Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Σοφούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Σοφούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Είναι η Ιδεολογία που φρενάρει Ανόητε ! (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρύθμιση")

Γιάννης-Γαΐτης.-Οι-Πολεμιστές

Παγιδευτήκαμε σε μια υποθετική συζήτηση για την διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος που πέταξε στην δημοσιότητα ο Τσίπρας και στη βιασύνη μας δεν καταλάβαμε τον πραγματικό σκοπό του. Γιαυτό και αντιδράσαμε σε λάθος ζήτημα, είναι η γνώμη μου. Ο Τσίπρας βασικά σκοπεύει στην επιβολή μιας  μακρόσυρτης διαδικασίας ιδεολογικής ζύμωσης όπως τον συμφέρει και δευτερευόντως μόνο σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Το δεύτερο ξέρει από την αρχή ότι δεν του «βγει» ενώ στο πρώτο αισθάνεται την άνεση του λαϊκιστή που πιστεύει ότι έχει προνομιακή σχέση με τον «λαό» του. Κεντρικός στόχος του είναι η επιβολή με τον επισημότερο τρόπο μιας καταναγκαστικής ιδεολογικής ζύμωσης, όπου το ίδιο το Κράτος θα παρέχει τα μέσα και τα κίνητρα, από την οποία περιμένει σοβαρά πολιτικά οφέλη και δευτερευόντως, «άμα λάχει», θα ήθελε να πετύχει και αναθεωρήσεις που συμβαδίζουν με την ζητούμενη ιδεολογία. Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται το κρατικό δίκτυο για ιδεολογική ζύμωση και αυτό οφείλουμε να το επισημάνουμε ως μία ακόμη απόδειξη του καθεστωτικού χαρακτήρα της Συριζαίικης διακυβέρνησης.  Η ιδεολογία είναι φίλοι μου, και όλα τα άλλα έπονται. Γιατί ο Τσίπρας και οι όμοιοί του ξέρουν πολύ καλά την δύναμή της. Η κομμουνιστογενής  αριστερά στο μόνο που αποδείχτηκε ασυναγώνιστη είναι η διαμόρφωση μιας ευρείας ιδεολογικής ηγεμονίας, άσχετα αν βασίζεται σε «ψευδή συνείδηση» που μοχλεύει ιστορικά ψεύδη. Αυτή η ηγεμονική ιδεολογία, με την μορφή πλέον του εθνικολαϊκισμού, ήταν το μεγάλο κατατεθειμένο κεφάλαιο της κομμουνιστογενούς αριστεράς που τώρα της έδωσε τους τόκους μαζεμένους όταν τα αστικά κόμματα αποδείχτηκαν ανίκανα να κρατήσουν τη χώρα σε επίπεδο ευρωπαϊκής ομαλότητας.

Το συζητούμε συχνά πυκνά μεταξύ μας, αλλά δεν το μεταφράζουμε σε συγκροτημένη και πρακτική πολιτική αντίδραση, ότι δηλαδή επικρατεί σήμερα μια οφθαλμοφανής ηγεμονεύουσα ιδεολογία με ξεκάθαρα εθνικολαϊκιστικό προσανατολισμό, την οποία τα πολιτικά κόμματα του δημοκρατικού τόξου διαχειρίζονται ως μεσο-βραχυπρόθεσμα δεδομένη και ανυπέρβλητη όταν προσπαθούν να προωθήσουν την δική τους πολιτική ατζέντα.  Όμως, αυτή ακριβώς η ατζέντα, ας πούμε η σοσιαλδημοκρατική, είναι δύσκολο να διεισδύσει στο εκλογικό σώμα ενόσω αυτό διακατέχεται από την ιδεολογία του εθνικολαϊκισμού. Είναι σα να μιλούμε σε βουλωμένα αυτιά. Είναι τραγικό λάθος που η σοσιαλδημοκρατία δεν αποφασίζει να δώσει ταυτόχρονα την ιδεολογική της μάχη μαζί με το πολιτικό της πρόγραμμα. Γιατί η ιδεολογία θέλει χρόνο και κόπο για ν’ αλλάξει, ώστε όσο την αφήνουμε στην άκρη ως  αναγκαίο κακό τόσο θα γίνεται δυναμικός αντίπαλος σε κάθε σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό κήρυγμα. Δυστυχώς, όμως, αντί να την διαχειριστούμε  για να την αλλάξουμε, υποκύπτουμε κατά κανόνα στη γοητεία της επικαλούμενοι λόγους πραγματισμού. Γινόμαστε κι εμείς «λιγάκι» εθνικολαϊκιστές πιστεύοντας ότι έτσι θα μας ακούσουν περισσότεροι και ευκρινέστερα.  Πώς μπορούμε να πάμε κόντρα στο ρεύμα; λένε μερικοί. Έτσι, όμως, ρίχνουμε νερό στον μύλο εκείνης ακριβώς της ιδεολογίας που κάνει το εκλογικό σώμα να αντιστέκεται στις όποιες προσπάθειες εξορθολογισμού της πολιτικής ζωής μας.

Σε άλλους πάλι υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι τον εθνικολαϊκισμό μπορούμε να τον υπερπηδήσουμε με απ’ ευθείας επίκληση του ορθολογισμού του εκλογικού σώματος και με όπλο τις πολιτικές, στην κυριολεξία οικονομικές κατά βάση, προτάσεις και δράσεις. Είναι η ψευδαίσθηση της «εν τοις πράγμασι καταπολέμησης» του εθνικολαϊκισμού με πολιτικές που αναιρούν την γοητεία του. Μέγα λάθος.  Πρόκειται για μοιραία ψευδαίσθηση των λογοκρατών. Ξεχνούν ότι η ιδεολογία πολεμιέται μόνο με ιδεολογία, αλλιώς δεν θα ήταν ιδεολογία, δηλαδή ψευδής/φαντασιακή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Εκτός αν πιστεύουμε στην απλουστευμένη μαρξική εκδοχή και νομίζουμε ότι η εποχή μας, με τις δεδομένες παραγωγικές σχέσεις, ανέχεται μία και μόνη ιδεολογία. Αν, δηλαδή, απαρνιόμαστε τον εγγενή πλουραλισμό των ανοικτών κοινωνιών μας.

