών στην Πολωνία, από τα κυριότερα αιτήματα ήταν «η κατάργηση της Νομενκλατούρας». Τότε έγινε παγκόσμια γνωστή η λέξη. Οι μόνες εργατικές εξεγέρσεις στη μεταπολεμική Ευρώπη έγιναν στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έχω όμως μια απορία: γιατί ο πρωθυπουργός χρειάστηκε να επικαλεστεί το Σοβιετικό Σύνταγμα. Δεν είχε παρά να επαναλάβει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης· η 13η σύνταξη φτάνει από ώρα σε ώρα. Για να πάρει φόρα κάνει πίσω. Είμαστε ακόμα στην 7η…

Αντίθετα, δεν είναι τυχαίο ότι ανέσυρε τη σοβιετική κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο κατά τη συζήτηση για τον έλεγχο των ΜΜΕ. Το Σοβιετικό Σύνταγμα, πάλι, εκτός από την παραδείσια ισότητα, κατοχύρωνε και την ελευθερία του Τύπου. Αλλά: «Άρθρο 50. Σε αντιστοιχία με τα συμφέροντα των εργαζομένων και με σκοπό το δυνάμωμα του σοσιαλιστικού συστήματος, στους πολίτες της ΕΣΣΔ εξασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου, του Τύπου, των συγκεντρώσεων…» κ.λπ. Εξασφάλιζε, δηλαδή, την ελευθερία να συμφωνούν.

Το λαμπρό εκείνο Σύνταγμα του '18 του Λένιν και του '41 του Στάλιν κατοχύρωναν, με τον ίδιο τρόπο, τις πολιτικές ελευθερίες, την κριτική (άρθρο 49: Καταδίωξη για κριτική απαγορεύεται), τις ελεύθερες εκλογές (με ένα κόμμα!).

Για τους διαφωνούντες, απρόθυμους, μη ζητωκραυγαστές υπήρχε η τρομοκρατία, το Γκούλακ, οι αγγαρείες, η πείνα. Αυτά τα τελευταία τα διαφήμιζε ως απόλυτο όπλο του σοσιαλισμού, ο μεγάαααλος Λένιν:

«Το μονοπώλιο του ψωμιού, το δελτίο ψωμιού, η γενικευμένη αγγαρεία, ιδού ποιο είναι, στα χέρια των παντοδύναμων Σοβιέτ, το καλύτερο μέσον ελέγχου8
[…], πιο τρομερό και από την γκιλοτίνα. Η γκιλοτίνα απλώς τρομοκρατούσε, εξουδετέρωνε τις δραστικές αντιστάσεις. Θέλουμε κάτι περισσότερο […] θέλουμε να τσακίσουμε την παθητική αντίσταση, που είναι πιο επίφοβη και επιβλαβής. Και έχουμε το μέσον. Αυτό είναι το μονοπώλιο του ψωμιού, το δελτίο, η γενικευμένη αγγαρεία».

Αυτό, βέβαια, είναι ένα μάξιμουμ πρόγραμμα. Το ιδανικό, η κατάργηση της εκμετάλλευση... κ.τ.λ. η γενικευμένη φτώχεια, η καταστροφή της ιδιωτικής οικονομίας, η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, το μαύρο στον εγκέφαλο. Για την ώρα, προϋπόθεση είναι ο έλεγχος του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, ένα άλλο παράλληλο πρόγραμμα.

