Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιχαντισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιχαντισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Οι τζιχαντιστές είναι μόνο το 0,1% των μουσουλμάνων (του Νίκου Κτιστάκη από το Athens Voice)

Πώς θα μας φαινόταν αν ερμήνευαν το χριστιανισμό σύμφωνα με τη λογική και τις πράξεις των ερεβώδων, παρανοϊκών, επικίνδυνων και εγκληματικών αιρέσεων; Αν μία χριστιανική αίρεση αναπτυσσόταν τόσο που να διέθετε στρατό, καταλάμβανε εδάφη και τρομοκρατούσε τον κόσμο; Τότε θα έπρεπε να πούμε ότι ο δικός μας χριστιανισμός είναι μία θρησκεία μίσους που εποφθαλμιά την παγκόσμια ειρήνη και κινδυνεύει η ανθρωπότητα εξαιτίας του; Δεν λείπουν τα παραδείγματα τέτοιων εγκληματικών χριστιανικών αιρέσεων όπως: ο οίκος του ΙΑΒΕ, η εκκλησία της τελικής διαθήκης, η πόλη του Ελοχίμ, οι δυνάμεις της έξω Διάστασης κ.ά. Η περίπτωση του ISIS και των τζιχαντιστών είναι κάτι παρόμοιο στο μουσουλμανικό κόσμο.

Η αίρεση των «χαριτζίτων», που υιοθετήθηκε κυρίως από τους «αδελφούς μουσουλμάνους» και οι οποίοι ερμηνεύουν με εγκληματικό τρόπο το Κοράνι, είναι το θρησκευτικό δόγμα των τζιχαντιστών του κράτους του ISIS και αποτελούν μια μικρή και ελάχιστη μειονότητα, που την αποστρέφεται η μεγάλη πλειοψηφία του μουσουλμανικού κόσμου. Ακόμη και οι σουνίτες, που είναι περισσότερο προσκολλημένοι στο θρησκευτισμό, θεωρούν τους τζιχαντιστές που ανήκουν στην αίρεση των χαριτζίτων κακοποιούς. Διάβασα δεκάδες άρθρα σε εφημερίδες και σάιτ, και οι περισσότεροι αρθρογράφοι εκδηλώνουν την ανησυχία τους, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το επικίνδυνο Ισλάμ, προσδιορίζουν τις ανυπέρβλητες διαφορές ανάμεσα στους πολιτισμούς και κινδυνολογούν ακατάσχετα, μονολιθικά και μανιχαϊστικά, τσουβαλιάζοντας τη μισή ανθρωπότητα που πιστεύει στο Κοράνι ως οπαδούς φονταμεταλιστών, ενώ η αίρεση που προκαλεί τα προβλήματα και τις εγκληματικές ενέργειες τις οποίες διαπράττουν οι χαριτζίτες του ISIS δεν αντιπροσωπεύει ούτε το 0,1% του μουσουλμανικού κόσμου.

Δεν μπαίνουμε στον κόπο να ρωτήσουμε τους ίδιους τους μουσουλμάνους και τους πνευματικούς ανθρώπους αυτής της θρησκείας πώς βλέπουν τον ISIS. Αν το κάναμε, θα διαπιστώναμε ότι και αυτοί –όπως και τα δισεκατομμύρια μουσουλμάνων όλου του κόσμου– νιώθουν τον ίδιο αποτροπιασμό με εμάς, όπως θα σκεφτόμασταν και εμείς εάν καμιά παλαβή χριστιανική αίρεση προέβαινε σε εγκληματικές τρομοκρατικές ενέργειες (και στο παρελθόν συνέβησαν αρκετά τέτοια περιστατικά). Όλα αυτά που ακούω και γράφονται (καμιά φορά και από σοβαρούς ανθρώπους που παρασύρονται και υιοθετούν λανθασμένες απόψεις) περί αλλαγής πλέον του κόσμου, ότι θα διαφοροποιηθεί η ζωή μας, θα υπάρξει γεωπολιτική ανατροπή, πως η σύγκρουση των πολιτισμών είναι γεγονός κ.τ.λ., δεν αντιπροσωπεύουν καμία πραγματικότητα παρά είναι υστερικές φωνές υπό την επιρροή των τρομοκρατικών χτυπημάτων, υπερβολές και βερμπαλισμοί. Οι χαριτζίτες φανατικοί υπάρχουν αιώνες σαν αίρεση, αλλά μόλις δύο τρία χρόνια οργανώθηκαν σε στρατιωτικό κράτος με δομή, έσοδα από πλουτοπαραγωγικές πηγές (από τα εδάφη που κατέλαβαν) και ακροατήριο.

