Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταρρύθμιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταρρύθμιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Είναι η Ιδεολογία που φρενάρει Ανόητε ! (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρύθμιση")

Γιάννης-Γαΐτης.-Οι-Πολεμιστές

Παγιδευτήκαμε σε μια υποθετική συζήτηση για την διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος που πέταξε στην δημοσιότητα ο Τσίπρας και στη βιασύνη μας δεν καταλάβαμε τον πραγματικό σκοπό του. Γιαυτό και αντιδράσαμε σε λάθος ζήτημα, είναι η γνώμη μου. Ο Τσίπρας βασικά σκοπεύει στην επιβολή μιας  μακρόσυρτης διαδικασίας ιδεολογικής ζύμωσης όπως τον συμφέρει και δευτερευόντως μόνο σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Το δεύτερο ξέρει από την αρχή ότι δεν του «βγει» ενώ στο πρώτο αισθάνεται την άνεση του λαϊκιστή που πιστεύει ότι έχει προνομιακή σχέση με τον «λαό» του. Κεντρικός στόχος του είναι η επιβολή με τον επισημότερο τρόπο μιας καταναγκαστικής ιδεολογικής ζύμωσης, όπου το ίδιο το Κράτος θα παρέχει τα μέσα και τα κίνητρα, από την οποία περιμένει σοβαρά πολιτικά οφέλη και δευτερευόντως, «άμα λάχει», θα ήθελε να πετύχει και αναθεωρήσεις που συμβαδίζουν με την ζητούμενη ιδεολογία. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται το κρατικό δίκτυο για ιδεολογική ζύμωση και αυτό οφείλουμε να το επισημάνουμε ως μία ακόμη απόδειξη του καθεστωτικού χαρακτήρα της Συριζαίικης διακυβέρνησης.  Η ιδεολογία είναι φίλοι μου, και όλα τα άλλα έπονται. Γιατί ο Τσίπρας και οι όμοιοί του ξέρουν πολύ καλά την δύναμή της. Η κομμουνιστογενής  αριστερά στο μόνο που αποδείχτηκε ασυναγώνιστη είναι η διαμόρφωση μιας ευρείας ιδεολογικής ηγεμονίας, άσχετα αν βασίζεται σε «ψευδή συνείδηση» που μοχλεύει ιστορικά ψεύδη. Αυτή η ηγεμονική ιδεολογία, με την μορφή πλέον του εθνικολαϊκισμού, ήταν το μεγάλο κατατεθειμένο κεφάλαιο της κομμουνιστογενούς αριστεράς που τώρα της έδωσε τους τόκους μαζεμένους όταν τα αστικά κόμματα αποδείχτηκαν ανίκανα να κρατήσουν τη χώρα σε επίπεδο ευρωπαϊκής ομαλότητας.

Το συζητούμε συχνά πυκνά μεταξύ μας, αλλά δεν το μεταφράζουμε σε συγκροτημένη και πρακτική πολιτική αντίδραση, ότι δηλαδή επικρατεί σήμερα μια οφθαλμοφανής ηγεμονεύουσα ιδεολογία με ξεκάθαρα εθνικολαϊκιστικό προσανατολισμό, την οποία τα πολιτικά κόμματα του δημοκρατικού τόξου διαχειρίζονται ως μεσο-βραχυπρόθεσμα δεδομένη και ανυπέρβλητη όταν προσπαθούν να προωθήσουν την δική τους πολιτική ατζέντα.  Όμως, αυτή ακριβώς η ατζέντα, ας πούμε η σοσιαλδημοκρατική, είναι δύσκολο να διεισδύσει στο εκλογικό σώμα ενόσω αυτό διακατέχεται από την ιδεολογία του εθνικολαϊκισμού. Είναι σα να μιλούμε σε βουλωμένα αυτιά. Είναι τραγικό λάθος που η σοσιαλδημοκρατία δεν αποφασίζει να δώσει ταυτόχρονα την ιδεολογική της μάχη μαζί με το πολιτικό της πρόγραμμα. Γιατί η ιδεολογία θέλει χρόνο και κόπο για ν’ αλλάξει, ώστε όσο την αφήνουμε στην άκρη ως  αναγκαίο κακό τόσο θα γίνεται δυναμικός αντίπαλος σε κάθε σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό κήρυγμα. Δυστυχώς, όμως, αντί να την διαχειριστούμε  για να την αλλάξουμε, υποκύπτουμε κατά κανόνα στη γοητεία της επικαλούμενοι λόγους πραγματισμού. Γινόμαστε κι εμείς «λιγάκι» εθνικολαϊκιστές πιστεύοντας ότι έτσι θα μας ακούσουν περισσότεροι και ευκρινέστερα.  Πώς μπορούμε να πάμε κόντρα στο ρεύμα; λένε μερικοί. Έτσι, όμως, ρίχνουμε νερό στον μύλο εκείνης ακριβώς της ιδεολογίας που κάνει το εκλογικό σώμα να αντιστέκεται στις όποιες προσπάθειες εξορθολογισμού της πολιτικής ζωής μας.

Σε άλλους πάλι υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι τον εθνικολαϊκισμό μπορούμε να τον υπερπηδήσουμε με απ’ ευθείας επίκληση του ορθολογισμού του εκλογικού σώματος και με όπλο τις πολιτικές, στην κυριολεξία οικονομικές κατά βάση, προτάσεις και δράσεις. Είναι η ψευδαίσθηση της «εν τοις πράγμασι καταπολέμησης» του εθνικολαϊκισμού με πολιτικές που αναιρούν την γοητεία του. Μέγα λάθος.  Πρόκειται για μοιραία ψευδαίσθηση των λογοκρατών. Ξεχνούν ότι η ιδεολογία πολεμιέται μόνο με ιδεολογία, αλλιώς δεν θα ήταν ιδεολογία, δηλαδή ψευδής/φαντασιακή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Εκτός αν πιστεύουμε στην απλουστευμένη μαρξική εκδοχή και νομίζουμε ότι η εποχή μας, με τις δεδομένες παραγωγικές σχέσεις, ανέχεται μία και μόνη ιδεολογία. Αν, δηλαδή, απαρνιόμαστε τον εγγενή πλουραλισμό των ανοικτών κοινωνιών μας.

Η ευκολία με την οποία γιγαντώθηκε η αντιμνημονιακή μυθοπλασία είναι τρανή απόδειξη για το πώς η ιδεολογία αναμορφώνει την πραγματική εικόνα των πραγμάτων. Ο υφέρπων αντιευρωπαϊσμός, γενικότερα ο αντιδυτικισμός  και ο λαϊκισμός της αριστεράς των «θυμάτων» που προσδοκούν την δικαίωση με έναν τρίτο γύρο, μετέτρεψε σε περίπατο την εγκληματική προσπάθεια του Σαμαρά και του ΣΥΡΙΖΑ να αποδοθεί η κρίση στα μέτρα συμπαράστασης των εταίρων μας και όχι στα οργανικά διαρθρωτικά προβλήματα λειτουργίας του πολιτικού, οικονομικού  και κοινωνικού μας συστήματος. Αυτός ο πλήρης παραλογισμός πέρασε με την μεγαλύτερη ευκολία στο 70% του εκλογικού σώματος όπως δείχνουν οι παρατηρήσεις των ερευνητών και οι σχετικές δημοσκοπήσεις.  Όταν η Δεξιά αποφάσισε να αναστρέψει την πορεία της και να πορευθεί η ίδια τον δρόμο των μνημονίων, ήταν ήδη πολύ αργά. Βρήκε μπροστά της το ίδιο το ιδεολογικό δημιούργημα στο οποίο είχε αποφασιστικά συμβάλει και σύντομα κατέρρευσε, εξ αυτού κυρίως, άσχετα αν το μεγάλο κόστος φορτώθηκε στο «αθώο» από την άποψη αυτή ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ και ο τότε αρχηγός του ο Γιώργος Παπανδρέου, αντί να αναχθεί σε σωτήρα από την άτακτη χρεωκοπία, έγινε αποδιοπομπαίος τράγος ως τάχαμου αίτιος της κρίσης. Χωρίς την παντοδυναμία της ηγεμονεύουσας ιδεολογίας τέτοια στρεψοδικία θα ήταν λογικά αδύνατη.

Η ηγεμονεύουσα ιδεολογία είναι σήμερα, προφανέστατα, το μεγαλύτερο εμπόδιο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια και σε κάθε προσπάθεια αναστροφής της καταστροφικής κατάρρευσης. Ακόμη και αν, κάτω από την αδήριτη αναγκαιότητα ορισμένων πολιτικών, το εκλογικό σώμα στέρξει να περιορίσει τις αντιδράσεις του, η ιδεολογία θα παραμείνει αλώβητη, όπως αλώβητη και ολοζώντανη παρέμεινε η προσδοκία του τρίτου γύρου ακόμη και όταν το κομμουνιστικό σύστημα κατέρρευσε παγκοσμίως. Αν δεν το καταλάβουν αυτό οι πολιτικοί σχεδιαστές του σοσιαλδημοκρατικού και μεταρρυθμιστικού τόξου, ο όποιος αγώνας τους θα βαδίζει πάνω σε κινούμενη άμμο που σύντομα θα τους εκπλήξει με τις δίνες της. Πρέπει να γίνει τάχιστα κατανοητό, ότι η φαινομενική αποδοχή από την κουρασμένη κοινωνία της νέας κατάστασης είναι μόνο επιφανειακή. Στο βάθος η ηγεμονεύουσα ιδεολογία υπαγορεύει την προσδοκία πώς τα πράγματα τελικά θα ανατραπούν συμφώνα με το δικό της θυμικό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αυτό που ήδη ψιθυρίζεται ανάμεσα σους πιστούς ακόμη στο συριζαίικο όραμα: «Μόλις τελειώσουν τα μνημόνια, να δεις που ο Τσίπρας θα εφαρμόσει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης».  Δεν απέχει πολύ από την παλαβή Μεγάλη Ιδέα που αιώνες μετά την άλωση, μας ψιθυρίζει ότι πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι.

Το κύριο χαρακτηριστικό  της εθνικολαϊκίστικης ιδεολογίας είναι η ρηγματική άρνηση κάθε εμπιστοσύνης στις κοινωνικές ελίτ. Αρνούμενοι την εμπιστοσύνη στις ελίτ αρνούμαστε στην ουσία την εμπιστοσύνη μας στα ιστορικά δεδομένα και έτσι ανοίγουμε την πόρτα στις ανορθολογικές ερμηνείες και προσδοκίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρεβλής σχέσης της εθνικολαϊκιστικής ιδεολογίας με την σκληρή πραγματικότητα είναι η ελαφρά τη καρδία επαναλαμβανόμενη παραδοξολογία, ότι «οικονομία  δεν είναι οι αριθμοί, αλλά οι άνθρωποι». Μια κενολογία που όμως θέλγει μάζες ολόκληρες.  Οι σχετικές δημοσκοπήσεις δείχνουν περίτρανα ακόμη χειρότερα και τον σχιζοειδή παραλογισμό που επικρατεί περίπου στα δύο τρίτα της κοινωνίας, και ο οποίος οδηγεί στην επίδειξη εμπιστοσύνης κυρίως σε μη αιρετούς θεσμούς, ενώ οι αιρετοί θεσμοί πατώνουν, παρότι έλκουν την νομιμοποίησή της από τα ίδια υποκείμενα που εκφράζουν την κρίση τους για το σε ποιους έχουν εμπιστοσύνη. Αλλά η κρίση εμπιστοσύνης στις ελίτ δεν θα σταματάει εκεί. Υπάρχει μια κραυγαλέα αμφισβήτηση της αυθεντίας των επιστημόνων, κυρίως τον κοινωνικών (οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι) τους οποίους η κοινωνία στην πλειονότητά της αμφισβητεί το κύρος καταλογίζοντας αδυναμία πρότασης αποτελεσματικών λύσεων και κραυγαλέα ανικανότητα πρόγνωσης. Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η κατάσταση;

Στην ουσία η κοινωνία  αρνείται τις υπηρεσίες του κοινωνικού κεφαλαίου της! Οι δημοσκοπήσεις κραυγάζουν πλέον ότι παράλληλα με την οικονομική και θεσμική κρίση η κοινωνία μας αντιμετωπίζει και κρίση κοινωνικού κεφαλαίου που συστηματικά απαξιώνεται  από τις ιδεολογικές υπερβασίες του κοινού και των ινστρουχτόρων του. Ποιος μεριμνά γιαυτό; Όταν μια κοινωνία δίνει μεγαλύτερη πίστη σε ένα ημιαγράμματο σύντροφο Παππά από τον μεστό επιστημονικό λόγο του Διοικητή Στουρνάρα,  τότε η κοινωνία αυτή οδεύει στην βέβαιη περιθωριοποίησή της.
Είναι φανερό ότι υπάρχει ανεπίτρεπτο έλλειμμα ιδεολογικής ζύμωσης από την πλευρά των μεταρρυθμιστών και της σοσιαλδημοκρατίας. Μπορεί κάτι να γίνει;  Η λογική απάντηση είναι,  ότι κάτι που πρέπει να γίνει φορτώνει αυτονόητα την ευθύνη να το κάνουν οι δομές που επαγγέλλονται την συγκρότηση του αντίστοιχου πολιτικού χώρου. Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται όλη η δυναμική του χώρου σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις πολιτικής οργάνωσης και σε εξαγγελίες δεοντολογικών προγραμμάτων πολιτικής δράσης, όταν όλα αυτά στο ευρύ κοινό μένουν ξένα επειδή αυτό έχει άλλες ιδεολογικές παρωπίδες. Με λίγα λόγια, χρειάζεται πολλή, εντατική  και καλοσχεδιασμένη ιδεολογική κριτική και αντεπίθεση για να στρωθεί ο δρόμος της προσέγγισης με το ευρύ μας κοινό. Αλλιώς θα ακούμε μόνο εμείς την ηχώ και τις αντηχήσεις της δικής μας φωνής. Η ευκαιρία που δίνει το «κόλπο» του Τσίπρα για την συνταγματική αναθεώρηση είναι πολύ καλή ευκαιρία για μια τέτοια εκστρατεία ιδεολογικής ανατροπής. Αλλά γιαυτό θα μιλήσουμε σε επόμενο κείμενό μας.