Η ευκολία με την οποία γιγαντώθηκε η αντιμνημονιακή μυθοπλασία είναι τρανή απόδειξη για το πώς η ιδεολογία αναμορφώνει την πραγματική εικόνα των πραγμάτων. Ο υφέρπων αντιευρωπαϊσμός, γενικότερα ο αντιδυτικισμός  και ο λαϊκισμός της αριστεράς των «θυμάτων» που προσδοκούν την δικαίωση με έναν τρίτο γύρο, μετέτρεψε σε περίπατο την εγκληματική προσπάθεια του Σαμαρά και του ΣΥΡΙΖΑ να αποδοθεί η κρίση στα μέτρα συμπαράστασης των εταίρων μας και όχι στα οργανικά διαρθρωτικά προβλήματα λειτουργίας του πολιτικού, οικονομικού  και κοινωνικού μας συστήματος. Αυτός ο πλήρης παραλογισμός πέρασε με την μεγαλύτερη ευκολία στο 70% του εκλογικού σώματος όπως δείχνουν οι παρατηρήσεις των ερευνητών και οι σχετικές δημοσκοπήσεις.  Όταν η Δεξιά αποφάσισε να αναστρέψει την πορεία της και να πορευθεί η ίδια τον δρόμο των μνημονίων, ήταν ήδη πολύ αργά. Βρήκε μπροστά της το ίδιο το ιδεολογικό δημιούργημα στο οποίο είχε αποφασιστικά συμβάλει και σύντομα κατέρρευσε, εξ αυτού κυρίως, άσχετα αν το μεγάλο κόστος φορτώθηκε στο «αθώο» από την άποψη αυτή ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ και ο τότε αρχηγός του ο Γιώργος Παπανδρέου, αντί να αναχθεί σε σωτήρα από την άτακτη χρεωκοπία, έγινε αποδιοπομπαίος τράγος ως τάχαμου αίτιος της κρίσης. Χωρίς την παντοδυναμία της ηγεμονεύουσας ιδεολογίας τέτοια στρεψοδικία θα ήταν λογικά αδύνατη.

Η ηγεμονεύουσα ιδεολογία είναι σήμερα, προφανέστατα, το μεγαλύτερο εμπόδιο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια και σε κάθε προσπάθεια αναστροφής της καταστροφικής κατάρρευσης. Ακόμη και αν, κάτω από την αδήριτη αναγκαιότητα ορισμένων πολιτικών, το εκλογικό σώμα στέρξει να περιορίσει τις αντιδράσεις του, η ιδεολογία θα παραμείνει αλώβητη, όπως αλώβητη και ολοζώντανη παρέμεινε η προσδοκία του τρίτου γύρου ακόμη και όταν το κομμουνιστικό σύστημα κατέρρευσε παγκοσμίως. Αν δεν το καταλάβουν αυτό οι πολιτικοί σχεδιαστές του σοσιαλδημοκρατικού και μεταρρυθμιστικού τόξου, ο όποιος αγώνας τους θα βαδίζει πάνω σε κινούμενη άμμο που σύντομα θα τους εκπλήξει με τις δίνες της. Πρέπει να γίνει τάχιστα κατανοητό, ότι η φαινομενική αποδοχή από την κουρασμένη κοινωνία της νέας κατάστασης είναι μόνο επιφανειακή. Στο βάθος η ηγεμονεύουσα ιδεολογία υπαγορεύει την προσδοκία πώς τα πράγματα τελικά θα ανατραπούν συμφώνα με το δικό της θυμικό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αυτό που ήδη ψιθυρίζεται ανάμεσα σους πιστούς ακόμη στο συριζαίικο όραμα: «Μόλις τελειώσουν τα μνημόνια, να δεις που ο Τσίπρας θα εφαρμόσει το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης».  Δεν απέχει πολύ από την παλαβή Μεγάλη Ιδέα που αιώνες μετά την άλωση, μας ψιθυρίζει ότι πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι.

Το κύριο χαρακτηριστικό  της εθνικολαϊκίστικης ιδεολογίας είναι η ρηγματική άρνηση κάθε εμπιστοσύνης στις κοινωνικές ελίτ. Αρνούμενοι την εμπιστοσύνη στις ελίτ αρνούμαστε στην ουσία την εμπιστοσύνη μας στα ιστορικά δεδομένα και έτσι ανοίγουμε την πόρτα στις ανορθολογικές ερμηνείες και προσδοκίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρεβλής σχέσης της εθνικολαϊκιστικής ιδεολογίας με την σκληρή πραγματικότητα είναι η ελαφρά τη καρδία επαναλαμβανόμενη παραδοξολογία, ότι «οικονομία  δεν είναι οι αριθμοί, αλλά οι άνθρωποι». Μια κενολογία που όμως θέλγει μάζες ολόκληρες.  Οι σχετικές δημοσκοπήσεις δείχνουν περίτρανα ακόμη χειρότερα και τον σχιζοειδή παραλογισμό που επικρατεί περίπου στα δύο τρίτα της κοινωνίας, και ο οποίος οδηγεί στην επίδειξη εμπιστοσύνης κυρίως σε μη αιρετούς θεσμούς, ενώ οι αιρετοί θεσμοί πατώνουν, παρότι έλκουν την νομιμοποίησή της από τα ίδια υποκείμενα που εκφράζουν την κρίση τους για το σε ποιους έχουν εμπιστοσύνη. Αλλά η κρίση εμπιστοσύνης στις ελίτ δεν θα σταματάει εκεί. Υπάρχει μια κραυγαλέα αμφισβήτηση της αυθεντίας των επιστημόνων, κυρίως τον κοινωνικών (οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι) τους οποίους η κοινωνία στην πλειονότητά της αμφισβητεί το κύρος καταλογίζοντας αδυναμία πρότασης αποτελεσματικών λύσεων και κραυγαλέα ανικανότητα πρόγνωσης. Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η κατάσταση;