Πώς συνέβη αυτό στην εποχή μας; Γιατί τόσα χρόνια δεν ήταν παρά μια ασήμαντη μουσουλμανική αίρεση, όπως π.χ. η χριστιανική αίρεση με εγκληματικές διαθέσεις «Η πόλη του Ελοχίμ», και δυνάμωσε τόσο ώστε να απειλεί την παγκόσμια κοινότητα και να δίνει λαβή για να συκοφαντείται ολόκληρος ο μουσουλμανικός κόσμος και η θρησκεία του;
Γιατί, μετά την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, ο στρατός αυτής της χώρας που αριθμούσε 120 χιλ. στρατιώτες απαξιώθηκε επιχειρησιακά και αφέθηκε στη διαφθορά, το λαθρεμπόριο και τους εκβιασμούς και οι μαχητές του ISIS που απαριθμούσαν μόνο 20 χιλ. εύκολα τους έστρεψαν σε φυγή καταλαμβάνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη. Κυριολεκτικά κατέρρευσε σαν χάρτινος γίγαντας ένας μεγάλος τακτικός στρατός με αεροπορία, πυροβολικό, άρματα μάχης, και δεν ενδιαφέρθηκε να αντισταθεί καθόλου, όντας ανεκπαίδευτος, απρόθυμος, χωρίς ηγέτες, εθνικό φρόνημα και με αξιωματικούς διεφθαρμένους κομπιναδόρους που χρησιμοποιούσαν το στράτευμα μόνο για να λυμαίνονται τους επιχειρηματίες και να διεξάγουν λαθρεμπόριο.

Γιατί ο Πούτιν θεωρούσε πως ο Άσαντ ήταν εγγύηση για τα συμφέροντα του λιμανιού που εξασφαλίζει παρουσία του στόλου της υπερδύναμής του στη Μεσόγειο και απαίτησε (ποιος ξέρει με τι ανταλλάγματα) την ανοχή του ΝΑΤΟ στην περιοχή, που τη χρησιμοποίησε ως δικό του πεδίο. Με αποτέλεσμα να μετατρέψουν σε ρημαδιό τη Συρία και το στρατό της και να διατηρηθεί ο εμφύλιος για να παραμείνει ο δικτάκτορας και να ασκεί την εντελώς λανθασμένη πολιτική του ο Ρώσος υπερτιμημένος πρόεδρος που επικοινωνιακά παίζει καράτε, χαϊδεύει τίγρεις, αλλά τα κάνει μούσκεμα στην εξωτερική πολιτική. Και γιατί ο Ομπάμα θέλει να δείξει ως το τέλος πως είναι ένας πρόεδρος που δεν διεξήγαγε πόλεμο και δεν έστειλε σε χερσαίες επιχειρήσεις Αμερικάνους στρατιώτες και δεν σκεπάσανε με αστερόεσσες τα φέρετρά τους, όπως επί Μπους.

Η ύπαρξη του ISIS είναι αποτέλεσμα των λαθών της Δύσης και των Ρώσων και τα σφάλματά τους πρόσφεραν σε ελάχιστες δεκάδες χιλιάδες κατσαπλιάδες φανατικούς τη δυνατότητα να καταλάβουν κομμάτια από το Ιράκ και τη Συρία, και τώρα η διεθνής προπαγάνδα προτιμά να συκοφαντεί τη μουσουλμανική θρησκεία, τα δισεκατομμύρια πολίτες και πιστούς της, εμφανίζοντάς τους συλλήβδην ως ομοίους μιας μικρής, ελάχιστης δράκας παρανοϊκών δολοφόνων. Τώρα όμως που οι τζιχαντιστές χτυπούν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αρχίζουν να ατενίζουν με τρόμο το τέρας που αφήσαν να θραφεί από την αμέλεια, την αδιαφορία και τα λάθη τους. Ακολούθησαν την εύκολη συνταγή των βομβαρδισμών, αλλά αυτές οι επιχειρήσεις έχουν πεπερασμένα αποτελέσματα αν δεν υπάρχει χερσαίος συντονισμός και επιχειρήσεις πεζικού να ανακαταλάβουν εδάφη και να συντρίψουν τον εχθρό. Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να στείλει πεζικό εκεί για να βγάλει το φίδι από την τρύπα; Οι Γάλλοι; Οι Βέλγοι; Οι Αμερικάνοι; Όποιος το τολμήσει θα πρέπει να υπολογίσει ένα ποσοστό 15% επί του αριθμού στρατιωτών σε έτοιμα λουστραρισμένα φέρετρα και αυτό ειναι αρκούντως αποτρεπτικό. Στην περίπτωση που γινόταν χερσαία επιχείρηση εναντίον των ισλαμοφασιστών του ISIS παρόλες τις απώλειες είναι σίγουρο ότι σε ελάχιστες εβδομάδες, αν όχι ημέρες, θα τους συνέτριβαν ολοκληρωτικά. Και αυτό θα ήταν το τέλος των τζιχαντιστών και στην Ευρώπη, αφού οι σκόρπιοι πυρήνες τους χωρίς κέντρο να τους κατευθύνει και να τους προμηθεύει με εκρηκτικά, πολεμικό εξοπλισμό και χρήματα, καθώς και δίχως την έμπνευση που προσφέρει το ISIS, είτε αυτή η νοσηρή συνωμοσία θα ξεφουσκώσει από μόνη της (ή σε μεγάλο βαθμό) είτε εύκολα θα γίνουν βορά στις μυστικές υπηρεσίες της Ευρώπης και σιγά σιγά θα τους ξεσκεπάσει και θα τους εκμηδενίσει.

Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, και φυσικά οι Ρώσοι και οι Αμερικάνοι, αλλά ποιος είναι έτοιμος να πληρώσει το τίμημα των νεκρών στρατιωτών για να τους πολεμήσουν; Αλλά ας σταματήσει η σπορά του μίσους κατά των μουσουλμάνων, οι εύκολοι αφορισμοί, η ισοπέδωση της θρησκείας και της κουλτούρας τους. Ας επικρατήσουν τα σοφά λόγια του Πάπα Φραγκίσκου, που δήλωσε τον Νοέμβριο του 2015 στο Μπανγκί: «Χριστιανοί και μουσουλμάνοι είναι αδέλφια και πρέπει να αρνηθούν την εκδίκηση, τη βία και το μίσος», και να τα κρατήσουμε ως φωτεινό φάρο αλήθειας για να διατηρήσουμε την ειρήνη που δικαιούνται οι δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες.

Πηγή: athensvoice.gr

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Η επικίνδυνη πολυπολιτισμικότητα της Ευρώπης- Γιατί η ήπειρος αποτυγχάνει στις Μειονοτικές Ομάδες (Του Κενάν Μαλίκ)



Τι είναι αυτό που προσελκύει χιλιάδες νέους Ευρωπαίους στον τζιχαντισμό και τη βία; Τι είναι αυτό που  έκανε 4.000 ανθρώπους να ταξιδέψουν στη Συρία και να αγωνιστούν για το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ISIS); Και τι είναι αυτό που οδηγεί τους Ευρωπαίους πολίτες να συμμετάσχουν στην βάρβαρη σφαγή, σαν αυτή που παρακολουθήσαμε τον περασμένο μήνα στο Παρίσι;

Η συμβατική απάντηση είναι ότι έχουν "ριζοσπαστικοποιηθεί", μια διαδικασία μέσω της οποίας οι ευάλωτοι Μουσουλμάνοι προετοιμάζονται για την εξτρεμιστική βία από εκείνους που προασπίζονται το μίσος. Το επιχείρημα της «ριζοσπαστικοποίησης» αναλύεται σε τέσσερα στοιχεία. Το πρώτο είναι ο ισχυρισμός ότι οι άνθρωποι γίνονται τρομοκράτες, επειδή, συνήθως από θρησκευτικές πηγές, αποκτούν ορισμένες εξτρεμιστικές ιδέες. Το δεύτερο είναι ότι οι ιδέες αυτές αποκτώνται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο οι άνθρωποι αποκτούν άλλες εξτρεμιστικές ή αντιθετικές ιδέες. Το τρίτο είναι ότι υπάρχει ένας ιμάντας μεταφοράς που οδηγεί από τη σχέση «παράπονο – θρησκευτικότητα» στη σχέση «υιοθέτηση ριζοσπαστικών πεποιθήσεων – τρομοκρατία». Και το τέταρτο είναι η επιμονή ότι αυτό που κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στην απόκτηση τέτοιων ιδεών είναι ότι είναι προβληματικά ενταγμένοι στην κοινωνία.

Το θέμα είναι ότι αυτές οι υποθέσεις, που κρύβονται πίσω από τις περισσότερες  αντιτρομοκρατικές πολιτικές κάθε χώρας στην Ευρώπη, είναι λάθος.