πηγή: metarithmisi.gr
Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι επιλογή του blog. 

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Η Κεντροαριστερά και οι κυβερνητικές συμμαχίες (του Ιωακείμ Γρυσπολάκη από τη "Μεταρρύθμιση")

Το Σάββατο 16 Απριλίου ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της 1ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης των Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία. Παρουσία των προέδρων του ΠΑΣΟΚ, του Ποταμιού και της ΔΗΜΑΡ και του επικεφαλής των ΜΕΤΑρρυθμιστών Σ. Λυκούδη, αλλά και πολλών βουλευτών και στελεχών της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και του Ποταμιού, συνομολογήθηκε «η ανάγκη συσπείρωσης των πολιτικών προοδευτικών δυνάμεων, μέσα από τον διάλογο, την προγραμματική σύγκλιση και κυρίως με την ενεργοποίηση και συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων και όλων των προοδευτικών πολιτών με τελικό στόχο τη δημιουργία με  ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες του ενιαίου ανανεωμένου δημοκρατικού φορέα των μεταρρυθμιστικών και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων».

Αυτός ο φορέας δεν μπορεί να είναι άλλος από το ενιαίο κόμμα της Σοσιαλδημοκρατίας και του Προοδευτικού Μεταρρυθμιστικού Κέντρου, το οποίο θα προκύψει από ένα ιδρυτικό συνέδριο, με νέο μητρώο μελών, νέο καταστατικό, επεξεργασμένες θέσεις και νέα ηγεσία, που θα εκλεγεί από το συνέδριο. Ο Σ. Θεοδωράκης τόνισε στην ομιλία του ότι η ηγεσία του νέου θα πρέπει να αποτελείται από νέους πολίτες και από επιτυχημένους και άξιους έμπειρους πολιτικούς. Η ομιλία του δείχνει ότι στην προσπάθεια αυτή πρωτοπορεί. Πρέπει, επίσης, να ομολογήσω ότι και η κα Γεννηματά βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο στόχο, αρκεί να κρατηθεί εντός αυτού και να μην παρεκκλίνει.
Οι ακρογωνιαίοι λίθοι του νέου κόμματος, όπως αποφασίσθηκε από την συνδιάσκεψη, και βρήκαν σύμφωνους και τους προσκεκλημένους αρχηγούς, είναι (α) η προσήλωση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, (β) η πίστη στη Δημοκρατία και τις αρχές του Διαφωτισμού, (γ) η προσήλωση στην ανάπτυξη και στην ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για παραγωγικές επενδύσεις, (δ) ο εκσυγχρονισμός του Κράτους και η απαλλαγή του από τον κομματισμό, (ε) η ανάδειξη της εκπαίδευσης και της έρευνας σε πυλώνες της οικονομίας και (στ) η προσήλωση στο Κοινωνικό Κράτος.

¨Όλα αυτά, προκειμένου να επιτευχθούν, απαιτούν κυβερνητικές συμμαχίες στο αυριανό πολιτικό τοπίο, δηλαδή σε αυτό που θα διαμορφωθεί, όταν επιτευχθεί η απαλλαγή από την πλέον ανίκανη κυβέρνηση, που γνώρισε η χώρα μας, και το εκλογικό σώμα αναδείξει νέους συσχετισμούς στη Βουλή.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις και την καθοδική πορεία της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας, θεωρώ μάλλον προφανές ότι τα δύο πρώτα κόμματα στην επόμενη Βουλή θα είναι και πάλι η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Στην ΝΔ διαφαίνεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί να μετατρέψει το κόμμα του σε ένα σύγχρονο Κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Κόμμα. Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ καθημερινά αποδεικνύει ότι ουδεμία σχέση έχει με τους ακρογωνιαίους λίθους του προγράμματος της κεντροαριστεράς. Έχει μετατραπεί σε ένα αντιδημοκρατικό συνονθύλευμα, το οποίο ασεβεί προς το Σύνταγμα, διαλύει τις ανεξάρτητες αρχές, προσπαθεί να ποδηγετήσει την ελεύθερη έκφραση και να ελέγξει τα Μέσα ενημέρωσης, λασπολογεί εναντίον όλων εκείνων, που του ασκούν κριτική, διαλύει κάθε μεταρρύθμιση στην παιδεία, διορίζει κατά χιλιάδες τα «παιδιά της Κουμουνδούρου» και δαιμονοποιεί κάθε ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία. Αποδεικνύει όχι μόνον ότι ουδεμία σχέση έχει με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αλλά ακόμη και με την ίδια τη Δημοκρατία και τα Ευρωπαϊκά ιδεώδη.

Όπως έχουμε τεκμηριώσει και στο παρελθόν, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και ΧΑ είναι τέκνα της ίδιας μήτρας. Αυτής του εθνικολαϊκισμού, που εκφράστηκε και διαμορφώθηκε από το Κίνημα των Αγανακτισμένων το 2011, και το οποίο είχε χαρακτηριστικά μίσους κατά του κοινοβουλευτισμού και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Οι κυρίαρχες ομάδες στην κομματική δομή του ΣΥΡΙΖΑ είναι (1) η ομάδα του Μαξίμου, αποτελούμενη από τους Τσίπρα, Παππά, Δραγασάκη, Φλαμπουράρη, Σκουρλέτη, Βούτση, Φίλη και (2) η Πρωτοβουλία των 53, η οποία διακηρύσσει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από το Μνημόνιο, να έρθουμε σε ρήξη με την ΕΕ και την ευρωζώνη και να αποχωρήσουν από την κυβέρνηση σε περίπτωση αδυναμίας εφαρμογής του «παράλληλου προγράμματος».

Απευθύνω το ερώτημα προς κάθε πολίτη, ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκράτης, κεντροαριστερός ή προοδευτικός μεταρρυθμιστής: Είναι  δυνατόν να βαυκαλιζόμαστε και να ονειρευόμαστε ότι μπορούμε να συγκυβερνήσουμε με το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ; Υπάρχει κοινός παρονομαστής των δικών μας αξιών και προγραμματικών θέσεων με εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ; Είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε σε ένα ελάχιστο πρόγραμμα με εκείνους, που δεν πιστεύουν στη δημοκρατία και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και στην ελεύθερη έκφραση, στην απεξάρτηση του Κράτους από το κόμμα και με εκείνους που ομνύουν στην μετριότητα και θεωρούν την αριστεία ρετσινιά;

Ο τελικός στόχος της δημιουργίας με  ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες του ενιαίου ανανεωμένου δημοκρατικού φορέα των μεταρρυθμιστικών και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων πρέπει να συνοδευτεί και από ένα πρόγραμμα συμμαχιών. Δηλώσεις του τύπου «Αν ο κ. Θεοδωράκης αισθάνεται ότι έχει κοινό δρόμο με τον κ. Μητσοτάκη στο επίπεδο των μεταρρυθμίσεων προφανώς δεν μπορεί να έχει κοινό δρόμο και με εμάς», την οποία έκανε δημοσίως την Κυριακή το πρωί στον ΣΚΑΪ η κα Γεννηματά, απέχουν παρασάγγας από την επίτευξη του στόχου. Επικροτώ τις δηλώσεις του Σ. Θεοδωράκη, που ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Κ. Μητσοτάκη για μελλοντική συνεργασία στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, αρκεί αυτές να έχουν προοδευτικό πρόσημο, όπως τόνισε. Η τήρηση ίσων αποστάσεων από ένα καθαρά φιλοευρωπαϊκό και δημοκρατικό κόμμα (ΝΔ) και από ένα αντιευρωπαϊκό και αντιδημοκρατικό κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ), μόνον σύγχυση και απογοήτευση μπορεί να προκαλεί στους αγωνιούντες πολίτες. Το πείραμα της κυβερνητικής συνεργασίας του 2011-2014, το οποίο έσωσε την Ελλάδα από τη βεβαία καταστροφή, μπορεί και πρέπει να επαναληφθεί. Προϋποθέτει βέβαια την επιτυχία του εγχειρήματος του Κ. Μητσοτάκη και την ίδρυση του νέου ενιαίου κόμματος του Προοδευτικού Μεταρρυθμιστικού χώρου, στον οποίο θα κυριαρχούν οι αξίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

O Ιωακείμ Γρυσπολάκης, είναι καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης.

πηγή: metarithmisi.gr
Ο πίνακας ζωγραφικής που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (1906-1994), με ονομασία «Σύνθεση με ρυθμικά αντικείμενα» , και αποτελεί επιλογή του blog

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Η πτώση του Ancien Régime συμβαίνει πρώτα στο νου μας (του Κωνσταντίνου Μ. Σοφούλη από τη "Μεταρρύθμιση")

Χαρμόσυνες οι τελευταίες εξελίξεις που φέρνουν πιο κοντά τις δυνάμεις της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, αλλά το όλο τοπίο δεν με αφήνει να ξεφύγω από μερικές δύστροπες σκέψεις. Το υπό διαμόρφωση νέο πολιτικό σχήμα προφανώς θα διεκδικήσει θέση σε ένα ανανεωμένο πολιτικό σύστημα, αφού το παλιό σύστημα, Ancien Régime  ας πούμε, δείχνει να έχει καταδικαστεί απερίφραστα από την κοινωνία και το εκλογικό σώμα. Και δικαίως, αφού η συνυπευθυνότητα για την χρεωκοπία αφορά όλες ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις.  Η έκπτωση τους συστήματος στο νου του εκλογικού σώματος είναι σχεδόν καθολική.    Πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλα κόμματα εμφανίστηκαν στο εκλογικό σώμα επανειλημμένα για να καταδικάσουν τους «προηγούμενους» συλλήβδην και να κατακεραυνώσουν το «παλιό σύστημα» ως αποτυχημένο και ξεπερασμένο. Στην αντισυστημική ρητορεία ο Τσίπρας δεν ήταν μόνος. Παλιό και γερό θεμέλιο έβρισκε στο παραδοσιακό ΚΚΕ, χυδαίο συνοδοιπόρο εξασφάλιζε στους φασίζοντας ΑΝΕΛ, εκτρωματικό ομόγλωσσο εξασφάλιζε στη Χρυσή Αυγή και γραφικούς παρατρεχάμενους εξασφάλιζε στα διάφορα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και, τέλος,  με επιπολαιότητα την ίδια συνθηματολογία ακολούθησε το Ποτάμι με την αναγωγή του στην θεωρία των «παλιών» και των «νέων» στο πολιτικό παιχνίδι. Όλοι αυτοί που κήρυσσαν και κηρύσσουν την ίδια πολιτική διαγνωστική συμποσούνται σήμερα σε 70% περίπου του εκλογικού σώματος, αν κρίνει κανείς από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Σιωπηροί, αλλά τεκμαιρόμενοι υποστηρικτές του «παλιού συστήματος» μένουν μόνο τα απομεινάρια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.   Οι επτά στους δέκα συμπολίτες μας, επομένως, κρίνουν αποδιοπομπαίο το «παλιό σύστημα». Τόσο τραγικό, μάλιστα,  αλλά κανείς μέχρι τώρα δεν τόλμησε να αναφέρει το φαινόμενο με το όνομά του. Το «παλιό σύστημα», το συμβολικό Ancien Régime έχει απορριφθεί