Κατά της διαπλοκής, βεβαίως-βεβαίως…

1 Karl Kautsky «Le bolchevisme dans l’ impasse» Paris, PUF 1982, 6. 109-112
2 Lenin «Partinaia Organizatsii I partinaia literatura» (κομματική οργάνωση και κομματική λογοτεχνία) Μόσχα 1965, σ. 5-6
3 Bertram D. Wolf, «Three who made a Revolution», Ν. Υόρκη, 1948, σ. 324
4 L. Saphiro, «Totalitarianism» Λονδίνο 1972, σ. 23
5 Λένιν, ο.π.
6 L. Trotsky, «Buletin oppositsii» αρ. 52-53, Οκτώβριος 1936
7 Charles Bettelem «Η σοβιετική σχεδιοποίηση», 1945
8 Lenin, XXXVI (σοβ. Έκδοση Απάντων) κεφ. 6 στο: Vladimir Volkoff, La Trinité du mal ou Réquisitoire pour servir au procès posthume de Lénine, Trotsky, Staline, Ed. De Fallois/ L ‘Âge d’Homme, 1991, σ. 65


πηγή: athensvoice.gr

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Διοίκηση και δημοκρατία, ελευθερία και λογοκρισία.

Σήμερα θέλω να μιλήσω για μια λογοκρισία που δεν ήταν λογοκρισία. Μια μη λογοκρισία. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να το κάνω προσπαθώντας, στο μέτρο του δυνατού,  να μην αναφερθώ καθόλου στη συνέχεια σε αυτήν τη λογοκρισία, που δεν ήταν λογοκρισία.


Αντίθετα θα μιλήσω για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία ως δομικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Θα μιλήσω και για τους θεσμούς. Τους θεσμούς ως αρμούς ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Τους θεσμούς, επίσης, ως μέσο διασφάλισης της ελευθερίας σε μια κοινωνία. Και για τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τη διοίκηση των επιχειρήσεων ως θεσμικό εργαλείο λειτουργίας των εταιρικών συλλογικοτήτων, οι οποίες δρουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.


Ας ξεκινήσω λοιπόν από το τελευταίο. Οι εταιρικές συλλογικότητες μιας κοινωνίας, είναι οι κατ΄εξοχήν μορφές ελεύθερης βούλησης και δραστηριοποίησης των μελών της. Αποτελούν δε και μια μορφή ποιοτικής ολοκλήρωσης της κοινωνίας, υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν τη συνεργασία των ατόμων - μελών της, συμβάλλοντας έτσι στην ποιοτικότερη κοινωνικοποίησή τους.


Η συνεργασία αυτή για να είναι αποτελεσματική πρέπει να διέπεται από όρους. Οι όροι αυτοί γίνονται κοινά αποδεκτοί από τα μέλη των συλλογικοτήτων, και αναφέρονται σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις σε σχέση με το χαρακτήρα της συλλογικότητας. Αναφέρονται, στο στόχο της συλλογικότητας, στο πλάνο της, στο όραμά της, στο ρόλο και το νόημα της ύπαρξής της. Αναφέρονται επίσης και στον τρόπο, τους κανόνες λειτουργίας της, καθώς και στον τρόπο διοίκησής της.


Αυτό το τελευταίο, ο τρόπος διοίκησής της, είναι το πιο σημαντικό από όλα, διότι αυτό είναι που εξασφαλίζει και την επιτυχία όλων των προηγουμένων. Δηλαδή είναι η επιτυχημένη διοίκηση μιας εταιρικής συλλογικότητας, που θα φέρει αποτελεσματικά σε πέρας τους στόχους, πλάνα και οράματα, τα οποία έχουν τεθεί.


Η εξέλιξη της διοικητικής πρακτικής διαχρονικά μας έχει δείξει ότι αυτή πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένες αρχές. Αυτές οι αρχές αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατικής ελευθερίας, όσον αφορά στη λειτουργία αυτού του κοινωνικού κυττάρου, το οποίο το ονομάσαμε εταιρική συλλογικότητα. Ας αναφέρουμε περιληπτικά κάποιες από αυτές.


Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας, δεσμεύεται από τις αποφάσεις τις οποίες έχει πάρει με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο η συλλογικότητα εν συνόλω. Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας είναι ελεύθερη να παίρνει όποιες αποφάσεις κρίνει ότι εξυπηρετούν τη λειτουργική επίτευξη των όποιων σκοπών, στόχων, και οραμάτων έχει θέσει η εταιρική συλλογικότητα μέσω των ελεύθερα και δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων. Λογοδοτεί ακόμα σε τακτές χρονικές περιόδους απέναντι στη εταιρική συλλογικότητα η οποία την έχει διορίσει, και μόνο σε αυτήν. Παρένθεση. Η διοίκηση εννοείται ότι λογοδοτεί, εκπροσωπώντας τη συλλογικότητα, εάν κατά τη διάρκεια της παραβεί άλλους γενικότερους κανόνες, στους οποίους εμπίπτει, και οι οποίοι έχουν τεθεί θεσμικά σε επίπεδο ανώτερο της εταιρικής συλλογικότητας. Αλλά, και όταν αυτό συμβαίνει, γίνεται πάντα με θεσμικό τρόπο. Ας μας μείνει όμως, για να το χρησιμοποιήσουμε και πιο μετά, ότι, για λόγους σωστής άσκησης των δημοκρατικών ελευθεριών μας, η διοίκηση επιβάλλεται να λογοδοτεί σε αυτόν που θεσμικά οφείλει να το κάνει, και μόνο σε αυτόν.


Μορφές εταιρικών συλλογικοτήτων υπάρχουν πολλές. Κάποιος θα μπορούσε να τις διαχωρίσει σε μορφές οικονομικού και μη σκοπού. Αυτός ο διαχωρισμός είναι λίγο παρωχημένος, εφόσον, με την ευρεία έννοια, όλες οι εταιρικές συλλογικότητες θέλουν να πετύχουν όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά τον σκοπό τους με τη χρήση και τη κατανάλωση όσο το δυνατόν λιγότερων πόρων.

Ένας άλλος μάλλον πιο πετυχημένος διαχωρισμός είναι οι εταιρικές συλλογικότητες εμπορικού σκοπού, με σκοπό δηλαδή το κέρδος, και οι συλλογικότητες μηδενικού αποτελέσματος. Οι συλλογικότητες δηλαδή που στο τέλος δε θέλουν να “μείνει και κάτι” στους φορείς τους (δηλ. σε ατομικό επίπεδο στα μέλη που τις απαρτίζουν), αλλά αντίθετα επιθυμούν οι πόροι που διαθέτουν να διατεθούν με τη μέγιστη ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Αυτές οι τελευταίες εταιρικές συλλογικότητες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πολιτιστικούς συλλόγους, καλλιτεχνικές ομάδες, ομάδες κοινής ωφέλειας, μη κυβερνητικούς οργανισμούς, αλλά και κυβερνητικούς (με την έννοια της γενικής διακυβέρνησης) , κρατικούς οργανισμούς.


Πριν προχωρήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε ότι, όσον αφορά στις κατηγορίες δραστηριοποίησης των οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, και ειδικά τις καλλιτεχνικές συλλογικότητες, τίποτα δεν εμποδίζει να απαντώνται και σε μορφή εμπορικού κερδοσκοπικού οργανισμού. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να επιζητείται κιόλας, εφ΄όσον αυτό διασφαλίζει, ανάμεσα σε άλλα, υψηλότερα επίπεδα επαγγελματισμού, και χαμηλότερα επίπεδα διάχυσης της ευθύνης. Μερικές φορές όμως είναι αναγκαία και η παρουσία οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, εφ΄όσον η ιδιωτική πρωτοβουλία αδυνατεί να προχωρήσει στη υλοποίηση κάποιας επένδυσης με αναμφισβήτητο τρόπο κοινωνικά αναγκαίας όμως, για τη δημιουργία υποδομών κάθε είδους, υλικών και πνευματικών. Πρόκειται δηλαδή για μια μορφή συνέργειας σε ευρύ κοινωνικό επίπεδο, η οποία, ειδικά εξ αιτίας αυτού του χαρακτήρα της, θα πρέπει να διέπεται από ενδελεχή έλεγχο.


Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η διοίκηση όλων των ειδών των παραπάνω οργανισμών, τους οποίους συγκροτούν οι εταιρικές συλλογικότητες, διέπεται από τους ίδιους κανόνες. Να υπενθυμίσω εδώ ότι οι διοικήσεις των οργανισμών είναι θεσμοί οι οποίοι διασφαλίζουν την ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία τους, όπως είναι ενταγμένοι μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Γι αυτό και έχει σημασία να τηρούνται ακριβώς οι κανόνες οι οποίοι θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία, και την ελευθερία της διοίκησης. Ο βασικότερος κανόνας, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, είναι ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτόν που είναι υποχρεωμένη θεσμικά να το κάνει, και σε κανέναν άλλον. Αυτός είναι κανόνας για τη διατήρηση μια σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας.


Πολλές φορές όμως δημιουργούνται παράκεντρα, και παραομάδες, που ασκούν εξωθεσμική πίεση προς την κατεύθυνση των ενεργειών μιας εταιρικής συλλογικότητας, όταν αυτές οι ενέργειες επιρρεάζουν πιο άμεσα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ευρύτερα κοινωνικά σύνολα.


Αυτή η πίεση, όταν ασκείται με εξωθεσμικό τρόπο, τελικά καταλήγει στο να πλήττει απευθείας τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας, και να υποσκάπτει τα στοιχεία ελευθερίας που τη συνθέτουν. Καλό θα ήταν να αναφέρουμε και ένα δυο παραδείγματα, ώστε να διαπιστώσουμε πως εφαρμόζεται στην πράξη με τέτοιες ενέργειες ο ελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας.


Πρώτα ας δούμε μια υποθετική περίπτωση, η οποία αφορά τις ενέργειες ενός καθαρά κερδοσκοπικού εμπορικού οργανισμού. Η διοίκηση μιας τυχαίας εντελώς εταιρείας αποφασίζει την πραγματοποίηση μιας μεταλλευτικής επένδυσης σε μια τυχαία εντελώς περιοχή. Από την πρώτη στιγμή οργανώνονται αντιδράσεις ενάντια σε αυτήν την επένδυση με την αιτιολογία ότι αυτή βλάπτει το περιβάλλον. Οι αντιδράσεις αυτές παίρνουν και θεσμική και εξωθεσμική μορφή. Ακολουθείται και ο δρόμος της νομότυπης υποβολής ενστάσεων, με τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας συμμορφώνεται, όπως ορίζουν οι κανόνες της κοινωνίας στην οποία επέλεξε να επιχειρήσει. Ακολουθείται όμως και ο δρόμος των βίαιων αντιδράσεων από εξωθεσμικά επίκεντρα αντίθετων τοπικών μικροσυμφερόντων, ομάδες που συνεπικουρούνται από κάθε επάγγελμα και καθ΄έξιν οικοακτιβιστές, και λοιπούς επαναστάτες. Ακολουθούν παράνομοι αποκλεισμοί της εταιρείας, σαμποτάζ, καψίματα, και εν γένει μια βίαιη αναταραχή. Είναι ξεκάθαρο σε αυτήν την περίπτωση ότι η διοίκηση της εταιρείας εκβιάζεται με βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο να διακόψει τις εργασίες.

Επιχειρείται δηλαδή με σκανδαλώδη τρόπο να της στερηθεί η ελευθερία, και απαιτείται να λογοδοτήσει και να υποκύψει στους εκβιασμούς ομάδων, οι οποίες προσπαθούν με εξωθεσμικό, και άρα αντιδημοκρατικό τρόπο να της επιβάλλουν την άποψή τους. Είναι σαφές ότι η διοίκηση της εταιρείας δεν έχει καμιά υποχρέωση να λογοδοτήσει σε αυτές τις εξωθεσμικές ομάδες. Η μόνη υποχρέωση της είναι απέναντι στους μετόχους της εταιρείας οι οποίοι την εξέλεξαν και τη διόρισαν, και της εταιρείας συνολικά απέναντι στη θεσμικά και δημοκρατικά συντεταγμένη κοινωνία.