Πολλές μελέτες δείχνουν, για παράδειγμα, ότι εκείνοι που έχουν παρασυρθεί σε ομάδες τζιχαντιστών δεν προσελκύονται απαραίτητα από φονταμενταλιστικές θρησκευτικές ιδέες. Μια μελέτη του 2008 από την Βρετανική MI5 σχετικά με τον εξτρεμισμό, που διέρρευσε στον Τύπο, παρατηρούσε ότι «αντί να είναι μάλιστα φανατικοί θρησκευόμενοι, ένας μεγάλος αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες δεν ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε τακτική βάση."

Υπάρχουν επίσης λίγες ενδείξεις ότι οι τζιχαντιστές αποκτούν τις ιδέες τους διαφορετικά από τα άλλα είδη ομάδων, ακόμη και αν ο μέσος νους θεωρεί πως η ιδεολογία τους προέρχεται από τους κήρυκες του μίσους και τα παρόμοια, τη στιγμή που οι άλλες ριζοσπαστικές ιδέες γεννιούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Ο Jamie Bartlett, επικεφαλής του προγράμματος «Βία και εξτρεμισμός» στο Βρετανικό
think tank «Δήμος», υποστηρίζει ότι μια τέτοιου είδους τρομοκρατία  «μοιράζεται πολλά κοινά με άλλες, ανατρεπτικές ομάδες αντικουλτούρας κυρίως οργισμένων νέων».

Ούτε υπάρχει απόδειξη μιας ευθείας διαδρομής που οδηγεί τους ανθρώπους από τις ριζοσπαστικές ιδέες στη τζιχαντιστική βία. Μια Βρετανική κυβερνητική έκθεση του 2010 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θεωρία του «ιμάντα μεταφοράς» φαίνεται, και να παρερμηνεύει τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, και να δίνει υπερβολική σημασία στους ιδεολογικούς παράγοντες.

Και τέλος, υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι όσοι ακολουθούν τζιχαντιστικές  ομάδες είναι κάθε άλλο παρά προβληματικά ενταγμένοι, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια της ένταξης. Μια έρευνα για τους Βρετανούς τζιχαντιστές από ερευνητές στο Queen Mary College του Λονδίνου διαπίστωσαν ότι η υποστήριξη του τζιχάντ είναι άσχετη με την κοινωνική ανισότητα ή την κακή εκπαίδευση. Μάλλον, όσοι εντάχθηκαν σε ομάδες τζιχαντιστών ήταν ηλικίας 18 έως 20 ετών από πλούσιες οικογένειες που μιλούσαν αγγλικά στο σπίτι και πολλές φορές είχαν τελειώσει ένα καλό πανεπιστήμιο. Στην πραγματικότητα, «η νεότητα, ο πλούτος, και η συμμετοχή στην εκπαίδευση», όπως η μελέτη το έθεσε, «ήταν παράγοντες κινδύνου.»

Κατά μία έννοια, το επιχείρημα της ριζοσπαστικοποίησης εξετάζει την πορεία των τζιχαντιστών από πίσω προς τα εμπρός. Ξεκινά με τους τζιχαντιστές όταν βρίσκονται στο τέλος της διαδρομής, εξοργισμένοι με τη Δύση, και με μια άποψη άσπρου – μαύρου για το Ισλάμ, και υποθέτει ότι αυτοί είναι οι λόγοι που τους έκαναν έτσι. Αυτό που τραβάει τους νέους (και η πλειοψηφία των επίδοξων τζιχαντιστών είναι στην εφηβεία ή στα είκοσι και) προς τη τζιχαντιστική βία είναι μια αναζήτηση για κάτι πολύ λιγότερο ανιχνεύσιμο: για την ταυτότητα, για το νόημα, για να ανήκουν κάπου, για τον  σεβασμό. Στο βαθμό που είναι αποξενωμένοι, δεν είναι επειδή οι επίδοξοι τζιχαντιστές είναι ανεπαρκώς ενταγμένοι στην κοινωνία, με την έννοια ότι δεν μιλούν την τοπική γλώσσα ή αγνοούν τα τοπικά έθιμα ή με μικρή αλληλεπίδραση με τους άλλους στην κοινωνία. Η δική τους είναι μια πολύ πιο υπαρξιακή μορφή της αλλοτρίωσης.