Ναι, ξέρω πολύ καλά την εύκολη ένσταση: Όλοι αυτοί δεν εννοούν το ίδιο πράγμα και επομένως δεν αθροίζονται. Λάθος. Ως προς το καταδικαστικό μέρος της απόφανσής τους λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα: Ολόκληρο το σύστημα που διαχειρίστηκε την πολιτική μοίρα του τόπου μέχρι την χρεωκοπία του 2009 αποτελεί ένα αποτυχημένο σύστημα κατά το ότι και την προκάλεσε αλλά και δεν την πρόλαβε. Κι ακόμη χειρότερα. Από την πλευρά του «παλιού συστήματος» δεν είναι λίγοι εκείνοι που στους συνυπεύθυνους της αποτυχίας συναθροίζουν εκείνους που εγώ στην πρώτη παραπάνω προσέγγισή μου τους άφησα απ’ έξω. Γιατί, δηλαδή, μήπως δεν είναι αξεχώριστο κομμάτι της ενιαίας συμπεριφοράς του παλιού συστήματος η πλειοδοσία της αριστεράς (ΚΚΕ και νεωτερικής) σε κάθε διαχειριστική υπερβολή του πελατειακού συστήματος των κυβερνησάντων; Με τη λογική αυτή, έχουμε μια αντικειμενική αντίληψη αποτυχίας του παλιού συστήματος να έχει εγκατασταθεί εδραίως στο νου μας και που εκφράζεται από τα εφτά δέκατα του εκλογικού σώματος, και μια συνολική παραδοχή της αποτυχίας από μέρους του 95% του ίδιου σώματος. Το τι θεωρεί αποτυχία ο καθένας και πώς την ερμηνεύει, ή πως κατανέμει τις ευθύνες στον κάθε παράγοντα, είναι ένα εντελώς άλλο ζήτημα. Η περίπτωση μοιάζει με ιατρικό συμβούλιο όπου των σύνολο των μελών του διαπιστώνουν τον θάνατο του ασθενή, αδιάφορα αν αμέσως μετά διαπληκτίζονται για το ποιος ή τι φταίει. Εδώ μιλάμε για την διαπίστωση του θανάτου κατ’ αναλογία και αυτή είναι περίπου καθολικά αποδεκτή.

Υπ’ αυτή την έννοια, έχουμε ως δεδομένο ότι το «παλιό σύστημα», το Ancien Régime στη γλώσσα της Γαλλικής Επανάστασης,  κείτεται νεκρό μπροστά στο εκλογικό σώμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν κυρίως εκείνοι, που ενδιαφέρονται έστω και για την διατήρηση των όποιων θετικών στοιχείων του τεθνεώτος πολιτικού συστήματος και δεν χοροπηδούν σαν άγριοι γύρω από το καζάνι όπου πιστεύουν ότι θα ανασύρουν το δικό τους νέο καθεστώς φρέσκο και αλώβητο ως δια μαγείας. Όσοι δηλαδή δεν θέλουν μαζί με τα ξερά να καούν και τα πολύτιμα χλωρά.  Μιλώ για τους πιστούς στην φιλελεύθερη δημοκρατία και, προσωπικά, με ενδιαφέρουν κυρίως όσοι έχουμε πιστέψει στην δυνατότητα μιας σύγχρονης φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας. Εμείς, οι ρεαλιστές, ξέρουμε πολύ καλά ότι κανένα καινούργιο σύστημα δεν μπορεί να στηθεί χωρίς τουλάχιστο μέρος του παλιού. Οι ιστορικές ασυνέχειες είναι μόνο μέσα στο άρρωστο μυαλό των εμμονικών του ολοκληρωτισμού. Ο ακραίος ριζοσπαστισμός μόνο σε μηδενισμό καταλήγει.  Αρκεί να θυμηθούμε ότι ακόμη και η Οκτωβριανή Επανάσταση διαιώνισε το βασικό χαρακτηριστικό του προηγούμενο καθεστώτος, δηλαδή τον άκρατο αυταρχισμό.

Όμως, τι ακριβώς εννοεί η πλειονοψηφία του εκλογικού σώματος όταν διαπιστώνει ότι πέθανε το παλιό σύστημα; Αυτό είναι πρώτο σπουδαίο ερώτημα που πρέπει πρώτο να απαντηθεί πριν προχωρήσει κανείς στο επόμενο και προφανές: Ποιός ευαγγελίζεται ποιό νέο σύστημα χρειάζεται για να αντικαταστήσει το νεκρό; Αλλά υπάρχει και ένα τρίτο ερώτημα που καραδοκεί: Έχει πράγματι πεθάνει το παλιό σύστημα ή μήπως έχουμε περίπτωση νεκροφάνειας; Για να συνεχίσουμε με την Ρώσικη αναλογία, μήπως στο ευαγγελιζόμενο σύστημα απλώς συνεχιστεί ο τσαρικός αυταρχισμός απλώς με νέους παίχτες και πρωταγωνιστές;

Στο μυαλό των περισσότερων συμπολιτών μας, το παλιό σύστημα ταυτίζεται με τα πρόσωπα και τα κόμματα που άσκησαν μέχρι τώρα εξουσία. Θολά αλλά σχεδόν καθαρά τα κόμματα ταυτίζονται με τις καταδικαστέες πρακτικές ενώ τα πρόσωπα συμβολίζουν την συλλογική ευθύνη για τις κακές πρακτικές. Και τα μεν καταδικαστέα κόμματα σχεδόν εξαερώθηκαν, αλλά τα πρόσωπα προφανώς δεν εκτελέστηκαν στον τοίχο κάποιου καθαρτήριου σκοπευτηρίου. Ζουν, και καλώς απολαμβάνουν ή βασανίζονται από τη ζωή τους μέσα στα πλαίσια που δημιούργησε το παρελθόν τους. Το πρακτικό ερώτημα που έρχεται είναι, αν στο νέο καθεστώς/σύστημα χωρούν τα παλιά κόμματα αλλά και οι παλιοί πρωταγωνιστές. Παραδόξως, η απάντηση είναι εύκολη και προφανής για τα κόμματα, αλλά εξαιρετικά δύσκολη για τους πρωταγωνιστές. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα παλιά κόμματα μόνο κατ’ όνομα εξαερώθηκαν και μάλλον το όνομα και την δομή τους άλλαξαν. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ένα ευπρόσωπο ποσοστό εκλογικής δύναμης,  αλλά το ΠΑΣΟΚ εξαερώθηκε ως προς την «παλιά» δομή του αφού ως εκλογική δύναμη και ως πολιτικό πρόγραμμα μετακινήθηκε μαζικά κάτω από την ταμπέλα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μέσα στα τεκτονικά ρήγματα που προέκυψαν από τις μεταμορφώσεις προέκυψαν μικρές σφήνες, σε ένα περιβάλλον που συνεχώς πιέζουν να συγκολληθούν σε ευρύτερα σχήματα. Αναφέρομαι στα τρία κομμάτια του δημοκρατικού κέντρου (υπόλοιπο ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ μαζί με μικρότερα σχήματα πολιτών) που αποτελούν την ομάδα της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, ενώ στα δεξιά προέκυψε άλλη ομάδα από σφήνες που ψάχνουν για ευκαιρία να συναθροιστούν κι αυτές. Αναφέρομαι στους Ελεύθερους Έλληνες, τη Χρυσή Αυγή και τους απόβλητους (?) ακροδεξιούς της ΝΔ, που αργά ή γρήγορα θα συναιρεθούν σε κάποιο ακροδεξιό εθνικολαϊκό σχήμα όταν αποκτήσουν μια στοιχειωδώς χαρισματική ηγεσία. Δηλαδή, στην ουσία το παλιό σύστημα κείτεται φαινομενικά νεκρό, ενώ το αναδυόμενο νέο κρατάει όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά του. Ιδού κλασσική περίπτωση νεκροφάνειας.
Για να υπάρξει πράγματι μια ληξιαρχική πράξη θανάτου του παλιού συστήματος που θα έχει ταυτόχρονα και έννοια πιστοποιητικού γέννησης του καινούργιου χρειάζεται η ανάδυση της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από το πτώμα του παλιού. Γιατί το μόνο που έλειπε από τον νεκρό παλιό, ήταν ακριβώς το γνήσιο σοσιαλδημοκρατικό σχήμα.
Ας έλθουμε τώρα στα ηγετικά πρόσωπα. Στον ελληνικό πολιτικό πολιτισμό τα πρόσωπα ανέκαθεν διατηρούν μεγάλη σημασία. Τα ισχυρότερα κόμματα υπήρξαν δημιουργήματα χαρισματικών προσωπικοτήτων. Παρόλα αυτά, όμως,  στα τελευταία είκοσι χρόνια παγιώθηκε μια αντιαρχηγική εξέλιξη, με τα κυριότερα κόμματα να αλλάζουν επανειλημμένα ηγεσίες χωρίς να διαλύονται ή να κάνουν εκλογικά άλματα. Σήμερα, το μόνο αρχηγικό κόμμα είναι ο νέο-ΣΥΡΙΖΑ που προέκυψε ως αποκλειστικό δημιούργημα του Τσίπρα μετά τις δεύτερες εκλογές του. Στο πεδίο των δημοκρατικών κομμάτων του κέντρου, που προσωπικά με ενδιαφέρουν, έχει συναθροιστεί μεγάλος αριθμός ανακυκλούμενων στελεχών και αρχηγών, αλλά δεν έχει επικρατήσει καμία αυτόνομη ηγετική προσωπικότητα. Σε ότι αφορά το Ποτάμι, εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πρωτότυπα. Εμφανίστηκε ως αρχηγικό κόμμα, που γρήγορα το ίδιο κόντυνε τον αρχηγό του χωρίς όμως και να δείξει μια πειστική εναλλακτική δομή. Μένει ήδη ως οριακό φαινόμενο που δύσκολα αφήνει περιθώρια για πρόγνωση του μέλλοντος. Τι μπορεί να γίνει με αυτή την ενδιαφέρουσα εφεδρική πολιτική ελίτ στα πλαίσια ενός νέου καθεστώτος;

Νομίζω ότι η δυστοκία και αμηχανία που διακρίνει αυτή την περίοδο το πεδίο της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας καθώς σέρνει τα βήματά της προς κάποια μορφή ενοποίησης, οφείλεται πρωτίστως στην ανασχετική δύναμη που συνιστά αυτή η εσωτερική ομάδα πίεσης καθώς αγωνίζεται να διατηρήσει το status της: Πολλοί αρχηγοί που κανείς τους δεν αναγνωρίζει έστω και κάποιον ως γενικό αρχηγό. Έτσι αναγκαστικά, η όλη διαδικασία της ενοποίησης έρχεται σε ισχυρή αντίθεση προς το κοινό αίσθημα, καθώς οι πολίτες με την απλουστευτική οπτική τους, βλέπουν να μη αποχωρούν από το προσκήνιο οι «παλιοί» και ως εκ τούτου να μη μπορεί να πραγματωθεί η επιθυμία για ένα γνήσια «νέο καθεστώς». Πώς μπορεί να λυθεί ο κόμπος αυτός και πώς πρέπει να λυθεί είναι δύο ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Κατά το κοινό αίσθημα, όλοι οι ηγέτες του παλιού συστήματος έχουν τις «πομπές» τους και καλό είναι να παραμερίσουν. Όμως στο ίδιο κοινό αίσθημα δεν έχει αναδειχθεί κάποια ή κάποιες ηγετικής φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να καταλάβουν την κορυφή της πολιτικής πυραμίδας. Επομένως υπάρχει ουσιαστικό κενό. Ο καθένας τους διατηρεί ένα στοιχειώδες πολιτικό δυναμικό που μένει φανατικά προσηλωμένα στους ίδιους προσωπικά.  Οι ίδιοι στηρίζονται περισσότερο σε αυτό το γλίσχρο δυναμικό για να διεκδικήσουν νέους ρόλους και δεν δείχνουν –με ελάχιστες εξαιρέσεις- απτό ενδιαφέρον να συνδράμουν στην εκκόλαψη ενός νέου αρχηγού όλων. Η κατάσταση μου θυμίζει Ένωση Κέντρου, την οποία έζησα εκ των ένδον και γιαυτό τρέμω στην ιδέα ότι η κεντροαριστερά μπορεί να ακολουθήσει εκείνο το παράδειγμα.  Υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση;