Στην ουσία η κοινωνία  αρνείται τις υπηρεσίες του κοινωνικού κεφαλαίου της! Οι δημοσκοπήσεις κραυγάζουν πλέον ότι παράλληλα με την οικονομική και θεσμική κρίση η κοινωνία μας αντιμετωπίζει και κρίση κοινωνικού κεφαλαίου που συστηματικά απαξιώνεται  από τις ιδεολογικές υπερβασίες του κοινού και των ινστρουχτόρων του. Ποιος μεριμνά γιαυτό; Όταν μια κοινωνία δίνει μεγαλύτερη πίστη σε ένα ημιαγράμματο σύντροφο Παππά από τον μεστό επιστημονικό λόγο του Διοικητή Στουρνάρα,  τότε η κοινωνία αυτή οδεύει στην βέβαιη περιθωριοποίησή της.
Είναι φανερό ότι υπάρχει ανεπίτρεπτο έλλειμμα ιδεολογικής ζύμωσης από την πλευρά των μεταρρυθμιστών και της σοσιαλδημοκρατίας. Μπορεί κάτι να γίνει;  Η λογική απάντηση είναι,  ότι κάτι που πρέπει να γίνει φορτώνει αυτονόητα την ευθύνη να το κάνουν οι δομές που επαγγέλλονται την συγκρότηση του αντίστοιχου πολιτικού χώρου. Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται όλη η δυναμική του χώρου σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις πολιτικής οργάνωσης και σε εξαγγελίες δεοντολογικών προγραμμάτων πολιτικής δράσης, όταν όλα αυτά στο ευρύ κοινό μένουν ξένα επειδή αυτό έχει άλλες ιδεολογικές παρωπίδες. Με λίγα λόγια, χρειάζεται πολλή, εντατική  και καλοσχεδιασμένη ιδεολογική κριτική και αντεπίθεση για να στρωθεί ο δρόμος της προσέγγισης με το ευρύ μας κοινό. Αλλιώς θα ακούμε μόνο εμείς την ηχώ και τις αντηχήσεις της δικής μας φωνής. Η ευκαιρία που δίνει το «κόλπο» του Τσίπρα για την συνταγματική αναθεώρηση είναι πολύ καλή ευκαιρία για μια τέτοια εκστρατεία ιδεολογικής ανατροπής. Αλλά γιαυτό θα μιλήσουμε σε επόμενο κείμενό μας.

πηγή: metarithmisi.gr
Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι επιλογή του blog. 

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Η πτώση του Ancien Régime συμβαίνει πρώτα στο νου μας (του Κωνσταντίνου Μ. Σοφούλη από τη "Μεταρρύθμιση")

Χαρμόσυνες οι τελευταίες εξελίξεις που φέρνουν πιο κοντά τις δυνάμεις της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, αλλά το όλο τοπίο δεν με αφήνει να ξεφύγω από μερικές δύστροπες σκέψεις. Το υπό διαμόρφωση νέο πολιτικό σχήμα προφανώς θα διεκδικήσει θέση σε ένα ανανεωμένο πολιτικό σύστημα, αφού το παλιό σύστημα, Ancien Régime  ας πούμε, δείχνει να έχει καταδικαστεί απερίφραστα από την κοινωνία και το εκλογικό σώμα. Και δικαίως, αφού η συνυπευθυνότητα για την χρεωκοπία αφορά όλες ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις.  Η έκπτωση τους συστήματος στο νου του εκλογικού σώματος είναι σχεδόν καθολική.    Πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλα κόμματα εμφανίστηκαν στο εκλογικό σώμα επανειλημμένα για να καταδικάσουν τους «προηγούμενους» συλλήβδην και να κατακεραυνώσουν το «παλιό σύστημα» ως αποτυχημένο και ξεπερασμένο. Στην αντισυστημική ρητορεία ο Τσίπρας δεν ήταν μόνος. Παλιό και γερό θεμέλιο έβρισκε στο παραδοσιακό ΚΚΕ, χυδαίο συνοδοιπόρο εξασφάλιζε στους φασίζοντας ΑΝΕΛ, εκτρωματικό ομόγλωσσο εξασφάλιζε στη Χρυσή Αυγή και γραφικούς παρατρεχάμενους εξασφάλιζε στα διάφορα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και, τέλος,  με επιπολαιότητα την ίδια συνθηματολογία ακολούθησε το Ποτάμι με την αναγωγή του στην θεωρία των «παλιών» και των «νέων» στο πολιτικό παιχνίδι. Όλοι αυτοί που κήρυσσαν και κηρύσσουν την ίδια πολιτική διαγνωστική συμποσούνται σήμερα σε 70% περίπου του εκλογικού σώματος, αν κρίνει κανείς από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Σιωπηροί, αλλά τεκμαιρόμενοι υποστηρικτές του «παλιού συστήματος» μένουν μόνο τα απομεινάρια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.   Οι επτά στους δέκα συμπολίτες μας, επομένως, κρίνουν αποδιοπομπαίο το «παλιό σύστημα». Τόσο τραγικό, μάλιστα,  αλλά κανείς μέχρι τώρα δεν τόλμησε να αναφέρει το φαινόμενο με το όνομά του. Το «παλιό σύστημα», το συμβολικό Ancien Régime έχει απορριφθεί