Οργισμένα νειάτα

Δεν υπάρχει βέβαια τίποτα καινούριο στις εκφράσεις της αλλοτρίωσης και της αγωνίας. Η νεανική αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος είναι κλισέ. Αυτό που διαφέρει σήμερα είναι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο συντελείται η αλλοτρίωση και η αναζήτηση. Ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενης κοινωνικής αποσύνθεσης, στην οποία πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ιδιαζόντως αποδεσμευμένοι από τους επικρατούντες κοινωνικούς θεσμούς.

Το πραγματικό σημείο εκκίνησης για την κατασκευή ενός ντόπιου τζιχαντιστή δεν είναι η ριζοσπαστικοποίηση, αλλά αυτό το είδος της κοινωνικής αποσύνδεσης, μια αίσθηση αποξένωσης και δυσαρέσκειας από τη Δυτική κοινωνία. Επειδή έχουν ήδη απορρίψει mainstream κουλτούρα, τις ιδέες, και τους κανόνες είναι που στρέφει κάποιους Μουσουλμάνοι στην αναζήτηση για μια εναλλακτική θεώρηση του κόσμου. Δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί υποψήφιοι τζιχαντιστές είναι είτε εξισλαμισθέντες, είτε Μουσουλμάνοι οι οποίοι ανακάλυψαν την πίστη τους σχετικά πρόσφατα. Και στις δύο περιπτώσεις, η απογοήτευση για ότι άλλο προσφέρεται τους οδήγησε στο μαύρο και άσπρο ηθικό κώδικα των εξτρεμιστικών ισλαμισμού. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι αν είχαν «προδιάθεση» ή  αν υπέστησαν «κατήχηση", αλλά το ότι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα γενικά πλαίσια ηθικής και ψάχνουν για μια εναλλακτική λύση.
Η «αποσύνδεση» δεν είναι φυσικά, απλά ένα μουσουλμανικό θέμα. Υπάρχει σήμερα ευρεία απογοήτευση από την πολιτική διαδικασία, μια αίσθηση του να είσαι πολιτικά άφωνος, μια απελπισία ότι ούτε τα βασικά πολιτικά κόμματα ούτε οι κοινωνικοί θεσμοί όπως η Εκκλησία ή τα συνδικάτα φαίνεται να κατανοούν τις ανησυχίες και τις ανάγκες τους.

Όλο αυτό αναπόφευκτα διαμορφώνει το πώς οι νέοι, και όχι μόνο αυτοί της μουσουλμανικής καταγωγής, βιώνουν την αποξένωσή τους, και πώς είναι σε θέση να αντιδράσουν σε αυτό. Στο παρελθόν, τέτοια δυσαρέσκεια με την επικρατούσα τάση μπορεί να οδηγούσε τους ανθρώπους, σίγουρα στην Ευρώπη, να συμμετάσχουν σε κινήματα για πολιτική αλλαγή, από ακροαριστερές ομάδες έως τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος σε αντιρατσιστικές εκστρατείες. Οι οργανώσεις αυτές έδωσαν στον ιδεαλισμό και την κοινωνική διαμαρτυρία πολιτική μορφή, καθώς και μηχανισμό για τη μετατροπή της δυσαρέσκειας σε κοινωνικές αλλαγές.

Σήμερα, τέτοιου είδους εκστρατείες και οι οργανισμοί μπορούν να φαίνονται εκτός επαφής ως κύρια θεσμικά όργανα. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι γενικές ιδεολογικές διαιρέσεις που χαρακτήριζαν την πολιτική για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων διακοσίων χρόνων έχουν όλες απλά διαγραφεί. Οι  διακρίσεις μεταξύ αριστεράς και δεξιάς έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές. Η αποδυνάμωση των εργατικών οργανώσεων και των άλλων θεσμικών οργάνων, η μείωση των κολεκτιβιστικών ιδεολογιών, η επέκταση της αγοράς σε πολλές γωνίες και τις σχισμές της ζωής όλων, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας πιο κοινωνικά, κατακερματισμένης κοινωνίας.
Με τη σειρά τους, η πολιτική της ταυτότητας έχει γίνει πιο σημαντική. Ο κατακερματισμός ενθάρρυνε τους ανθρώπους να αυτοπροσδιορίζονται σε όλο και πιο στενούς εθνικούς ή πολιτισμικούς όρους. Οι δημόσιες πολιτικές που αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των μειονοτήτων έχουν βοηθήσει μόνο να επιδεινωθεί αυτή η διαδικασία. Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι, πολλοί σχολιαστές επέμειναν ότι τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης πρέπει να βρίσκονται με τη γαλλική κοινωνική πολιτική «αφομοίωσης» που, όπως ισχυρίζονταν, είχε αποτύχει να ενσωματώσει τους μουσουλμάνους και είχε δημιουργήσει μια πιο διαιρεμένη κοινωνία. Οι κοινωνικές πολιτικές που θα ελάμβαναν περισσότερο υπόψη την πολυμορφία της γαλλικής κοινωνίας, ισχυρίζονταν, θα είχαν υπηρετήσει καλύτερα τη Γαλλία.