Εκ πεποιθήσεως ανήκω σε εκείνους που δεν απορρίπτουν ολοκληρωτικά κανένα συνάνθρωπό τους. Έτσι η εκτίμησή μου για τους «αρχηγούς» του χώρου δεν είναι μηδενική. Είναι αλήθεια ότι ο καθένας τους, σε κάποια κρίσιμη στιγμή της θητείας του, έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλιώς δεν εξηγείται η πτώση τους. Ταυτόχρονα, όμως, ο καθένας τους είναι φορέας εμπειρίας που δεν πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Η σοσιαλδημοκρατία έχει ανάγκη του αποθέματος πείρας και γνώσης, είτε είναι θετικό είτε αρνητικό, ειδικά στο ξεκίνημά της. Πώς, λοιπόν, λύνουμε το πρόβλημα;
Αν πίστευα ότι ζούμε σε κοινωνία αγγέλων και ότι οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ολοκληρωτικά έτοιμοι να ξεπεράσουν κάθε προσωπική φιλοδοξία, θα πρότεινα ένα σχήμα σαν το εξής: Οι αρχηγοί εγκαινιάζουν μια διαδικασία ενοποίησης του χώρου και αμέσως αποσύρονται στο παρασκήνιο αφήνοντας τους συνομιλητές να αναπτύξουν πλήρως τη δική τους δυναμική. Πολύ σύντομα, το παρασκήνιο δομείται ως ένα είδος Συμβουλίου Γερόντων (άσχετα από την ηλικία των μελών του) που λειτουργεί συλλογικά ως συμβουλευτικό όργανο της νέας γενιάς των υπό κατασκευή ηγετών όσο διαβουλεύονται. Όταν ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαβούλευση, το νέο πολιτικό σχήμα τιμά τους Γέροντές του και τους εντάσσει σε μια δεξαμενή σκέψης για να συνεχίσουν την παραγωγή ιδεών βάσει της εμπειρίας τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα απέκλειε εξ ορισμού στην φάση αυτή την ανάδειξη ηγετικής προσωπικότητας μέσα από την ομάδα των γερόντων. Αφήνει όμως το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μετέπειτα εξέλιξης  στην δυναμική που θα αναπτύξει το νέο πολιτικό σχήμα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αποκλείσει κανένα δια βίου από το πολιτικό παιχνίδι. Οι εξοστρακισμοί είναι αρχαίες διαδικασίες και δεν ταιριάζουν σε μια φιλελεύθερη κοινωνία.

Μπορεί να φαίνεται ουτοπικό ένα τέτοιο σχήμα. Σκέφτομαι, όμως, ότι στην ιστορία κάθε δομή που διατήρησε την δυναμική της διαχρονικά χρειάστηκε σε κάποια στιγμή να εξειδικεύσει τους ρόλους των πρωταγωνιστών της με κάποιο παρόμοιο σχήμα. Οι παλιοί διευκολύνουν την ανάδειξη νέων και οι νέοι με σεβασμό τοποθετούν τους παλιούς σε τιμητική αποστρατεία αλλά με δικαίωμα συμβουλής και λόγου. Κάποτε όμως, εμφανίζεται και η περίπτωση Κιγκινάτου.

πηγή: metarithmisi.gr

Η εικόνα είναι δημιουργία του Auguste Couder (1839), και αποτελεί επιλογή του blog 

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Οι προσφυγικές και μεταναστευτικές εισροές ως πρόκληση για τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες, και η πολυπολιτισμικότητα ως απάντηση* (του Γιάννη Αναστασίου από τη Μεταρρύθμιση)

H είσοδος προσφύγων και μεταναστών φαίνεται να δοκιμάζει τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Είναι κατά τη γνώμη σας η πολυπολιτισμικότητα απάντηση σε αυτή την πρόκληση;*
 Εισαγωγή
Ο κόσμος μας μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στην Αμερική και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ακολούθησε στο Αφγανιστάν, άλλαξε. Η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι και η κλιμάκωση των  πολεμικών συγκρούσεων στη Συρία, συνθέτουν ένα πολύπλοκο περιβάλλον οι  επιπτώσεις του οποίου ακόμη δεν έχουν πλήρως αποτυπωθεί για την περιοχή μας. Οι συνέπειες όσων συμβαίνουν σε γεωπολιτικό επίπεδο δεν είναι μόνο στρατιωτικές και μόνο για τις χώρες όπου διεξάγονται οι πολεμικές συγκρούσεις. Οι μεταναστευτικές ροές και οι πρόσφυγες καθίστανται ένα ευρωπαϊκό προβλήματα φυσικό επακόλουθο όσων συμβαίνουν.

Οι φιλελεύθερες ευρωπαϊκές αξίες και η ξενοφοβία

Κρίσιμο ρόλο στη κατανόηση των φοβικών αντανακλαστικών που προκαλεί η μετανάστευση στις φιλελεύθερες κοινωνίες, διαδραματίζει η επιρροή της πολιτικής σκέψης του κοινοτισμού, που αναδεικνύει την αξία της κοινότητας ακόμη και ως προτεραιότητα σε σχέση με την ελευθερία και την ισότητα που παράγονται από εκείνη.(Kymlicka,W, Πόλις 2005,319)

Στα φιλελεύθερα οράματα η κοινότητα ωστόσο, υπάρχει ήδη, βρίσκεται στις κοινές κοινωνικές πρακτικές, στις πολιτισμικές παραδόσεις και στις κοινές κοινωνικές κατανοήσεις, δεν ξεχωρίζει με βάση την κοινή εθνικότητα, γλώσσα, ταυτότητα, πολιτισμό, θρησκεία, ιστορία ή τον τρόπο ζωής.
Η ανεκτικότητα που αποτελεί θεμελιώδη αξία προαγωγής των ευρωπαϊκών αρχών της ατομικής ελευθερίας ή αυτονομίας στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ωστόσο, φαίνεται να μεταμορφώνεται σε μη ανεκτικότητα προς στις μη φιλελεύθερες ομάδες. Η αυτονομία οδηγεί τη φιλελεύθερη θεωρία, στην αποδοχή  της αλλοτρίωσης των ομάδων που είναι αφοσιωμένες στον φιλελευθερισμό, υπονομεύοντας τους θεσμούς που τον διέπουν . (Kymlicka,W, Πόλις 2005,344)
Ο πλουραλισμός των αξιών  από την άλλη, μολονότι εμφανίζεται ως προϋπόθεση της σύγχρονης δυτικής σκέψης  για τη σαφή ηθική και θεσμική εμπέδωση της ανεκτικότητας, δεν προκύπτει εύκολα, αναδεικνύοντας επίσης αντιφάσεις. Η αντίφαση λ.χ των φιλελευθέρων ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στους πρόσφυγες και μετανάστες, έγκειται στην μην επέκταση γι’ αυτούς, της αρχής της θρησκευτικής ανεκτικότητας, την ώρα που η εν λόγω αρχή, υπήρξε κρίσιμη παράμετρος ως ατομικό δικαίωμα για τους ίδιους τους Ευρωπαίους, στην οικοδόμηση της φιλελεύθερης θεωρίας στο πλαίσιο της θρησκευτικής ανεκτικότητας στη δύση. Η κοινή τους πεποίθηση περί δικαιοσύνης, δεν επαρκεί για την διατήρηση και ενίσχυση της αλληλεγγύης, της κοινωνικής ενότητας ή της πολιτικής νομιμοποίησης . (Kymlicka,W, Πόλις 2005,374)
Η φιλελεύθερη δικαιοσύνη λειτουργεί με το αίσθημα της ηθικής κοινότητας, στο πλαίσιο των συνόρων τα οποία θεωρούνται σημαντικά. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,375)
Το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών, συνδέεται, θεμελιωδώς με τη θέση του Μακιαβέλι περί κατανόησης της πολιτικής, ως ζήτημα που ενώνει τον αυτοπροσδιορισμό, με την αυτοπροστασία, μέσα από το κράτος δικαίου, τις εκλογικές διαδικασίες, την ασφάλεια και το δίχτυ κοινωνικής προστασίας. (D. Held, Αθήνα, 2007, 320)
Ο Μακιαβέλι, διακήρυττε ότι η πολιτική του κράτους και η πάση θυσία επιδίωξη της ισχύος του, έχουν προτεραιότητα έναντι των ατομικών συμφερόντων και της ιδιωτικής ηθικής (D. Held , Αθήνα, 2007, 70) Το καλό κράτος έλεγε ήταν πρώτα και κύρια το ασφαλές και σταθερό κράτος.
Η διάσταση της αντίληψης της κυριαρχίας και της ασφάλειας του κράτους έθνους, που ελέγχει το πεπρωμένο του δεν αμφισβητείται, εξακολουθεί και σήμερα να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης για τη δημοκρατία στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες. (D. Held, Αθήνα, 2007,  397) Η πολιτική εκπροσώπηση άλλωστε, βρίσκεται προσηλωμένη στα μέσα ενημέρωσης, κενή από ιδέες και ηγετικές φυσιογνωμίες που καθοδηγούν την κοινή γνώμη, αντί να ελέγχονται από αυτή. (D. Held, Αθήνα, 2007, 324) Οι εκλογές μοιάζουν με καταναλωτική επιλογή, καθώς οι πολίτες εγωιστικά, επιδιώκουν ως αντάλλαγμα εκλογής των εκπροσώπων τους, την απόκτηση και κατοχή αντικειμένων και πόρων, για την ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών ή επιθυμιών. (D. Held, Αθήνα, 2007, 325)
Η κυριαρχία του κράτους έθνους μέσω της ύπαρξης των συνόρων λοιπόν, τροφοδότησε τον εθνικισμό με την ιδέα της ενιαίας εθνικής κοινότητας, ορίζοντας την έννοια του έθνους  ως ενιαία πολιτική κοινότητα με κοινή εθνική γλώσσα, κοινό πολιτισμό και ταυτότητα, οδηγώντας στην  έκφραση του φιλελεύθερου εθνικισμού.
Η ιδέα της εθνικότητας σε αυτή την έκφανση του εθνικισμού, αποτελεί σημαντική βάση για την επίτευξη των φιλελεύθερων ιδεωδών της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, εντός των τειχών, όχι όμως στη κλίμακα των ζητημάτων της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός αδιαφορεί για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, μολονότι  η διάσταση της παγκόσμιας δικαιοσύνης αμβλύνει τα προβλήματα που οδηγούν στις συγκρούσεις. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,391)

Το μοντέλο της ιδιότητας του πολίτη ως κατόχου κοινών δικαιωμάτων, συνδέεται επίσης με τις ιδέες της εθνικής ολοκλήρωσης. Η ενσωμάτωση ορισμένων ομάδων  σ’ έναν κοινό εθνικό πολιτισμό, βάση επιδοματικών πολιτικών σύγκλησης, σημαίνει πολιτικές οικονομικής αναδιανομής, άρσης αδικιών και αποκλεισμών. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,455) Αυτή η προοπτική φοβίζει τόσο τους ανθρώπους που διαθέτουν πλούτο, όσο και αυτούς που θεωρούν ότι, θα υποστούν τις συνέπειες από τη διάβρωση του κράτους πρόνοιας και των αναδιανεμητικών πολιτικών που ίσχυαν υπέρ τους.

Το μεταναστευτικό και το προσφυγικό πρόβλημα συνδέονται, ωστόσο είναι διαφορετική η νομική υπόσταση του πρόσφυγα και άλλη αυτή του οικονομικού μετανάστη, ο οποίος όταν έχει εισέλθει παράνομα σε μία χώρα  αντιμετωπίζει την προοπτική της απέλασης. Σύμφωνα με το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, στον καθένα μπορεί να χορηγηθεί άσυλο εάν αυτός προέρχεται από κράτος που απειλείται η ζωή του, η ελευθερία του εξαιτίας της φυλής του, της θρησκείας, της ιθαγένειας του, ή της συμμετοχής του σε μία κοινωνική ομάδα ή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 95)

Οι μεγάλες μάζες των μεταναστών ιστορικά, είναι αυτές που αναζητούν εργασία για ένα καλύτερο μέλλον, δηλ, είναι κατά βάση οικονομικοί μετανάστες.

Οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη μετανάστευση

Οι αρμονικές και συμμετρικές πολιτικές σχέσεις τίθενται υπό αμφισβήτηση σ’ ένα κόσμο σύνθετο, περιφερειακών και παγκόσμιων αλληλεξαρτήσεων. (D. Held, Αθήνα, 2007,  398)  Η συνοχή, η βιωσιμότητα και η υποχρέωση λογοδοσίας των ίδιων των εθνικών κέντρων επί των αποφάσεων που λαμβάνουν επηρεάζουν άλλα ή γειτονικά κράτη. Οι παραδοσιακές εθνικές λύσεις που αφορούν κεντρικά ζητήματα της δημοκρατικής θεωρίας και πρακτικής αμφισβητούνται.

Η πολιτική εκτυλίσσεται με αβεβαιότητα και απροσδιοριστία  σ’ έναν κόσμο κίνησης αγαθών κεφαλαίων, ροής πληροφοριών, ανταλλαγής πολιτισμών, μετακίνησης ανθρώπων, αλληλεπίδρασης και άσκησης της εξουσίας, αυτό που ονομάζουμε πλαίσιο παγκοσμιοποίησης. (D. Held,  Αθήνα, 2007, 401)

Το έθνος κράτος βεβαίως, δεν παραμείνει ανεπηρέαστο από τη μεταβολή του βαθμού αυτονομίας του και τη διασταύρωση των εθνικών, διεθνών και υπερεθνικών δυνάμεων και σχέσεων. (D. Held, Αθήνα, 2007,  402) Η κυριαρχία του διαβρώνεται, εκτοπιζόμενη από μορφές υψηλότερης  και ανεξάρτητης εξουσίας, που περικόπτουν τη νόμιμη βάση λήψης των αποφάσεων, εντός του εθνικού πλαισίου. Έρχεται αντιμέτωπο με την απώλεια της ίδιας της κυριαρχίας του (D. Held, Αθήνα, 2007,   403) και αυτό έχει επιπτώσεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Η παγκοσμιοποίηση των  πολυεθνικών επηρεάζει βαθύτατα την μακροοικονομική πολιτική, μετατοπίζοντας τη  ζήτηση για εργασία σε χώρες με χαμηλό κόστος, ενώ η τεχνολογική εξέλιξη στις επικοινωνίες και τις μεταφορές διαβρώνουν τα όρια των χωριστών αγορών διεθνοποιώντας τη παραγωγή. Η διαχείριση των οικονομιών έγινε δυσκολότερη και πιο δαπανηρή, οδηγώντας στην απώλεια ελέγχου των εθνικών οικονομιών.

Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και στο επίπεδο της κουλτούρας. Η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος, έχουν φέρει τους πολίτες του κόσμου περισσότερο κοντά στις εξελίξεις και στη κουλτούρα των ανεπτυγμένων χωρών της δύσης. (D. Held, Αθήνα, 2007,  413) Το όνειρο του δυτικού τρόπου ζωής, απέχει πλέον ένα κλικ από το κινητό τηλέφωνο όλων.

Ο κόσμος βιώνει το κρίσιμο σημείο μετάβασης της εξουσίας σταδιακά στα χέρια του πολυεθνικού κεφαλαίου, που εξασθενεί τη δημοκρατία. Η παγκοσμιοποίηση είναι μία «διαλεκτική διαδικασία» (D. Held, Αθήνα, 2007,  421) που ανέδειξε όχι μόνο την κατανόηση μεταξύ των λαών, αλλά και τους οικονομικούς ανταγωνισμούς και τις διαφορές τους, δυσκολεύοντας την εμπέδωση της κοσμοπολίτικης δημοκρατίας που προϋποθέτει, την εμβάθυνση, τη διεύρυνση και τη κατοχύρωση των δημοκρατικών θεσμών σε μια κοσμοπολιτική βάση. (D. Held, Αθήνα, 2007,  416)

Η πολυπολιτισμικότητα και το παράδειγμα των ΗΠΑ

Στις ανεπτυγμένες χώρες η μετανάστευση προκαλεί ξενοφοβία. Ορισμένες ομάδες πιστεύουν ότι η πολυπολιτισμικότητα θα παραβιάσει τον ζωτικό εθνικό τους χώρο, εξαιτίας της «ιδέας της αυθεντικότητάς» (Taylor, Αθήνα , 2013, 189) των διαφορετικών ομάδων, που τη συνοδεύει.
Ο φόβος ωστόσο της αποδυνάμωσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποδεικνύεται λανθασμένος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχουν στατιστικές διαφορές μεταξύ μεταναστών και εθνικών μειονοτήτων με τη πλειονότητα μιας εθνικής κοινότητας, ως προς την αφοσίωσή τους στις φιλελεύθερες ιδέες, μάλιστα, ακόμη και όταν οι χώρες προέλευσης τους, έχουν ελάχιστα κοινά στοιχεία με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,461)

Η πολυπολιτισμικότητα ενισχύει την αλληλεγγύη, προάγει την πολιτική σταθερότητα, οδηγώντας τις μειονότητες να υιοθετήσουν πραγματικά τους πολιτικούς θεσμούς της χώρας όπου φιλοξενούνται.
Οι επιπτώσεις της πολυπολιτισμικότητας εξαρτώνται, από το εάν οι άνθρωποι που την επικαλούνται αποδέχονται το φιλελεύθερο αναθεωρητικό και πλουραλιστικό χαρακτήρα των σκοπών της και  οι επικριτές της μετανάστευσης αυτό δεν το πράττουν. Ως εκ τούτου τότε υπάρχει ζήτημα για την ατομική ελευθερία, καθώς  η πολυπολιτισμικότηττα γίνεται συντηρητική, προσεγγίζοντας τον εθνικισμό, αντικαθιστώντας τις φιλελεύθερες αρχές  με κοινοτιστικές πολιτικές του κοινού αγαθού, στο τοπικό πλαίσιο μιας ομάδας.

Ο πολιτισμικός συντηρητισμός οδηγεί την ομάδα στο φόβο απέναντι στην ανοιχτή κοινωνία, την κινητικότητα των ανθρώπων, την ποικιλομορφία και αυτονομία του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,497)

Γίνεται λοιπόν αντιληπτή, η ανάγκη προστασίας της ελευθερίας των ατόμων εντός της ομάδας  και η  προαγωγή σχέσεων ισότητας και μη κυριαρχίας μεταξύ των ομάδων. Οι φιλελεύθεροι υπερασπιστές της πολυπολιτισμικότητας, οφείλουν να διαχωρίσουν τα  κακά μειονοτικά δικαιώματα που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα, από τα καλά που λειτουργούν συμπληρωματικά προς αυτά.
ΟΙ ΗΠΑ αποτελούν ένα πετυχημένο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολυεθνικού κοινωνικό πολιτιστικού μοντέλου που χαρακτηρίζεται από πολιτισμική πολυμορφία.

Η συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών ομάδων και πολιτισμικών μορφών ζωής με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν επιβαρύνει τη θεωρία των ατομικών δικαιωμάτων. Προκύπτει από την εξασφαλισμένη δυνατότητα ν’ αναπτύσσεται χωρίς περιορισμούς σ’ ένα πολιτισμικό κόσμο παραδόσεων, που θα  τον συνεχίσουν και μετασχηματίσουν οι εθνικές ομάδες, μεγαλώνοντας με ασφάλεια τα παιδιά τους. Οι πολιτισμοί άλλωστε επιβιώνουν μόνον όταν αντλούν τη δύναμη του αυτομετασχηματισμού τους από τη κριτική και το διαχωρισμό. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 80, 83)
Η αγγλική γλώσσα και η ταύτισή της με τις ευκαιρίες ζωής των πολιτών στις ΗΠΑ, εξέθρεψε την εθνική ταυτότητα της χώρας, η οποία ορίζεται εν μέρει εξαιτίας της κοινής ιδιότητας του μέλους σε έναν κοινωνικό πολιτισμό. Η ενσωμάτωση των πολιτών εξασφαλίζεται από την αφοσίωση του κοινού πολιτικού πολιτισμού, ο  οποίος έχει τις ρίζες και την ερμηνεία των συνταγματικών αρχών σ’ ένα κράτος δικαίου . Μιλάμε δηλ, για το ηθικό περιεχόμενο του συνταγματικού πατριωτισμού και την ουδετερότητά του δικαίου απέναντι σε όλους, που οδηγούν στην πολιτική ενσωμάτωση των πολιτών με τη συναίνεσή και συγκατάθεσή τους. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 86

Ο μονόδρομος της επιλογής της φιλελεύθερης πολυπολιτισμικής ενσωμάτωσης  

Αν και το αμερικανικό μοντέλο δεν δείχνει να είναι ακριβώς η απάντηση στο ευρωπαϊκό μεταναστευτικό πρόβλημα, ωστόσο βασικές φιλελεύθερες αρχές που το διέπουν, ήδη εφαρμόζονται ή αποτελούν τμήμα της υπό διαμόρφωση μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δυστυχώς εμπλουτίζεται με το κλείσιμο των συνόρων και την δημιουργία φρακτών.

Η Ε.Ε μολονότι αποτελεί  χαρακτηριστικό παράδειγμα «οιονεί υπερεθνικού» οργανισμού, που παρέχει ευκαιρίες και θεσπίζει νόμους οι οποίοι επιβάλλονται με τη συναίνεση τους στα κράτη μέλη, ωστόσο, στην αντίληψη περί κυριαρχίας στο εσωτερικό της, θεωρείται «νεκρή ως αδιαίρετη, απεριόριστη και αποκλειστική μορφή δημόσιας εξουσίας, ενσωματωμένης σε ένα ξεχωριστό κράτος». (D. Held, Αθήνα, 2007, 409)

Οι  περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτοπροσδιορίζουν την εθνική τους συνείδηση, όχι με την ιδέα του εδαφικού κράτους, αλλά  με αυτή του πολιτιστικού έθνους που δεν πρέπει να αλλοιωθεί ,ιδέα η οποία αποτέλεσε το υπόβαθρο ανάπτυξης εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας στο πρόσφατο παρελθόν.
Η ξενοφοβία είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στα κράτη μέλη της Ε.Ε, (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 89) που είναι πλέον προορισμός μεταναστών, ιδιαίτερα αυτών της κεντρικής Ευρώπης.

Η απόφαση της μετανάστευσης σε μία ελεύθερη και δημοκρατική χώρα λαμβάνεται κατά κανόνα για οικονομικούς λόγους.  Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι μεταξύ 1800 και 1960 σε ποσοστό 80% οι φωνασκούντες σήμερα Ευρωπαίοι, αποτελούσαν τα μεταναστευτικά κύματα στην αναζήτηση βελτίωσης των συνθηκών της ζωής τους, συμβάλλοντας μάλιστα η μετανάστευση στην βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των χωρών της Ευρώπης. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 96)

Η πολιτική της αναγνώρισης του μετανάστη και πρόσφυγα σ’ ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος, εντάσσεται στην ίδια λογική αξίωσης της πολιτικής αναγνώρισης του χρώματος του δέρματος ή του σεξουαλικού σώματος του υποκειμένου, με τρόπο που φέρνει σε δύσκολη θέση κάποιον που επιθυμεί νε θεωρεί το χρώμα τ ή την σεξουαλική ταυτότητα, ως προσωπικές διαστάσεις του εαυτού του. (Taylor, Αθήνα , 2013,204)

Οι χώρες που δεν έχουν παράδοση υποδοχής νεοεισερχόμενων μεταναστών, συχνά είναι πιο ξενοφοβικές και επιρρεπείς  θεωρώντας τους ξένους δυνητική απειλή για την ασφάλεια τους. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,485) Το πρόβλημα για τις χώρες υποδοχής, προκύπτει όταν η επιθυμία της μετανάστευσης προσκρούει στην ετοιμότητα υποδοχής και αντοχής από μέρους τους.
Η Ε.Ε σήμερα στη προσπάθειά της ν’ ανακόψει τη μεταναστευτική παλίρροια, συνδυάζει περιοριστική πολιτική εισόδου με πολιτικές που στοχεύουν στην ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτήσεων ασύλου και πρακτική απελάσεων όσων η αίτηση έχει απορριφθεί.
Το πρόβλημα της ξενοφοβίας είναι σύνθετο, θέτοντας με τα επιτάσεως το ζήτημα της νόμιμης εισόδου σε μία χώρα, καθώς το  δικαίωμα της μετανάστευσης και η αναζήτηση καλύτερης ζωής, βρίσκει τα όρια του στο δικαίωμα μια πολιτικής κοινότητας, να διατηρήσει άθικτη την πολιτικο- πολιτιστική ταυτότητά της. (J.Habermas, 1994, Αθήνα,91)