Στη συνέχεια μπορούμε να επιχειρήσουμε να μελετήσουμε μια εντελώς τυχαία, και εντελώς υποθετική περίπτωση, ενός μηδενικού αποτελέσματος κρατικού θεατρικού οργανισμού, ο οποίος επιλέγει να ενσωματώσει στο πρόγραμμά του ένα θεατρικό έργο για το οποίο μεγάλη μερίδα συμπολιτών έχει αντιρρήσεις.

Πριν προχωρήσουμε όμως είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα, ώστε να βοηθηθούμε στην ανάλυσή μας. 

Πρώτα, έχουμε να κάνουμε με την έννοια του κρατικού θεάτρου. Ένα κρατικό θέατρο είναι από τη φύση του μηδενικού αποτελέσματος. Δηλαδή προέχει η έννοια της μεγιστοποίησης του κέρδους του κοινωνικού συνόλου, και όχι του κέρδους των φορέων του. Με αυτήν την παραδοχή, γίνεται πιο σύνθετο να εξετάσουμε σε ποιόν λογοδοτεί η διοίκηση, σε ποιόν χρόνο, και με ποιά κριτήρια. Είναι φανερό ότι, για διατηρηθούν ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας, ενός κρατικού θεάτρου μια φιλελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας πρέπει να τηρηθούν επακριβώς οι όροι και οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ασκείται, ελέγχεται και λογοδοτεί η διοίκηση. Οι όροι και οι κανόνες αυτοί έχουν τεθεί για να διασφαλίζουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κατά τεκμήριο ορίζουν ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που την εξέλεξαν, οι οποίοι και αποτελούν θεσμικά την κοινωνική συλλογικότητα, στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο της κοινωνίας, στο χρόνο που ορίζεται από το καταστατικό του οργανισμού, και με κριτήριο την επίτευξη των στόχων πλάνων και οραμάτων που έχει υιοθετήσει, και έχει κάνει αποδεκτά, η κοινωνική συλλογικότητα, δηλαδή με θεσμικό τρόπο η κοινωνία.

Το δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι ένας θεατρικός οργανισμός, αυτονόητα αφορά στην τέχνη. Την τέχνη όπως η δημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία μας την αποδέχεται, με κοινωνικές ελευθεριότητες και πειραματισμούς. Ο καλλιτεχνικός δημιουργός απαιτείται να αφήνεται παντελώς ελεύθερος στην παραγωγή του έργου, και η κοινωνία παντελώς ελεύθερη στην κριτική του, χωρίς όμως να διαννοείται κατ΄ ελάχιστον να του στερήσει το δικαίωμα να πει αυτό που θέλει να πει. Πρόκειται για την επιτομή ενός διαλόγου, για κατ’ ουσίαν διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο δημιουργό - πομπό και την κοινωνία - δέκτη, της οποίας έχει προηγηθεί η διαλεκτική σχέση της κοινωνίας - πομπού και του καλλιτέχνη - δέκτη. Από την εποχή του Θέσπιδος ακόμα γνωρίζουμε το υπερθετικό αποτέλεσμα που επιφέρει στην κοινωνική εξέλιξη αυτή η διττή διαλεκτική σχέση, πόσο μάλλον στη σύγχρονη νεωτερική μας κοινωνία. Οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά το πιο πιθανό θα θεωρηθεί πλατειασμός.

Ας επανέλθουμε τώρα λοιπόν στο τελείως υποθετικό μας παράδειγμα, και ας υποθέσουμε ότι μερίδα των πολιτών ενοχλείται, και μάλιστα προκαταβολικά, από το από αυτούς προσλαμβανόμενο περιεχόμενο και σημαινόμενο του έργου. Έστω, για χάρη της υπόθεσης, ότι η αυτή διάθεση απέναντι στο έργο είναι πλειοψηφική μέσα στην κοινωνία.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα, ίσως και την υποχρέωση, να εκφράσει τη διαφωνία με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι θέλει να πει ο δημιουργός του έργου. Για να διατηρηθεί όμως ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινωνίας μας, αυτό πρέπει να γίνει μέσω των διεξόδων τους οποίους η ίδια η κοινωνία έχει εγκαταστήσει ώστε να προφυλάσσεται η ελευθερία και η δημοκρατία της.