Άλλοι απάντησαν ότι δεν είχε νόημα να κατηγορούμε τη Γαλλική κοινωνική πολιτική. Το Βέλγιο, και ειδικότερα η περιοχή των Βρυξελλών, Molenbeek, έχει γίνει ένα φυτώριο για τζιχαντιστές, ακόμη και αν η Βελγική κοινωνική πολιτική είναι πιο πολυπολιτισμική από αφομοιωτική. Ούτε το να δείχνεις με το δάχτυλο τη Γαλλική κοινωνική πολιτική εξηγεί τις ρίζες της ντόπιου τζιχαντισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν στο Λονδίνο που οι πρώτοι βομβιστές αυτοκτονίας της Ευρώπης σκότωσαν 52 ανθρώπους με τις επιθέσεις το 2005 στο σύστημα μεταφορών της πόλης. Τρεις από τους τέσσερις βομβιστές είχαν γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο άλλος είχε μεγαλώσει από παιδί εκεί.

Η διαμάχη για την αφομοίωση έναντι της πολυπολιτισμικότητας δεν είναι νέα. Για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, Γάλλοι πολιτικοί και υπεύθυνοι  είχαν καταδικάσει τη Βρετανία για την πολυπολιτισμική της προσέγγιση, προειδοποιώντας ότι οι πολιτικές αυτές ήταν διχαστική και αποτύγχαναν να δημιουργήσουν ένα κοινό σύνολο αξιών ή την αίσθηση του έθνους. Ως εκ τούτου, όπως ισχυρίστηκαν, πολλοί μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον ισλαμισμό και στη βία. Τώρα, πολλές από τα ίδιες κατηγορίες απευθύνονται προς τη Γαλλική κοινωνική πολιτική.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Και οι δύο πλευρές είναι, σε κάποιο βαθμό, σωστές. Η κοινωνική πολιτική της Γαλλίας είναι προβληματική, και έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο διχαστικής κοινωνία. Αλλά, ακόμα κι έτσι, έχουν πολυπολιτισμικές πολιτικές. Εδώ και πολύ καιρό οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μιλάνε για τις διαφορές μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, αλλά αγνοούν τις ομοιότητες.

Οι Βρετανοί πολιτικοί διαβλέπουν το έθνος τους ως «την κοινότητα των κοινοτήτων», σύμφωνα με όσα λέει η  σημαντική έκθεση Parekh για την πολυπολιτισμικότητα που δημοσιεύθηκε το 2000. Αλλά με αυτόν τον τρόπο, έτειναν να αντιμετωπίζουν τις μειονοτικές κοινότητες σα να ήταν μια διαφορετική, μοναδική, ομογενής, και αυθεντική ως σύνολο, αποτελούμενη από ανθρώπους που μιλούν με μία φωνή και με ενιαία άποψη για τον πολιτισμό και την πίστη. Με άλλα λόγια, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής δέχθηκαν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μια ποικιλόμορφη κοινωνία, αλλά προσπάθησαν να διαχειριστούν αυτή τη διαφορετικότητα, βάζοντας τους ανθρώπους σε εθνοτικά και πολιτισμικά κουτιά, τα οποία στη συνέχεια, χρησίμευσαν για να καθορισθούν οι ανάγκες και τα δικαιώματα των ατόμων μέσα τους. Συχνά αποδέχθηκαν τις πιο συντηρητικές, συχνά θρησκευτικές, εικόνες σαν τις αυθεντικές φωνές των μειονοτικών ομάδων. Αντί να εμπλακούν άμεσα με τις μουσουλμανικές κοινότητες, οι βρετανικές αρχές με αποτελεσματικότητα μεταβίβασαν την ευθύνη στους  επονομαζόμενους «ηγέτες της κοινότητας».