Η επιτυχημένη ενσωμάτωση εξαρτάται ωστόσο και από την ετοιμότητα των μεταναστών να ενταχθούν στο πολιτικό πολιτισμό της νέας τους πατρίδας, χωρίς να εγκαταλείψουν τη πολιτιστική μορφή ζωής που φέρνουν μαζί τους. Ελάχιστα στοιχεία εμπειρίας των διακοσίων ετών μετανάστευσης στη δύση, συνηγορούν στο ότι οι μόνιμοι μετανάστες ή πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα να γίνουν πολίτες μιας χώρας, αποτέλεσαν απειλή για την ενότητα και τη σταθερότητα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,479)

Η ένταξη των μεταναστών άλλωστε δεν γίνεται εν μια νυκτί. Είναι μία μακροπρόθεσμη διαδικασία που λειτουργεί δια μέσου των γενεών και της διασφάλισης της συστηματικής διεύρυνσης  των κοινών θεσμών που δεν τους θέτουν σε μειονεκτική σχέση σε σχέση με τον άλλο πληθυσμό. Οι παράνομοι μετανάστες άλλωστε επιδιώκουν και αυτοί να αποκτήσουν το δικαίωμα της ιθαγενείας.
Η πολυπολιτισμικότητα χωρίς την παροχή ιθαγένειας, οδηγεί στον αποκλεισμό του πολίτη . Η πολιτική που βασίζεται στην εθελοντική επιστροφή του παρανόμου μετανάστη δεν είναι ρεαλιστική και θέτει σε κίνδυνο την ευρύτερη κοινωνία, δημιουργώντας γκέτο μεταναστών, μια κατώτερη κοινωνική τάξη χωρίς δικαιώματα, απομονωμένη με φυλετικά οικονομικά και θρησκευτικά κριτήρια.
Τα προγράμματα αμνηστίας ως ηθική απαίτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας που προκύπτει από την πολύχρονη παραμονή των μεταναστών ώστε να γίνουν πολίτες αποτελούν λύση. Οι αρχικοί όροι εισόδου τους άλλωστε σε μία χώρα, από κάποια στιγμή και έπειτα δεν ενδιαφέρουν την φιλελεύθερη δημοκρατία.(Kymlicka,W, Πόλις 2005,486)

Παράλληλα με τις πολιτικές απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη, όμως, απαιτούνται και οι θεσμοί για τη ενσωμάτωση τους σε σχέση με τη γλώσσα και την εκπαίδευση. Οι παροχές αυτών  των δικαιωμάτων βοηθούν στη δικαιολόγηση της εθνικής οικοδόμησης του κράτους και την ομαλή ένταξη των μεταναστών. Τέτοια δικαιώματα έχουν να κάνουν με την πρόσληψή τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, την στρατιωτική θητεία κ.α  Η αντίληψη της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής ολοκλήρωσης πρέπει να είναι πλουραλιστική και ανεκτική. Όσο περισσότερο τονίζονται οι πολιτιστικές διαφορές, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να εργαστούν οι ομάδες  και τα άτομα από κοινού για να καταπολεμηθεί η οικονομική ανισότητα και η διεθνής τρομοκρατία.  (Kymlicka,W, Πόλις 2005,495)

Συμπέρασμα

Η λύση στο πρόβλημα της μετανάστευσης στην Ευρώπη δεν είναι απλή υπό συνθήκες αναβίωσης εθνικισμών, ξενοφοβίας και κλεισίματος συνόρων. Μονόδρομος δείχνει η υιοθέτηση μιας φιλελεύθερης πολυπολιτισμικής μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία ανοίγει τις πόρτες στους πρόσφυγες και μετανάστες, ρυθμίζοντας τη μετανάστευση κατά το πρότυπο των δεδομένων δυνατοτήτων, που σημαίνει ότι, προφανώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη,  οι αντοχές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο μιας χώρας ή μιας ένωσης χωρών όπως η Ε.Ε.

Η διαβουλευτική δημοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποκαλύψει και ν’ αποκρούσει, τη μεροληψία, τη μονομέρεια και τα όρια συγκεκριμένων αντιλήψεων, των «βολεμένων» (D. Held, Αθήνα, 2007, 328) που συνδέονται με επιμέρους συμφέροντα. Η Ε.Ε δείχνει να είναι  το ιδεώδες πολιτικό και θεσμικό υπόστρωμα ελεύθερων πολιτών, από την παραμορφωτική επίδραση της ανισότητας της εξουσίας, του πλούτου, της μόρφωσης κ.α., όπου μπορούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να επωαστούν οι βέλτιστες πολιτικές αντιμετώπισης του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος που εξετάσαμε.

– Ο Γιάννης Αναστασίου είναι τεταρτοετής φοιτητής του ΕΑΠ στο Τμήμα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Στις εθνικές εκλογες του Σεπτεμβρίου υπήρξε ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στη Μαγνησία

Βιβλιογραφία
- Heywood, A., Πολιτικές Ιδεολογίες, 89-94,  κεφ. 5
- Kymlicka, W., Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας, κεφ. 6, 7, 8.
- Held, D., Μοντέλα δημοκρατίας, κεφ. 2, 9, 11.
- Taylor, Ch., Πολυπολιτισμικότητα. Εξετάζοντας την πολιτική της αναγνώρισης, Πόλις 2013.
- Habermas, J. Αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, Λιβάνης 1994
* Πρόκειται για θέμα εργασίας του ΕΑΠ, στο μάθημα  «Ευρωπαϊκές Πολιτικές Ιδεολογίες τον Εικοστό Αιώνα».

πηγή: metarithmisi.gr 
Ο τίτλος του άρθρου είναι ελαφρά προσαρμοσμένος από το blog. Ο πίνακας του Vincent van Gogh, The Parsonage at Nuenen by Moonlight, 1885, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επίσης επιλογή του blog.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσα – κούτσα… φτάνουμε στα μέτρα μας. Και ύστερα, τι; (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρρύθμιση" )

Μήπως ήλθε η ώρα που η κοινωνία μας χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία για την νέα της κατάσταση περισσότερο από κατά συνθήκη ψεύδη για το ξεπέρασμα της κρίσης; Μήπως αναπόφευκτο καθήκον των δημοκρατών είναι να προετοιμάσουν για την αλήθεια της συντριβής τους πολίτες, που μέχρι τώρα βαυκαλίζουν με ελπίδες για σύντομη ανάρρωση; Βάζω το ερώτημα από μια πλευρά κοινωνικής αισιοδοξίας και όχι απελπισίας. Γιατί, ύστερα από μια τραγωδία, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με νέες φιλοδοξίες μόνο αν πιστέψουμε σε ένα νέο όραμα ξεπερνώντας το πένθος για την απώλεια του παλιού. Δεν ωφελεί να συνεχίζουμε τον θρήνο για τον χαμένο παράδεισο. Καιρός να φτιάξουμε τον δρόμο για έναν νεώτερο και ανθεκτικότερο.

Με απλή αριθμητική και χωρίς να χρειάζονται εκζητημένα μακροοικονομικά μοντέλα, η κοινή λογική έλεγε το 2010 ότι η χώρα μας, χρεοκοπώντας, θα έπεφτε αναπόφευκτα σε μια καινούργια γραμμή εκκίνησης που θα ήταν περίπου 25% κατώτερη από το ΑΕΠ της στιγμής της χρεοκοπίας. Ήταν φανερό ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό της μείωσης της εθνικής ζήτησης (δαπάνης) από την διακοπή του εξωτερικού δανεισμού με τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή που αυτή θα ενεργοποιούσε. Η κατάσταση εξελίσσεται κάπως χειρότερα. Φαίνεται ότι το νέο επίπεδο εκκίνησης μπορεί να είναι τελικά έως και 30% κατώτερο. Εκεί έπεσαν έξω οι υπολογισμοί του ΔΝΤ σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή. Δεν είχε αντιληφθεί την λειτουργική «ταυτότητα» της ελληνικής κοινωνίας/οικονομίας και είχε υπολογίσει τους συντελεστές του πολλαπλασιαστή με όρους οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, ενώ η ταυτότητα της ελληνικής οικονομίας είχε έντονα χαρακτηριστικά σοβιετικού κρατισμού. Γιαυτό η κατάρρευσή μας μοιάζει περισσότερο με την κατάρρευση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών και της τέως σοβιετίας, παρά με την κρίση χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Το πολιτικό σύστημα –σύσσωμο- έδειξε εξ αρχής την ανεπάρκειά του να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και ως εκ τούτου την ανικανότητά του να προτείνει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα ανάταξης της χρεοκοπημένης κοινωνίας μας (κοινωνίας μας, επαναλαμβάνω). Εύλογο. Γιατί πώς να καταλάβει κάποιος τη ζημιά που επί τόσο χρόνια απεργάζονταν; Εκτός αν εξαπατούσε γνωρίζοντας την αλήθεια. Οι μεν κυβερνήσεις με τις λαϊκίστικες πολιτικές τους, η δε αριστερά με την πλειοδοσία της στις πολιτικές αυτές προς την χρεοκοπία κατέτειναν. Σε ότι αφορά το σημείο αυτό, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι το «σύστημα» δεν αντιλήφθηκε την κατάσταση. Μιλώντας εκτός δημοσιότητας με σημαίνοντας παράγοντες όλων των παρατάξεων, εύκολα διαπίστωνε κανείς εξ αρχής, ότι δεν ήταν ανίκανοι να καταλάβουν την απλή αριθμητική του προβλήματος. Τότε, γιατί δεν το έλεγαν δημοσίως ώστε να μη δημιουργούν δεύτερη φάση λαϊκιστικών προσδοκιών τις οποίες πληρώνουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή όσο και κυνική: Η ανειλικρίνεια ήταν στοιχείο της αποτυχίας τους που οδήγησε στην χρεοκοπία, δηλαδή ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής τους κουλτούρας, το οποίο δεν μπορούσαν να υπερβούν τώρα. Πώς τώρα θα είχαν τα μούτρα να ομολογήσουν απερίφραστα το συνολικό λάθος τους, αφού εξακολουθούσαν να στηρίζονται στο ίδιο μοντέλο πολιτικής, δηλαδή τον λαϊκισμό; Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Γιώργος Παπανδρέου και διέλυσε το κόμμα του καθώς και την πολιτική καριέρα του. Οι άλλοι έμαθαν καλά το μάθημα και ούτε να ψελλίσουν τόλμησαν. Έτσι, με αγαστή σύμπνοια, οι ίδιοι παράγοντες του αποτυχημένου συστήματος, κατασκεύασαν το νέο αφήγημα περί  «κρίσεως» για να κατοχυρώσουν τη συνέχεια του λαϊκίστικου λόγο τους. «Κρίση έχουμε βρε παιδιά, κάντε υπομονή να ξεπεράσουμε τον κάβο» οι μεν, «φέρατε την μνημονιακή καταστροφή και καιρός να αφήσετε σε μας τους παρθένους την εξουσία» οι δε. Αυτή όλη η φιλολογία περί «κρίσεως» που επικράτησε έναντι του πραγματικού αφηγήματος περί «καταστροφής» δεν είναι καθόλου μα καθόλου αθώο.

Όταν ζυμώνουμε τις πολιτικές προσδοκίες γύρω από την έννοια της «κρίσης» μεταφέρουμε την λαϊκή φαντασία σε μια εικόνα προσωρινής δοκιμασίας. Είναι σαν να λέμε στην κοινωνία ότι κάτι το προσωρινά κακό της συνέβη και επομένως με κάποιους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς το κακό θα περάσει. Κάτι σαν πονόδοντος που χρειάζεται μόνο ένα καλό παυσίπονο, αφού το δόντι είναι κατά βάση γερό. Χρειάζεται φάρμακο και όχι χειρουργείο. Αντίθετα, όταν η αφήγηση μεταφερθεί στα συμφραζόμενα της «καταστροφής» τότε το σήμα του λόγου δίνεται σε όρους ξεκαθαρίσματος των ερειπίων και χτισίματος μιας καινούργιας κατάστασης με καλλίτερα υλικά και ανθεκτικότερη σχεδίαση. Πολλά πρέπει να αλλάξουν με βαθιές τομές. Το φάρμακο δεν αρκεί, χρειάζεται χειρουργείο. Ποια πολιτική δύναμη (μιλάμε για τις αξιόπιστες, πράγμα που εξαιρεί το ΚΚΕ και την ΧΑ) θα μπορούσε να έχει το θάρρος να μιλήσει για ένα καινούργιο ξεκίνημα; Και οι βασικές τους συντεχνιακές δεσμεύσεις που στηρίζουν την πελατειακή τους ισχύ, που θα πήγαιναν τότε; Ποιος από τους συμβατικούς πολιτικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να μιλήσει για ένα αναπροσδιορισμένο «κοινό συμφέρον» χωρίς να κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από τα θρυμματισμένα μερικά συμφέροντα που μέχρι τώρα του εξασφάλιζαν εκλογική πελατεία;

Εκεί φτάσαμε λοιπόν: Καμία από τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν μπορεί και δεν τολμά να μιλήσει με όρους πατριωτισμού. Γιατί απλούστατα είχε παραμερίσει την έννοια του κοινού συμφέροντος που ο πατριωτισμός προϋποθέτει. Οι πολιτικοί πελάτες είναι πάντα με το γκουβέρνο, όχι με την πατρίδα.  Γιαυτό συνεχίζουν την αφήγηση περί κρίσεως. Περιορίζουν έτσι τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική σύγκρουση αποκλειστικά στο σκηνικό που στήθηκε για να διευκολύνει την προσγείωση και όχι την καινούργια εκκίνηση. Ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από την βοήθεια των εταίρων για αναίμακτη προσγείωση- χωρίς να τολμά να ανεβάσει τον λόγο της στο επίπεδο της αναδόμησης του εθνικού μας κράτους πάνω στη βάση ενός αναδιατυπωμένου κοινού συμφέροντος. Αλλά, δυστυχώς, αυτό και μόνο αυτό απαιτούν οι Καιροί και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αντιμετώπισή του.