Ναι, ξέρω πολύ καλά την εύκολη ένσταση: Όλοι αυτοί δεν εννοούν το ίδιο πράγμα και επομένως δεν αθροίζονται. Λάθος. Ως προς το καταδικαστικό μέρος της απόφανσής τους λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα: Ολόκληρο το σύστημα που διαχειρίστηκε την πολιτική μοίρα του τόπου μέχρι την χρεωκοπία του 2009 αποτελεί ένα αποτυχημένο σύστημα κατά το ότι και την προκάλεσε αλλά και δεν την πρόλαβε. Κι ακόμη χειρότερα. Από την πλευρά του «παλιού συστήματος» δεν είναι λίγοι εκείνοι που στους συνυπεύθυνους της αποτυχίας συναθροίζουν εκείνους που εγώ στην πρώτη παραπάνω προσέγγισή μου τους άφησα απ’ έξω. Γιατί, δηλαδή, μήπως δεν είναι αξεχώριστο κομμάτι της ενιαίας συμπεριφοράς του παλιού συστήματος η πλειοδοσία της αριστεράς (ΚΚΕ και νεωτερικής) σε κάθε διαχειριστική υπερβολή του πελατειακού συστήματος των κυβερνησάντων; Με τη λογική αυτή, έχουμε μια αντικειμενική αντίληψη αποτυχίας του παλιού συστήματος να έχει εγκατασταθεί εδραίως στο νου μας και που εκφράζεται από τα εφτά δέκατα του εκλογικού σώματος, και μια συνολική παραδοχή της αποτυχίας από μέρους του 95% του ίδιου σώματος. Το τι θεωρεί αποτυχία ο καθένας και πώς την ερμηνεύει, ή πως κατανέμει τις ευθύνες στον κάθε παράγοντα, είναι ένα εντελώς άλλο ζήτημα. Η περίπτωση μοιάζει με ιατρικό συμβούλιο όπου των σύνολο των μελών του διαπιστώνουν τον θάνατο του ασθενή, αδιάφορα αν αμέσως μετά διαπληκτίζονται για το ποιος ή τι φταίει. Εδώ μιλάμε για την διαπίστωση του θανάτου κατ’ αναλογία και αυτή είναι περίπου καθολικά αποδεκτή.

Υπ’ αυτή την έννοια, έχουμε ως δεδομένο ότι το «παλιό σύστημα», το Ancien Régime στη γλώσσα της Γαλλικής Επανάστασης,  κείτεται νεκρό μπροστά στο εκλογικό σώμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν κυρίως εκείνοι, που ενδιαφέρονται έστω και για την διατήρηση των όποιων θετικών στοιχείων του τεθνεώτος πολιτικού συστήματος και δεν χοροπηδούν σαν άγριοι γύρω από το καζάνι όπου πιστεύουν ότι θα ανασύρουν το δικό τους νέο καθεστώς φρέσκο και αλώβητο ως δια μαγείας. Όσοι δηλαδή δεν θέλουν μαζί με τα ξερά να καούν και τα πολύτιμα χλωρά.  Μιλώ για τους πιστούς στην φιλελεύθερη δημοκρατία και, προσωπικά, με ενδιαφέρουν κυρίως όσοι έχουμε πιστέψει στην δυνατότητα μιας σύγχρονης φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας. Εμείς, οι ρεαλιστές, ξέρουμε πολύ καλά ότι κανένα καινούργιο σύστημα δεν μπορεί να στηθεί χωρίς τουλάχιστο μέρος του παλιού. Οι ιστορικές ασυνέχειες είναι μόνο μέσα στο άρρωστο μυαλό των εμμονικών του ολοκληρωτισμού. Ο ακραίος ριζοσπαστισμός μόνο σε μηδενισμό καταλήγει.  Αρκεί να θυμηθούμε ότι ακόμη και η Οκτωβριανή Επανάσταση διαιώνισε το βασικό χαρακτηριστικό του προηγούμενο καθεστώτος, δηλαδή τον άκρατο αυταρχισμό.

Όμως, τι ακριβώς εννοεί η πλειονοψηφία του εκλογικού σώματος όταν διαπιστώνει ότι πέθανε το παλιό σύστημα; Αυτό είναι πρώτο σπουδαίο ερώτημα που πρέπει πρώτο να απαντηθεί πριν προχωρήσει κανείς στο επόμενο και προφανές: Ποιός ευαγγελίζεται ποιό νέο σύστημα χρειάζεται για να αντικαταστήσει το νεκρό; Αλλά υπάρχει και ένα τρίτο ερώτημα που καραδοκεί: Έχει πράγματι πεθάνει το παλιό σύστημα ή μήπως έχουμε περίπτωση νεκροφάνειας; Για να συνεχίσουμε με την Ρώσικη αναλογία, μήπως στο ευαγγελιζόμενο σύστημα απλώς συνεχιστεί ο τσαρικός αυταρχισμός απλώς με νέους παίχτες και πρωταγωνιστές;