Η συνέπεια ήταν ακόμη μεγαλύτερος κατακερματισμός και μια πιο τοπικιστική άποψη για το Ισλάμ. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι οι περισσότεροι από εκείνους που τους τράβηξε το τζιχάντ είναι το ίδιο αποκομμένοι από τις μουσουλμανικές κοινότητες όσο είναι και από τις δυτικές κοινωνίες. Οι περισσότεροι απεχθάνονται τα ήθη και τα έθιμα των γονέων τους και διαθέτουν λίγο χρόνο για τις ευρύτερα αποδεκτές, και υπό την αιγίδα του κράτους, μορφές του Ισλάμ. Μερικοί οδηγούνται στον ισλαμισμό, ο οποίος φαίνεται να παρέχει μία αίσθηση ταυτότητας που δε βρίσκουν ούτε στο βασικό κορμό της κοινωνίας, ούτε στο ευρύτερα αποδεκτό Ισλάμ. Στους περιθωριο,η δυσαρέσκεια διοχετεύεται στο τζιχάντ. Κατασταλαγμένοι σε ιδέες και αξίες άσπρου - μαύρου, κάποιοι καταλήγουν να διαπράττουν πράξεις τρόμου και να προβάλλουν αυτές τις πράξεις ως μέρος μιας υπαρξιακής πάλης ανάμεσα στο Ισλάμ και τη Δύση.
Η ειρωνεία είναι ότι η Γαλλική κοινωνική πολιτική, οι οποία ξεκινά από ένα πολύ διαφορετικό σημείο, καταλήγει στο να δημιουργεί πολλά από τα ίδια προβλήματα. Η Γαλλία είναι η πατρίδα περίπου πέντε εκατομμυρίων Γάλλων πολιτών βορειοαφρικανικής καταγωγής. Μόλις το 40% θεωρούν τους εαυτούς τους πιστούς μουσουλμάνους, και μόνο ένας στους τέσσερις παρακολουθούν την προσευχή της Παρασκευής. Ωστόσο Γάλλοι πολιτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι τους βλέπουν όλους ως μουσουλμάνους. Πράγματι, οι υπουργοί της κυβέρνησης, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι μιλάνε συχνά για τα «πέντε εκατομμύρια μουσουλμάνους» της Γαλλίας.  Η μόδα του να αποκαλούνται οι Βορειοαφρικανοί, «Μουσουλμάνοι» είναι σχετικά πρόσφατη. Στη δεκαετία του 1960 και του 1970 μπορεί να περιγραφόντουσαν beur ή arabe (που σημαίνει κάποιος από τη Βόρεια Αφρική ή την Αραβία, αντίστοιχα), αλλά σπάνια Μουσουλμανοι. Οι μετανάστες της Βόρειας Αφρικής σίγουρα δεν αυτοπροσδιορίζονται ως μουσουλμάνοι. Ήταν κυρίως κοσμικοί, συχνά εχθρικοί προς τη θρησκεία.

Η στροφή προς τη σύνδεση της Βόρειας Αφρικής με το Ισλάμ είναι αποτέλεσμα τόσο της μεγαλύτερης διάρρηξη της γαλλικής πολιτικής κατά τα τελευταία χρόνια όσο και της αυξανόμενης αντίληψης του Ισλάμ ως μια υπαρξιακή απειλή για τη Γαλλικό-δημοκρατικής παράδοση. Οι  Γάλλους πολιτικοί, σαν τους πολιτικούς όλης της Ευρώπης, αντιμετωπίζουν ένα κοινό ολοένα και πιο δύσπιστο και απόμακρο από τους βασικούς κοινωνικούς θεσμούς. Και, σαν τους πολιτικούς στην Ευρώπη, έχουν προσπαθήσει να κατευνάσουν αυτήν την εχθρότητα και την αγανάκτηση με την ενδυνάμωση της έννοιας της κοινής Γαλλικής ταυτότητας. Συχνά εξ αιτίας της δυσκολίας να διατυπώσουν με σαφήνεια τις ιδέες και τις αξίες που χαρακτηρίζουν το έθνος, έχουν αντίθετα καταφύγει στο να προδιορίζουν ποιοι δεν είναι Γάλλοι, αντί του ποιοί είναι. Σε αυτή την περίπτωση, το Ισλάμ είναι το "άλλο" εναντίον του οποίου ορίζεται η γαλλική ταυτότητα.