Ας συμμαζέψουμε, τώρα, τον λόγο μας στο ζητούμενο. Πώς απογράφουμε εντίμως την κατάσταση, και όχι την κρίση;  Ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο για μια πραγματική διαδικασία ανοικοδόμησης των ερειπίων;

Αυτές τις μέρες η Νέα Κατάσταση λες και κάνει επιδεικτική παρέλαση με όλα τα σέα και τα μέα της για να μας προκαλέσει: Η εικόνα που δείχνει είναι της πλήρους μετάστασης του οργανωμένου κράτους σε κατάσταση ερζάτζ. Το κράτος έχει καταντήσει απλή σκιά του εαυτού του:
  • Πλήρης κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και υποκατάστασή του με κράτος πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτό είναι το νόημα των παρατεταμένων καταλήψεων των «αγροτών» που παραβιάζουν επιδεκτικά μια ντουζίνα από διατάξεις του ποινικού και αστικού δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν επεμβαίνει και ο χειρισμός των ενόχων έχει ανατεθεί στο στελεχιακό δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος.
  • Κατάρρευση της διάκρισης των εξουσιών: Οι δικαστές πολιτικολογούν με αποφάσεις τους και η κυβέρνηση διαβουκολεί την ιεραρχική δομή του δικαστικού σώματος.
  • Εισπήδηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έργα πολιτικής διαχείρισης. Αντί για εργολάβους, το έργο της κατασκευής των hotspotsκαι όχι μόνο ανατίθεται με ζητωκραυγές στον στρατό ξηράς.
  • Αδιαμαρτύρητη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με τεράστια συμβολική αξία: Το πρωθυπουργικό αεροπλάνο εμποδίζεται από την Τουρκία να προσγειωθεί στο εθνικό έδαφος της Ρόδου.
  • Προκλητική παραβίαση προστατευμένων δικαιωμάτων του παιδιού με πλήρη αδιαφορία του αρμόδιου υπουργού: Ξενοφοβικοί ρατσιστές κατεβάζουν μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως ασπίδα στη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του Νόμου.
  • Ολοκληρωτική μετάλλαξη της Βουλής από νομοθετικό σώμα σε σώμα στρατευμένων κομματικών οργάνων που την απασχολούν με προσχηματικά νομοσχέδια για να την εμποδίσουν να εκδηλώσει το πολιτικό της φρόνημα: Για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική επικαιρότητα εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο (για τα ΜΜΕ) που κατάφωρα παραβιάζει βασικές συνταγματικές προβλέψεις, θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού κεκτημένου και εξ ίσου θεμελιώδεις διατάξεις του παγκόσμιου κώδικα προστασίας των δικαιωμάτων πολίτη. Η Βουλή αντί να βουλεύεται μετατρέπεται σε θέατρο ποικιλιών για να τραβήξει την προσοχή του κοινού μακριά από την εξελισσόμενη εθνική τραγωδία.
  • Αναστολή βασικών λειτουργιών της Πολιτείας, όπως η δικαστική, με την βίαιη παρέμβαση συντεχνιών που ψωμίζονται από αυτές (απεργία διαρκείας των δικηγόρων )
  • Ξήλωμα των θεμελίων της ελεύθερης αγοράς με την δημιουργία νέων κρατικίστικων υποχρεώσεων: Χρηματοδότηση της βιομηχανίας ζάχαρης εκτός τραπεζικών κανόνων με χρήματα του Δημοσίου, απόπειρα ριζικής αλλαγής των πλαισίων της πτωχευτικής διαδικασίας με επαπειλούμενο νομοσχέδιο για τα αργούντα ιδιωτικά ακίνητα και κινητά.
  • Κομματικοποίηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
  • Επιβολή εκφοβιστικού ελέγχου σε όλα τα μέσα με τα οποία εκφράζεται η ελευθερία του Λόγου.
  • Αποσάρθρωσε του παραγωγικού ιστού με την μονιμοποίηση της ανεργίας στο επίπεδο του 25% κατά μέσο όρο. Αντί για πρωτοβουλίες παραγωγικής απορρόφησης της ανεργίας, ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης βρίθει από αναφορές στην ανθρωπιστική κρίση. Λες και η χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να τρέφει ζητιάνους και φτωχούς μοιραίους πολίτες.
  • Υποβάθμιση όλων των θεσμών κοινωνικής μέριμνας και προστασίας και ραγδαία εν τοις πράγμασι ιδιωτικοποίησή τους (Υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση).
  • Με την εξέλιξή μας σε μόνιμο σταθμό των προσφύγων και μεταναστών οδεύουμε σε μια εντελώς πρωτόγνωρη οικονομία υπηρεσιών, όπου οι εταίροι μας, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, θα μας καταβάλλουν τα έξοδα που απαιτούνται για να τους κρατούμε έξω από τα δικά τους σύνορα, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη νέα αγορά στην εσωτερική αγορά μας.
Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την εικόνα τείνουμε πλέον να την συνηθίσουμε και να την θεωρούμε δεδομένη, καθώς αλλού στρέφεται η πολιτική μας προσοχή: Σε μια καθημερινότητα αιχμηρών επεισοδίων που αυτά τραβούν το πολιτικό δυναμικό μας και όχι η σύνθεσή τους σε ενιαία εικόνα τραγικότητας των περιστάσεων. Φοβούμαστε να δεχτούμε ότι δεν βαίνομε προς, αλλά είμαστε ήδη στην κατάσταση του διαλυμένου κράτους – failing state.

Κανένας από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει ορθώσει το ανάστημά μου με παρρησία μπροστά σε μια τέτοια αφήγηση. Να προβάλει ως διεκδικητής της ηγεσίας για μια ριζική ανάταξη της κοινωνίας και του κράτους μας. Μήπως άραγε η Ιστορία παίζει το αινιγματικό παιχνίδι της και προετοιμάζει την ετυμηγορία της για το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία; Μήπως όλα αυτά οδηγούν στην απόφανση ότι ήλθε η ώρα μιας ριζοσπαστικής, για τα ελληνικά δεδομένα, σοσιαλδημοκρατίας; Μήπως η εικόνα εκφράζει έκδηλα το απαιτούμενο θεμελιακό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας για τον τόπο μας. Μήπως το πρόταγμα αυτό είναι η εξής απλή φράση: «Περιγράψτε την πραγματική μας κατάσταση και αναλύστε τον ρόλο του καθενός μας σε μια καινούργια προσπάθεια ανάταξης με βάση το κοινό συμφέρον σε έντιμη αντιπαράθεση προς το ειδικό συμφέρον της κάθε κοινωνικής ομάδας». Πάνω σε μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να στηθεί ο απαιτούμενος πατριωτισμός της δημοκρατικής αριστεράς. Ένας πατριωτισμός που συνθέτει επιμέρους συμφέροντα αντί να τα αντιπαραθέτει όπως κάνει σήμερα η κυβερνώσα αριστερά, για να εξασφαλίζει τον κατακερματισμένη πολιτική πελατεία της ευκολότερα. Με του λιανέμπορους (συντεχνιακούς συνδικαλιστές) τα βγάζει ευκολότερα πέρα παρά με μια ενοποιημένη ενιαία κοινωνική συνείδηση που έχει προσδιορίσει το κοινό συμφέρον που την κρατάει ενωμένη.

πηγή: metarithmisi.gr

Ο πίνακας " Ο ελευθερωτής" του Ρενέ Μαγκρίτ, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επιλογή του blog 

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Άκου Ανελλήνιστε Ελληναρά (του Κώστα Κούρκουλου από τη "Μεταρρύθμιση")

Οι πρώτοι  Φιλέλληνες που αποβιβάστηκαν το 1821 στο Ναυαρίνο, έτοιμοι να πεθάνουν για την ελευθερία σου, έτυχαν ελληνικής υποδοχής: Ληστεύτηκαν.

Ο γιατρός του σώματος των Φιλελλήνων, στο δρόμο για το Πέτα, κατά την πορεία τους δηλαδή προς το θάνατο για χάρη σου, έτυχε ελληνικής μεταχείρισης: Ληστεύτηκε.  Μάλιστα, γλύτωσε τη ζωή του, παραδίδοντας στους προγόνους σου και τα όπλα που έφερε, με σκοπό να πολεμήσει για την ελευθερία σου.

Στο ίδιο το Πέτα, όταν οι πρόγονοί σου όχι μόνο «λάκισαν» αλλά, κατά πως λένε, πρόδωσαν τους Φιλέλληνες, οι τελευταίοι έμειναν εκεί για να πεθάνουν για χάρη σου.

Και όταν τα πάντα είχαν χαθεί, πάλι στο Ναυαρίνο, εκεί δηλαδή όπου οι πρόγονοί σου λήστεψαν τους πρώτους Φιλέλληνες, οι «κουτόφραγκοι» πολέμησαν και σου έδωσαν   την ελευθερία σου. Και ήταν τόσο αμετανόητα «κουτόφραγκοι», ώστε να νομίζουν πως πεθαίνουν για τα παιδιά του Αριστοτέλη, του Σοφοκλή και του Περικλή!

 Ενώ εσύ ξέρεις, πολύ καλά μάλιστα, ότι δεν έχεις καμία απολύτως σχέση με όλα αυτά, για τα οποία πέθαιναν οι Φιλέλληνες. Γι’ αυτό και μισείς ό, τι έρχεται από τη Δύση, εκτός των χρημάτων και των «εργαλείων». Και παραμένεις προσκολλημένος στην Ανατολή, παρ’ ότι από κει, κατά την ανατριχιαστική περιγραφή του Μαρξ, έρχεται «χολέρα και θρησκεία».

 Κι έχεις δίκιο στο μίσος σου για τη Δύση. Διότι, στα μέρη της, αυτά που εσύ θεωρείς κόλαση, συμβαίνουν και τα εξής «θεότρελα» και «ανήκουστα»: Έχει δημιουργηθεί ένας νέος ανθρωπολογικός τύπος. Αυτός του ευρωπαίου πολίτη που, για πρώτη φορά μετά την Αθηναϊκή δημοκρατία, ανέτρεψε τη θρησκευτική παράσταση του κόσμου. Έχει δηλαδή δημιουργηθεί ο τύπος του ανθρώπου που συνειδητοποίησε ότι είναι ο ίδιος υπεύθυνος για την ιστορία του. Ο οποίος, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να αμφισβητήσει την υπαρκτή εξουσία, να σκεφτεί ότι ο νόμος είναι άδικος, να το διακηρύξει δημόσια, να δράσει για να τον αλλάξει και να συμμετάσχει στον καθορισμό της μοίρας του.
 Στη Δύση δηλαδή συμβαίνει το εξής φρικιαστικό για σένα: Δημιουργείται μία κοινωνία που όχι μόνον μπορεί να θέτει ερωτήματα στον εαυτό της, αλλά και να τον αμφισβητεί! Με άλλα λόγια, δημιουργείται μία κοινωνία που έχει την ικανότητα να αμφισβητεί τους δικούς της θεσμούς, επειδή συνειδητοποιεί ότι δημιουργός τους δεν είναι κάποιος απεσταλμένος του θεού ή της ιστορίας, αλλά η ίδια. Κάτι δηλαδή που είναι αδιανόητο σε κάθε άλλον πολιτισμό. (Και στον δικό σου).