Η διοίκηση ενός θεάτρου, ιδιωτικού αλλά πολύ περισσότερου κρατικού, δεν πρέπει επ’ ουδενί να νοιώσει ότι εκβιάζεται να προχωρήσει σε αποφάσεις. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να εκβιάζεται από συγκεκριμένες άτυπες ή τυπικές, κοινωνικές ομάδες, εναντίον των οποίων, βάσει του θεσμικού μοντέλου σύμφωνα με το οποίο διοικεί, δεν είναι υποχρεωμένη καν να λογοδοτήσει.

Οι διάφορης προέλευσης, σύνθεσης, και συμφερόντων, κοινωνικές ομάδες δε νομιμοποιούνται να ζητάνε να κατέβει ένα καλλιτεχνικό έργο, όσο και αν διαφωνούν με το ερέθισμα που αντιλαμβάνονται από την παρουσίασή του. Και δε νομιμοποιούνται βάσει των δυο ερμηνευτικών συλλογισμών που παρουσιάσαμε πιο πάνω.

Πρώτον, για το τι ανεβαίνει και τι όχι, σε ένα θεατρικό χώρο δεν είναι υπεύθυνες αυτές οι ομάδες, αλλά η κοινωνία μέσα από τη διοίκησή του θεάτρου την οποία και έχει θεσμικά διορίσει. Και δεύτερον, η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που θεσμικά επιβάλλεται. Αυτά όλα έχουν θεσπισθεί έτσι, ώστε να προφυλάσσεται η δημοκρατική και φιλελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας μας. Κάθε παρέκκλιση από αυτούς τους κανόνες συνιστά και ένα πλήγμα σε αυτό το μοντέλο οργάνωσης.


Στην περίπτωση δε που η διοίκηση ενός θεατρικού οργανισμού υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις των κοινωνικών ομάδων, χωρίς αυτές να περνάνε μέσα από το κοινωνικό φίλτρο που έχει επιβληθεί για να την προστατεύει να παράγει ελεύθερα το έργο της, δηλαδή να λογοδοτεί και να συμμορφώνεται με τους κανόνες οι οποίοι έχουν θεσμικά τεθεί, τότε έχουμε να κάνουμε με σαφή παραβίαση της ελευθερίας της, και εάν το έργο κατέβει, τότε εν τέλει έχουμε να κάνουμε με μια μορφή λογοκρισίας. Η λογοκρισία έχει να κάνει με το γεγονός ότι το έργο κατέβηκε εξ αιτίας εξωθεσμικών πιέσεων και διαδικασιών, οι οποίες κατέστησαν τη διοίκηση του θεατρικού οργανισμού ανίκανη να επιτελέσει ελεύθερα το έργο της, το οποίο είχε αποφασισθεί με σύννομες, θεσμικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανονισμού τον οποίο διέπει τον θεατρικό οργανισμό, και έχει γίνει θεσμικά και με δημοκρατικό τρόπο αποδεκτός από την κοινωνία μας.


Σε αυτές τις τυχαίες, και τελείως υποθετικές περιπτώσεις, το να προσπαθεί να βαφτισθεί το κρέας ψάρι, και η λογοκρισία μη λογοκρισία είναι κοινωνική υποκρισία. Καλύτερα να πούμε ότι το θεατρικό έργο κατέβηκε διότι ενοχλούσε ηθικά μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Σε αυτήν τη περίπτωση ίσως έχουμε και μεγαλύτερη επίγνωση του επικίνδυνου για τη ελεύθερη έκφραση δρόμου στον οποίο έχουμε μπει.