Στο μυαλό των περισσότερων συμπολιτών μας, το παλιό σύστημα ταυτίζεται με τα πρόσωπα και τα κόμματα που άσκησαν μέχρι τώρα εξουσία. Θολά αλλά σχεδόν καθαρά τα κόμματα ταυτίζονται με τις καταδικαστέες πρακτικές ενώ τα πρόσωπα συμβολίζουν την συλλογική ευθύνη για τις κακές πρακτικές. Και τα μεν καταδικαστέα κόμματα σχεδόν εξαερώθηκαν, αλλά τα πρόσωπα προφανώς δεν εκτελέστηκαν στον τοίχο κάποιου καθαρτήριου σκοπευτηρίου. Ζουν, και καλώς απολαμβάνουν ή βασανίζονται από τη ζωή τους μέσα στα πλαίσια που δημιούργησε το παρελθόν τους. Το πρακτικό ερώτημα που έρχεται είναι, αν στο νέο καθεστώς/σύστημα χωρούν τα παλιά κόμματα αλλά και οι παλιοί πρωταγωνιστές. Παραδόξως, η απάντηση είναι εύκολη και προφανής για τα κόμματα, αλλά εξαιρετικά δύσκολη για τους πρωταγωνιστές. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα παλιά κόμματα μόνο κατ’ όνομα εξαερώθηκαν και μάλλον το όνομα και την δομή τους άλλαξαν. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ένα ευπρόσωπο ποσοστό εκλογικής δύναμης,  αλλά το ΠΑΣΟΚ εξαερώθηκε ως προς την «παλιά» δομή του αφού ως εκλογική δύναμη και ως πολιτικό πρόγραμμα μετακινήθηκε μαζικά κάτω από την ταμπέλα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μέσα στα τεκτονικά ρήγματα που προέκυψαν από τις μεταμορφώσεις προέκυψαν μικρές σφήνες, σε ένα περιβάλλον που συνεχώς πιέζουν να συγκολληθούν σε ευρύτερα σχήματα. Αναφέρομαι στα τρία κομμάτια του δημοκρατικού κέντρου (υπόλοιπο ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ μαζί με μικρότερα σχήματα πολιτών) που αποτελούν την ομάδα της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, ενώ στα δεξιά προέκυψε άλλη ομάδα από σφήνες που ψάχνουν για ευκαιρία να συναθροιστούν κι αυτές. Αναφέρομαι στους Ελεύθερους Έλληνες, τη Χρυσή Αυγή και τους απόβλητους (?) ακροδεξιούς της ΝΔ, που αργά ή γρήγορα θα συναιρεθούν σε κάποιο ακροδεξιό εθνικολαϊκό σχήμα όταν αποκτήσουν μια στοιχειωδώς χαρισματική ηγεσία. Δηλαδή, στην ουσία το παλιό σύστημα κείτεται φαινομενικά νεκρό, ενώ το αναδυόμενο νέο κρατάει όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά του. Ιδού κλασσική περίπτωση νεκροφάνειας.
Για να υπάρξει πράγματι μια ληξιαρχική πράξη θανάτου του παλιού συστήματος που θα έχει ταυτόχρονα και έννοια πιστοποιητικού γέννησης του καινούργιου χρειάζεται η ανάδυση της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από το πτώμα του παλιού. Γιατί το μόνο που έλειπε από τον νεκρό παλιό, ήταν ακριβώς το γνήσιο σοσιαλδημοκρατικό σχήμα.
Ας έλθουμε τώρα στα ηγετικά πρόσωπα. Στον ελληνικό πολιτικό πολιτισμό τα πρόσωπα ανέκαθεν διατηρούν μεγάλη σημασία. Τα ισχυρότερα κόμματα υπήρξαν δημιουργήματα χαρισματικών προσωπικοτήτων. Παρόλα αυτά, όμως,  στα τελευταία είκοσι χρόνια παγιώθηκε μια αντιαρχηγική εξέλιξη, με τα κυριότερα κόμματα να αλλάζουν επανειλημμένα ηγεσίες χωρίς να διαλύονται ή να κάνουν εκλογικά άλματα. Σήμερα, το μόνο αρχηγικό κόμμα είναι ο νέο-ΣΥΡΙΖΑ που προέκυψε ως αποκλειστικό δημιούργημα του Τσίπρα μετά τις δεύτερες εκλογές του. Στο πεδίο των δημοκρατικών κομμάτων του κέντρου, που προσωπικά με ενδιαφέρουν, έχει συναθροιστεί μεγάλος αριθμός ανακυκλούμενων στελεχών και αρχηγών, αλλά δεν έχει επικρατήσει καμία αυτόνομη ηγετική προσωπικότητα. Σε ότι αφορά το Ποτάμι, εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πρωτότυπα. Εμφανίστηκε ως αρχηγικό κόμμα, που γρήγορα το ίδιο κόντυνε τον αρχηγό του χωρίς όμως και να δείξει μια πειστική εναλλακτική δομή. Μένει ήδη ως οριακό φαινόμενο που δύσκολα αφήνει περιθώρια για πρόγνωση του μέλλοντος. Τι μπορεί να γίνει με αυτή την ενδιαφέρουσα εφεδρική πολιτική ελίτ στα πλαίσια ενός νέου καθεστώτος;

Νομίζω ότι η δυστοκία και αμηχανία που διακρίνει αυτή την περίοδο το πεδίο της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας καθώς σέρνει τα βήματά της προς κάποια μορφή ενοποίησης, οφείλεται πρωτίστως στην ανασχετική δύναμη που συνιστά αυτή η εσωτερική ομάδα πίεσης καθώς αγωνίζεται να διατηρήσει το status της: Πολλοί αρχηγοί που κανείς τους δεν αναγνωρίζει έστω και κάποιον ως γενικό αρχηγό. Έτσι αναγκαστικά, η όλη διαδικασία της ενοποίησης έρχεται σε ισχυρή αντίθεση προς το κοινό αίσθημα, καθώς οι πολίτες με την απλουστευτική οπτική τους, βλέπουν να μη αποχωρούν από το προσκήνιο οι «παλιοί» και ως εκ τούτου να μη μπορεί να πραγματωθεί η επιθυμία για ένα γνήσια «νέο καθεστώς». Πώς μπορεί να λυθεί ο κόμπος αυτός και πώς πρέπει να λυθεί είναι δύο ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Κατά το κοινό αίσθημα, όλοι οι ηγέτες του παλιού συστήματος έχουν τις «πομπές» τους και καλό είναι να παραμερίσουν. Όμως στο ίδιο κοινό αίσθημα δεν έχει αναδειχθεί κάποια ή κάποιες ηγετικής φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να καταλάβουν την κορυφή της πολιτικής πυραμίδας. Επομένως υπάρχει ουσιαστικό κενό. Ο καθένας τους διατηρεί ένα στοιχειώδες πολιτικό δυναμικό που μένει φανατικά προσηλωμένα στους ίδιους προσωπικά.  Οι ίδιοι στηρίζονται περισσότερο σε αυτό το γλίσχρο δυναμικό για να διεκδικήσουν νέους ρόλους και δεν δείχνουν –με ελάχιστες εξαιρέσεις- απτό ενδιαφέρον να συνδράμουν στην εκκόλαψη ενός νέου αρχηγού όλων. Η κατάσταση μου θυμίζει Ένωση Κέντρου, την οποία έζησα εκ των ένδον και γιαυτό τρέμω στην ιδέα ότι η κεντροαριστερά μπορεί να ακολουθήσει εκείνο το παράδειγμα.  Υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση;