 Άσε που αυτοί οι θεσμοί της, επιτρέπουν στους πολίτες της να ζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή τους και να τη διαθέτουν κατά την κρίση τους. Να μην κόβουν δηλαδή τα χέρια αυτού που έκλεψε, να μην ακρωτηριάζουν τους παραβάτες, να μην θεωρείται η γυναίκα κατώτερο είδος, ούτε κτήμα του άνδρα, να μην ακρωτηριάζονται οι γυναίκες με την αποκοπή της κλειτορίδας, να μην εκτελούνται με λιθοβολισμό (ή με όποιο άλλο τρόπο) οι γυναίκες σε περίπτωση «μοιχείας», να μην δολοφονούνται δημοσιογράφοι επειδή ασκούν κριτική στον «τσάρο» (βλ. Ρωσία), να μην φυλακίζονται πολίτες επειδή διαφωνούν με τον ηγεμόνα (βλ. Βενεζουέλα), να μην εκτελούνται τέλος οι υπήκοοι, επειδή νύσταξαν μπροστά στον αρχηγό που έστειλε η ιστορία (βλ. Β. Κορέα) κ.ο.κ.

Και προσοχή! Αυτά τα δικαιώματα δεν ήταν αυτονόητα, ούτε «φύτρωσαν». Ούτε τα πήραν ως εμφυτεύματα από κάπου αλλού, όπως καλή ώρα στην περίπτωσή σου. Αντίθετα, στηρίζονται σε τεράστιους δημοκρατικούς αγώνες διαδοχικών γενεών. Ούτε βεβαίως είναι «τυπικά» δικαιώματα, όπως ανόητα ισχυρίζονται όσοι τα υποτιμούν. Διότι μπορεί μεν να είναι «μερικά», αλλά είναι βαθύτατα ουσιαστικά. Άλλωστε, είναι ακριβώς αυτά που οδηγούν όλους τους κατατρεγμένους της γης, να δίνουν ακόμη και τη ζωή τους στα κύματα, προκειμένου να φτάσουν στην Ευρώπη.
Ξέρω πως εσύ βλέπεις μόνο την άλλη πλευρά της Ευρώπης, η οποία είναι εξ ίσου υπαρκτή. Εκείνη δηλαδή που έκανε πολέμους, που προκάλεσε αδικίες και αιματοχυσίες, που έκανε στρατόπεδα συγκέντρωσης κ.ο.κ.

 Γι’ αυτό, άκου και πάλι: «Δεν εφεύρε η Ευρώπη τον πόλεμο, το μίσος προς τους άλλους, το ρατσισμό, την υποδούλωση, τις σφαγές εξόντωσης, την αναγκα­στική πολιτιστική αφομοίωση: η καταγραμμένη ιστορία ξεχειλίζει απ” αυτά. Η Ευρώπη τα εφάρμοσε και αυτή. Μα η ιδιαιτερότητά της είναι πως όλα αυτά στην Ευρώπη αμφισβητήθηκαν και πολεμή­θηκαν από μέσα». (Κ. Καστοριάδης, «Καιρός»).

 Και εδώ ανελλήνιστε ελληναρά είναι η διαφορά μας. Με άλλα λόγια, η δυνατότητά μας να αμφισβητούμε τους θεσμούς μας, θεωρώντας ότι είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας, δημιουργεί αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη δική μας Ευρώπη και στην κοινωνία της Ανατολής που εσύ υπερασπίζεσαι. Και γι’ αυτήν ακριβώς τη διαφορά μισείς θανάσιμα την Ευρώπη. Και τώρα, στην τραγωδία που μας ήρθε, αυτό το μίσος έβγαλες με όλους τους τρόπους. Από τη μεμψιμοιρία για τη Γαλλική σημαία και τις αναφορές στην αποικιοκρατία, μέχρι το συμψηφισμό της στυγνής αυτής δολοφονίας με άλλες τραγωδίες. Σαν να μην μπορείς να το κρύψεις ότι το «φχαριστήθηκες» κι από πάνω. Κι έχεις δίκιο. Γιατί με το μαζικό αυτό φόνο επιχειρήθηκε να προσβληθεί ο ελληνοδυτικός πολιτισμός, με τον οποίο, ανελλήνιστε ελληναρά, είσαι ξένος και εχθρός.

 Τελειώνω με μία διευκρίνιση: Είναι αυτονόητο ότι δεν προσπαθώ να σου αποδείξω την αξία του ελληνοδυτικού πολιτισμού και των μεγάλων θεσμικών δημιουργιών της Ευρώπης. Δηλαδή της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Διότι, όπως ξέρεις, πείθονται μόνον οι πεισμένοι. Αντίθετα, την απόφασή μας να υπερασπιστούμε αυτές τις ευρωπαϊκές αξίες, χωρίς περιστροφές και υποσημειώσεις, περιγράφω. Διότι, για να παραφράσω το λόγο μιας από τις τραγικότερες προσωπικότητες της ελληνικής αριστεράς, ανάμεσα στην ναζιστική θηριωδία, τη σταλινική βαρβαρότητα και τον ισλαμοφασισμό που εσύ τώρα κρυφοκοιτάζεις, εμείς επιλέγουμε την Ευρώπη.

πηγή: metarithmisi.gr

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Έχει χρόνια που δε βγάζει νόημα… (Του Φάνη Ουγγρίνη, από τη "Μεταρρύθμιση")

Πριν δύο εβδομάδες, σε ενημέρωση γονέων στο νηπιαγωγείο που παρακολουθεί ο  μικρός μας, ενημερωθήκαμε και για τον προγραμματισμό της ετήσιας «γιορτής του Πολυτεχνείου». Ρώτησα λοιπόν να μάθω πώς σκόπευαν να θέσουν το θέμα σε παιδάκια 5 χρονών, κι η ερώτηση μου ξάφνιασε τις δυο νηπιαγωγούς. Ομολογουμένως, η προσέγγιση τους, από παιδαγωγικής απόψεως, ακούστηκε μάλλον λογική και μετρημένη και ένιωσα σίγουρα καθησυχασμένος. Στο αυτοκίνητο ένιωσα άσχημα γι αυτή μου την παρέμβαση, ένιωσα άσχημα για την αμηχανία που προκάλεσα στις εκπαιδευτικούς, ένιωσα άσχημα με την σκέψη πως οι υπόλοιποι γονείς ίσως θα με θεωρούσαν χουντικό. Κι αναρωτήθηκα γιατί να είμαι τόσο επιφυλακτικός απέναντι σ’αυτή την «γιορτή», τι είναι αυτό που με κάνει να προβληματίζομαι αν πρέπει να στέλνω τα μικρά παιδιά μου να παρακολουθούν αυτές τις εκδηλώσεις. Έκατσα να θυμηθώ τι κάναμε εμείς σα μαθητές τις μέρες εκείνες, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν τα πολιτικά πάθη ήταν σε ένταση και η οικονομία διένυε μια λιγότερο οδυνηρή-μα σαφώς αισθητή-ύφεση. Ήδη από τότε αναρωτιόμουν ως πότε θα ζητούσαμε από τους Αμερικανούς τα ρέστα για την δική μας φαγωμάρα. Και λίγο αργότερα, όταν άκουγα για την ακόμη χειρότερη χούντα, εκείνη του Ιωαννίδη, που προέκυψε σαν συνέπεια των θλιβερών εκείνων ημερών και που έβαλε αργότερα τους Τούρκους στην Κύπρο, ο προβληματισμός μου συνεχίστηκε. Διάβασα για τον εκδημοκρατισμό αλά Πινοσέτ και Εβρέν που είχε ξεκινήσει  ο Παπαδόπουλος κι έμεινα με την απορία αν αυτός ο νεανικός ξεσηκωμός είχε τελικά κάποιο χειροπιαστό θετικό αποτέλεσμα για τη χώρα. Κακά τα ψέματα, το Πολυτεχνείο μπορεί να απονομιμοποίησε και ηθικά τη Χούντα, αυτή όμως που την τελείωσε ήταν η Κύπρος. Από τον Νοέμβρη εκείνο μας έμεινε μια γενιά καριεριστών της Δημοκρατίας και μια λογική καταλήψεων, σαν μια ηθικά νόμιμη διαδικασία διεκδίκησης, ασχέτως της λογικής υπόστασης του κάθε αιτήματος. Μας έμεινε τίποτε το καλό?

«Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία»? Ήδη από τότε που ήμασταν μαθητές δεν έβγαζε και πολύ νόημα. Παρά τα στραβά της πατρίδας μας, και ψωμί φτηνό είχαμε, και παιδεία δωρεάν είχαμε, και ελευθερία είχαμε, παρά τις επιχειρήσεις «Αρετή» στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.  Όμως, η διαφορά της φουρνιάς μας από τα τωρινά παιδιά είναι πως εμείς αρχίσαμε να συμμετέχουμε στον εορτασμό του ιστορικού αυτού γεγονότος σε πιο ώριμη ηλικία, σα μαθητές γυμνασίου. Δεν αμφισβητούσαμε την ακρίβεια της αφήγησης, όμως ήμασταν τουλάχιστον σε θέση να ψάξουμε το θέμα λίγο παραπάνω, και να λειτουργήσουμε κάπως πιο ψύχραιμα. Και κυρίως οι δάσκαλοι μας, ακόμη κι οι πιο φανατικοί, δεν μας προέτρεπαν σε πορείες, καταλήψεις και… αντίσταση, όπως συχνά συμβαίνει σήμερα. Δεν αντιμετωπίσαμε ποτέ την υστερική προπαγάνδα εκείνων που σήμερα ισχυρίζονται πως η «χούντα δε τελείωσε το ‘73».  Και μεγαλώνοντας, αξιολογήσαμε το γεγονός αυτό, το αναμφισβήτητα ηρωικό, μέσα στο πραγματικό του πλαίσιο, και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν ένα ακόμη επεισόδιο μιας εμφυλιοπολεμικής σύρραξης που είχε ξεκινήσει 30 χρόνια πριν. Μιας σύρραξης που φάνηκε να τελειώνει μετά την τραγωδία της Κύπρου και τον διασυρμό των παλιών ταγματασφαλιτών, εκείνων που αντί να διωχθούν είχαν φτάσει να κυριαρχήσουν στην πολιτική ζωή του τόπου. Κι όμως, ήδη από τα Δεκεμβριανά του ’08 και μετά, με τις βίαιες αντιδράσεις απέναντι στα Μνημόνια, φάνηκε πως το εμφυλιοπολεμικό  μίσος δεν είχε σβήσει, πως πλέον το υποδαύλιζαν οι κατά φαντασίαν ηττημένοι του εμφυλίου για να αποκρύψουν την πολιτική τους γύμνια και ανυπαρξία, και πως οι ονειρώξεις τους για έναν νέο ΕΛΑΣ ήταν ικανές να διαλύσουν τις δημοκρατικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης και μαζί τους την Ελλάδα. Σήμερα, κάποιοι κρύβονται πίσω από το Πολυτεχνείο, με τον ίδιο απροκάλυπτο κυνισμό που τους διακρίνει όταν καλούν το λαό σε αντιμνημονιακές απεργίες τη στιγμή που ψηφίζουν τα πλέον εξοντωτικά φορολογικά μέτρα.

Δε χρειαζόμαστε άλλες νεανικές ψυχές να γαλουχούνται με άλογη μανία. Δεν χρειαζόμαστε επετείους που να μας δοξάζουν τον αλληλοσκοτωμό μας, όπως η αντίστοιχή στον Γράμμο τον Αύγουστο. Δε χρειαζόμαστε επαγγελματίες επαναστάτες που συγχνωτίζονται με ποινικούς και υπαγορεύουν νομοθετήματα. Ας γίνει επιτέλους το Πολυτεχνείο μια πραγματική γιορτή, μια γιορτή συμφιλίωσης των παλιών αντιπάλων, μια γιορτή αυτοθυσίας όλων των ελλήνων , αριστερών, κεντρώων και δεξιών, προλετάριων και αστών, διεθνιστών και εθνικοφρόνων. Μια γιορτή που θα τιμά την καλύτερη κοινοβουλευτική δημοκρατία και τη  συνεκτικότερη κοινωνία που αποκτήσαμε από την ύπαρξή μας ως κράτος, παρά τις όποιες αδυναμίες. Αλλιώς, αν είναι να διαιωνίζεται η επέτειος αυτή ως  μια μίζερη γραφικότητα, μόνιμα στρατευμένη εναντίον του Δυτικού κόσμου και της «πλουτοκρατίας», καλύτερα να πάψει να υπάρχει…

πηγή: metarithmisi.gr