Εκ πεποιθήσεως ανήκω σε εκείνους που δεν απορρίπτουν ολοκληρωτικά κανένα συνάνθρωπό τους. Έτσι η εκτίμησή μου για τους «αρχηγούς» του χώρου δεν είναι μηδενική. Είναι αλήθεια ότι ο καθένας τους, σε κάποια κρίσιμη στιγμή της θητείας του, έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλιώς δεν εξηγείται η πτώση τους. Ταυτόχρονα, όμως, ο καθένας τους είναι φορέας εμπειρίας που δεν πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Η σοσιαλδημοκρατία έχει ανάγκη του αποθέματος πείρας και γνώσης, είτε είναι θετικό είτε αρνητικό, ειδικά στο ξεκίνημά της. Πώς, λοιπόν, λύνουμε το πρόβλημα;
Αν πίστευα ότι ζούμε σε κοινωνία αγγέλων και ότι οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ολοκληρωτικά έτοιμοι να ξεπεράσουν κάθε προσωπική φιλοδοξία, θα πρότεινα ένα σχήμα σαν το εξής: Οι αρχηγοί εγκαινιάζουν μια διαδικασία ενοποίησης του χώρου και αμέσως αποσύρονται στο παρασκήνιο αφήνοντας τους συνομιλητές να αναπτύξουν πλήρως τη δική τους δυναμική. Πολύ σύντομα, το παρασκήνιο δομείται ως ένα είδος Συμβουλίου Γερόντων (άσχετα από την ηλικία των μελών του) που λειτουργεί συλλογικά ως συμβουλευτικό όργανο της νέας γενιάς των υπό κατασκευή ηγετών όσο διαβουλεύονται. Όταν ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαβούλευση, το νέο πολιτικό σχήμα τιμά τους Γέροντές του και τους εντάσσει σε μια δεξαμενή σκέψης για να συνεχίσουν την παραγωγή ιδεών βάσει της εμπειρίας τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα απέκλειε εξ ορισμού στην φάση αυτή την ανάδειξη ηγετικής προσωπικότητας μέσα από την ομάδα των γερόντων. Αφήνει όμως το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μετέπειτα εξέλιξης  στην δυναμική που θα αναπτύξει το νέο πολιτικό σχήμα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αποκλείσει κανένα δια βίου από το πολιτικό παιχνίδι. Οι εξοστρακισμοί είναι αρχαίες διαδικασίες και δεν ταιριάζουν σε μια φιλελεύθερη κοινωνία.

Μπορεί να φαίνεται ουτοπικό ένα τέτοιο σχήμα. Σκέφτομαι, όμως, ότι στην ιστορία κάθε δομή που διατήρησε την δυναμική της διαχρονικά χρειάστηκε σε κάποια στιγμή να εξειδικεύσει τους ρόλους των πρωταγωνιστών της με κάποιο παρόμοιο σχήμα. Οι παλιοί διευκολύνουν την ανάδειξη νέων και οι νέοι με σεβασμό τοποθετούν τους παλιούς σε τιμητική αποστρατεία αλλά με δικαίωμα συμβουλής και λόγου. Κάποτε όμως, εμφανίζεται και η περίπτωση Κιγκινάτου.

πηγή: metarithmisi.gr

Η εικόνα είναι δημιουργία του Auguste Couder (1839), και αποτελεί επιλογή του blog 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσα – κούτσα… φτάνουμε στα μέτρα μας. Και ύστερα, τι; (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρρύθμιση" )

Μήπως ήλθε η ώρα που η κοινωνία μας χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία για την νέα της κατάσταση περισσότερο από κατά συνθήκη ψεύδη για το ξεπέρασμα της κρίσης; Μήπως αναπόφευκτο καθήκον των δημοκρατών είναι να προετοιμάσουν για την αλήθεια της συντριβής τους πολίτες, που μέχρι τώρα βαυκαλίζουν με ελπίδες για σύντομη ανάρρωση; Βάζω το ερώτημα από μια πλευρά κοινωνικής αισιοδοξίας και όχι απελπισίας. Γιατί, ύστερα από μια τραγωδία, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με νέες φιλοδοξίες μόνο αν πιστέψουμε σε ένα νέο όραμα ξεπερνώντας το πένθος για την απώλεια του παλιού. Δεν ωφελεί να συνεχίζουμε τον θρήνο για τον χαμένο παράδεισο. Καιρός να φτιάξουμε τον δρόμο για έναν νεώτερο και ανθεκτικότερο.

Με απλή αριθμητική και χωρίς να χρειάζονται εκζητημένα μακροοικονομικά μοντέλα, η κοινή λογική έλεγε το 2010 ότι η χώρα μας, χρεοκοπώντας, θα έπεφτε αναπόφευκτα σε μια καινούργια γραμμή εκκίνησης που θα ήταν περίπου 25% κατώτερη από το ΑΕΠ της στιγμής της χρεοκοπίας. Ήταν φανερό ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό της μείωσης της εθνικής ζήτησης (δαπάνης) από την διακοπή του εξωτερικού δανεισμού με τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή που αυτή θα ενεργοποιούσε. Η κατάσταση εξελίσσεται κάπως χειρότερα. Φαίνεται ότι το νέο επίπεδο εκκίνησης μπορεί να είναι τελικά έως και 30% κατώτερο. Εκεί έπεσαν έξω οι υπολογισμοί του ΔΝΤ σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή. Δεν είχε αντιληφθεί την λειτουργική «ταυτότητα» της ελληνικής κοινωνίας/οικονομίας και είχε υπολογίσει τους συντελεστές του πολλαπλασιαστή με όρους οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, ενώ η ταυτότητα της ελληνικής οικονομίας είχε έντονα χαρακτηριστικά σοβιετικού κρατισμού. Γιαυτό η κατάρρευσή μας μοιάζει περισσότερο με την κατάρρευση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών και της τέως σοβιετίας, παρά με την κρίση χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Το πολιτικό σύστημα –σύσσωμο- έδειξε εξ αρχής την ανεπάρκειά του να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και ως εκ τούτου την ανικανότητά του να προτείνει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα ανάταξης της χρεοκοπημένης κοινωνίας μας (κοινωνίας μας, επαναλαμβάνω). Εύλογο. Γιατί πώς να καταλάβει κάποιος τη ζημιά που επί τόσο χρόνια απεργάζονταν; Εκτός αν εξαπατούσε γνωρίζοντας την αλήθεια. Οι μεν κυβερνήσεις με τις λαϊκίστικες πολιτικές τους, η δε αριστερά με την πλειοδοσία της στις πολιτικές αυτές προς την χρεοκοπία κατέτειναν. Σε ότι αφορά το σημείο αυτό, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι το «σύστημα» δεν αντιλήφθηκε την κατάσταση. Μιλώντας εκτός δημοσιότητας με σημαίνοντας παράγοντες όλων των παρατάξεων, εύκολα διαπίστωνε κανείς εξ αρχής, ότι δεν ήταν ανίκανοι να καταλάβουν την απλή αριθμητική του προβλήματος. Τότε, γιατί δεν το έλεγαν δημοσίως ώστε να μη δημιουργούν δεύτερη φάση λαϊκιστικών προσδοκιών τις οποίες πληρώνουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή όσο και κυνική: Η ανειλικρίνεια ήταν στοιχείο της αποτυχίας τους που οδήγησε στην χρεοκοπία, δηλαδή ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής τους κουλτούρας, το οποίο δεν μπορούσαν να υπερβούν τώρα. Πώς τώρα θα είχαν τα μούτρα να ομολογήσουν απερίφραστα το συνολικό λάθος τους, αφού εξακολουθούσαν να στηρίζονται στο ίδιο μοντέλο πολιτικής, δηλαδή τον λαϊκισμό; Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Γιώργος Παπανδρέου και διέλυσε το κόμμα του καθώς και την πολιτική καριέρα του. Οι άλλοι έμαθαν καλά το μάθημα και ούτε να ψελλίσουν τόλμησαν. Έτσι, με αγαστή σύμπνοια, οι ίδιοι παράγοντες του αποτυχημένου συστήματος, κατασκεύασαν το νέο αφήγημα περί  «κρίσεως» για να κατοχυρώσουν τη συνέχεια του λαϊκίστικου λόγο τους. «Κρίση έχουμε βρε παιδιά, κάντε υπομονή να ξεπεράσουμε τον κάβο» οι μεν, «φέρατε την μνημονιακή καταστροφή και καιρός να αφήσετε σε μας τους παρθένους την εξουσία» οι δε. Αυτή όλη η φιλολογία περί «κρίσεως» που επικράτησε έναντι του πραγματικού αφηγήματος περί «καταστροφής» δεν είναι καθόλου μα καθόλου αθώο.

Όταν ζυμώνουμε τις πολιτικές προσδοκίες γύρω από την έννοια της «κρίσης» μεταφέρουμε την λαϊκή φαντασία σε μια εικόνα προσωρινής δοκιμασίας. Είναι σαν να λέμε στην κοινωνία ότι κάτι το προσωρινά κακό της συνέβη και επομένως με κάποιους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς το κακό θα περάσει. Κάτι σαν πονόδοντος που χρειάζεται μόνο ένα καλό παυσίπονο, αφού το δόντι είναι κατά βάση γερό. Χρειάζεται φάρμακο και όχι χειρουργείο. Αντίθετα, όταν η αφήγηση μεταφερθεί στα συμφραζόμενα της «καταστροφής» τότε το σήμα του λόγου δίνεται σε όρους ξεκαθαρίσματος των ερειπίων και χτισίματος μιας καινούργιας κατάστασης με καλλίτερα υλικά και ανθεκτικότερη σχεδίαση. Πολλά πρέπει να αλλάξουν με βαθιές τομές. Το φάρμακο δεν αρκεί, χρειάζεται χειρουργείο. Ποια πολιτική δύναμη (μιλάμε για τις αξιόπιστες, πράγμα που εξαιρεί το ΚΚΕ και την ΧΑ) θα μπορούσε να έχει το θάρρος να μιλήσει για ένα καινούργιο ξεκίνημα; Και οι βασικές τους συντεχνιακές δεσμεύσεις που στηρίζουν την πελατειακή τους ισχύ, που θα πήγαιναν τότε; Ποιος από τους συμβατικούς πολιτικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να μιλήσει για ένα αναπροσδιορισμένο «κοινό συμφέρον» χωρίς να κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από τα θρυμματισμένα μερικά συμφέροντα που μέχρι τώρα του εξασφάλιζαν εκλογική πελατεία;

Εκεί φτάσαμε λοιπόν: Καμία από τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν μπορεί και δεν τολμά να μιλήσει με όρους πατριωτισμού. Γιατί απλούστατα είχε παραμερίσει την έννοια του κοινού συμφέροντος που ο πατριωτισμός προϋποθέτει. Οι πολιτικοί πελάτες είναι πάντα με το γκουβέρνο, όχι με την πατρίδα.  Γιαυτό συνεχίζουν την αφήγηση περί κρίσεως. Περιορίζουν έτσι τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική σύγκρουση αποκλειστικά στο σκηνικό που στήθηκε για να διευκολύνει την προσγείωση και όχι την καινούργια εκκίνηση. Ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από την βοήθεια των εταίρων για αναίμακτη προσγείωση- χωρίς να τολμά να ανεβάσει τον λόγο της στο επίπεδο της αναδόμησης του εθνικού μας κράτους πάνω στη βάση ενός αναδιατυπωμένου κοινού συμφέροντος. Αλλά, δυστυχώς, αυτό και μόνο αυτό απαιτούν οι Καιροί και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αντιμετώπισή του.

Ας συμμαζέψουμε, τώρα, τον λόγο μας στο ζητούμενο. Πώς απογράφουμε εντίμως την κατάσταση, και όχι την κρίση;  Ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο για μια πραγματική διαδικασία ανοικοδόμησης των ερειπίων;

Αυτές τις μέρες η Νέα Κατάσταση λες και κάνει επιδεικτική παρέλαση με όλα τα σέα και τα μέα της για να μας προκαλέσει: Η εικόνα που δείχνει είναι της πλήρους μετάστασης του οργανωμένου κράτους σε κατάσταση ερζάτζ. Το κράτος έχει καταντήσει απλή σκιά του εαυτού του:
  • Πλήρης κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και υποκατάστασή του με κράτος πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτό είναι το νόημα των παρατεταμένων καταλήψεων των «αγροτών» που παραβιάζουν επιδεκτικά μια ντουζίνα από διατάξεις του ποινικού και αστικού δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν επεμβαίνει και ο χειρισμός των ενόχων έχει ανατεθεί στο στελεχιακό δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος.
  • Κατάρρευση της διάκρισης των εξουσιών: Οι δικαστές πολιτικολογούν με αποφάσεις τους και η κυβέρνηση διαβουκολεί την ιεραρχική δομή του δικαστικού σώματος.
  • Εισπήδηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έργα πολιτικής διαχείρισης. Αντί για εργολάβους, το έργο της κατασκευής των hotspotsκαι όχι μόνο ανατίθεται με ζητωκραυγές στον στρατό ξηράς.
  • Αδιαμαρτύρητη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με τεράστια συμβολική αξία: Το πρωθυπουργικό αεροπλάνο εμποδίζεται από την Τουρκία να προσγειωθεί στο εθνικό έδαφος της Ρόδου.
  • Προκλητική παραβίαση προστατευμένων δικαιωμάτων του παιδιού με πλήρη αδιαφορία του αρμόδιου υπουργού: Ξενοφοβικοί ρατσιστές κατεβάζουν μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως ασπίδα στη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του Νόμου.
  • Ολοκληρωτική μετάλλαξη της Βουλής από νομοθετικό σώμα σε σώμα στρατευμένων κομματικών οργάνων που την απασχολούν με προσχηματικά νομοσχέδια για να την εμποδίσουν να εκδηλώσει το πολιτικό της φρόνημα: Για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική επικαιρότητα εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο (για τα ΜΜΕ) που κατάφωρα παραβιάζει βασικές συνταγματικές προβλέψεις, θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού κεκτημένου και εξ ίσου θεμελιώδεις διατάξεις του παγκόσμιου κώδικα προστασίας των δικαιωμάτων πολίτη. Η Βουλή αντί να βουλεύεται μετατρέπεται σε θέατρο ποικιλιών για να τραβήξει την προσοχή του κοινού μακριά από την εξελισσόμενη εθνική τραγωδία.
  • Αναστολή βασικών λειτουργιών της Πολιτείας, όπως η δικαστική, με την βίαιη παρέμβαση συντεχνιών που ψωμίζονται από αυτές (απεργία διαρκείας των δικηγόρων )
  • Ξήλωμα των θεμελίων της ελεύθερης αγοράς με την δημιουργία νέων κρατικίστικων υποχρεώσεων: Χρηματοδότηση της βιομηχανίας ζάχαρης εκτός τραπεζικών κανόνων με χρήματα του Δημοσίου, απόπειρα ριζικής αλλαγής των πλαισίων της πτωχευτικής διαδικασίας με επαπειλούμενο νομοσχέδιο για τα αργούντα ιδιωτικά ακίνητα και κινητά.
  • Κομματικοποίηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
  • Επιβολή εκφοβιστικού ελέγχου σε όλα τα μέσα με τα οποία εκφράζεται η ελευθερία του Λόγου.
  • Αποσάρθρωσε του παραγωγικού ιστού με την μονιμοποίηση της ανεργίας στο επίπεδο του 25% κατά μέσο όρο. Αντί για πρωτοβουλίες παραγωγικής απορρόφησης της ανεργίας, ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης βρίθει από αναφορές στην ανθρωπιστική κρίση. Λες και η χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να τρέφει ζητιάνους και φτωχούς μοιραίους πολίτες.
  • Υποβάθμιση όλων των θεσμών κοινωνικής μέριμνας και προστασίας και ραγδαία εν τοις πράγμασι ιδιωτικοποίησή τους (Υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση).
  • Με την εξέλιξή μας σε μόνιμο σταθμό των προσφύγων και μεταναστών οδεύουμε σε μια εντελώς πρωτόγνωρη οικονομία υπηρεσιών, όπου οι εταίροι μας, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, θα μας καταβάλλουν τα έξοδα που απαιτούνται για να τους κρατούμε έξω από τα δικά τους σύνορα, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη νέα αγορά στην εσωτερική αγορά μας.
Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την εικόνα τείνουμε πλέον να την συνηθίσουμε και να την θεωρούμε δεδομένη, καθώς αλλού στρέφεται η πολιτική μας προσοχή: Σε μια καθημερινότητα αιχμηρών επεισοδίων που αυτά τραβούν το πολιτικό δυναμικό μας και όχι η σύνθεσή τους σε ενιαία εικόνα τραγικότητας των περιστάσεων. Φοβούμαστε να δεχτούμε ότι δεν βαίνομε προς, αλλά είμαστε ήδη στην κατάσταση του διαλυμένου κράτους – failing state.

Κανένας από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει ορθώσει το ανάστημά μου με παρρησία μπροστά σε μια τέτοια αφήγηση. Να προβάλει ως διεκδικητής της ηγεσίας για μια ριζική ανάταξη της κοινωνίας και του κράτους μας. Μήπως άραγε η Ιστορία παίζει το αινιγματικό παιχνίδι της και προετοιμάζει την ετυμηγορία της για το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία; Μήπως όλα αυτά οδηγούν στην απόφανση ότι ήλθε η ώρα μιας ριζοσπαστικής, για τα ελληνικά δεδομένα, σοσιαλδημοκρατίας; Μήπως η εικόνα εκφράζει έκδηλα το απαιτούμενο θεμελιακό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας για τον τόπο μας. Μήπως το πρόταγμα αυτό είναι η εξής απλή φράση: «Περιγράψτε την πραγματική μας κατάσταση και αναλύστε τον ρόλο του καθενός μας σε μια καινούργια προσπάθεια ανάταξης με βάση το κοινό συμφέρον σε έντιμη αντιπαράθεση προς το ειδικό συμφέρον της κάθε κοινωνικής ομάδας». Πάνω σε μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να στηθεί ο απαιτούμενος πατριωτισμός της δημοκρατικής αριστεράς. Ένας πατριωτισμός που συνθέτει επιμέρους συμφέροντα αντί να τα αντιπαραθέτει όπως κάνει σήμερα η κυβερνώσα αριστερά, για να εξασφαλίζει τον κατακερματισμένη πολιτική πελατεία της ευκολότερα. Με του λιανέμπορους (συντεχνιακούς συνδικαλιστές) τα βγάζει ευκολότερα πέρα παρά με μια ενοποιημένη ενιαία κοινωνική συνείδηση που έχει προσδιορίσει το κοινό συμφέρον που την κρατάει ενωμένη.

πηγή: metarithmisi.gr

Ο πίνακας " Ο ελευθερωτής" του Ρενέ Μαγκρίτ, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επιλογή του blog