«Τι είναι αυτό που, στη Γαλλία του σήμερα»,ρωτά ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Karim Miské, «ενώνει τον ευσεβή Αλγερινό συνταξιούχο εργάτη, τον άθεο σαν και μένα Γαλλο-Μαυριτανό σκηνοθέτη, τον τραπεζικό υπάλληλο Φουλάνι Σούφι από το Mantes-la-Jolie, την Βουργουνδή κοινωνική λειτουργό που προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ, και τον αγνωστικιστή νοσοκόμο, ο οποίος ποτέ δεν έχει πατήσει το πόδι του στο σπίτι των παππούδων του στην Oujda; Τι μας ενώνει, αν όχι το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που μας σκέπτεται ως μουσουλμάνους;»

Κατ 'αρχήν, οι Γαλλικές αρχές απέρριψαν την πολυπολιτισμική προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην πράξη όμως αντιμετωπίζουν τους Βόρειοαφρικανούς μετανάστες και τους απογόνους τους με ένα πολύ «πολυπολιτισμικό» τρόπο, ως μια ενιαία κοινότητα που ζει δίπλα σε μιαν άλλη κοινότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι ο Βορειοαφρικανικός πληθυσμός της Γαλλίας είναι κατά κύριο λόγο κοσμικός, ακόμη και οι εν ενεργεία μουσουλμάνοι είναι σχετικά φιλελεύθεροι στις απόψεις τους. Σύμφωνα με μελέτη του 2011 από το Institut Français d'Γνώμη Publique, 68% των γυναικών που τηρούν τη θρησκεία ποτέ δεν φορούν τη μαντίλα. Λιγότερο από το ένα τρίτο των εν ενεργεία μουσουλμάνων θα απαγόρευαν στις κόρες τους παντρευτούν έναν μη -μουσουλμάνο. 81% δέχονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα στο διαζύγιο, το 44% δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη συμβίωση, το 38%υποστηρίζει το δικαίωμα στην άμβλωση, και 31% των εγκρίνει το σεξ πριν το γάμο. Η ομοφυλοφιλία είναι το μόνο θέμα για το οποίο υπάρχει μια πλειοψηφική συντηρητική στάση: το 77% των εν ενεργεία μουσουλμάνων την αποδοκιμάζουν.

Πολλοί στην δεύτερη γενιά των Βορειο-αφρικανικών κοινοτήτων είναι, ακριβώς όπως και οι ομόλογοί τους στη Βρετανία ή το Βέλγιο, αποξενωμένοι από την κουλτούρα και τα ήθη των γονέων τους, και από το επικρατούν Ισλάμ, όπως είναι από την ευρύτερη Γαλλική κοινωνία. Και μερικοί, όπως και αλλού στην Ευρώπη, βρίσκουν το δρόμο τους, σε ένα πιο σκοτεινό, πιο έντονο, πιο φυλετικό όραμα του Ισλάμ. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Cherif Kouachi, που ήταν ο εγκέφαλος τη σφαγής του Charlie Hebdo στο Παρίσι τον Ιανουάριο. Ανατράφηκε στο Gennevilliers, ένα βόρειο προάστιο του Παρισιού, με περίπου 10.000 ανθρώπους Βορειοαφρικανικής καταγωγής. Έχει σπάνια παρακολουθήσει τζαμί, και φάνηκε να μην είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενος, αλλά οδηγήθηκε από μια αίσθηση κοινωνικής αποξένωσης. Ανήκε, σύμφωνα με το Mohammed Benalí, πρόεδρο του τοπικού τζαμιού, σε μια «γενιά που αισθάνθηκε αποκλεισμούς, διακρίσεις, και πάνω απ 'όλα, ταπεινώσεις. Μιλούσαν και αισθανόντουσαν Γαλλικά, αλλά θεωρήθηκαν Άραβες. Βρισκόντουσαν σε μια πολιτισμική σύγχυση».

ΔΙΑΛΥΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Η ιστορία του Kouachi δε διαφέρει τόσο από εκείνη του Mohammad Sidique Khan, ηγέτη των βομβιστικών επιθέσεων της 7ης Ιουλίου στο Λονδίνο. Ούτε διαφέρει τόσο από την ιστορία του Abdelhamid Abaaoud, του ιθύνοντος νου των επιθέσεων του Παρισιού. Ο Abaaoud μεγάλωσε στην Molenbeek, το γκέτο των Βρυξελλών που έχει γίνει συνώνυμο της φτώχειας, της ανεργίας, και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Ο Abaaoud συμμετείχε ωστόσο σε ένα από τα κορυφαία σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Βελγίου, το Saint-Pierre d'Uccle. Εγκατέλειψε το σχολείο και σταμάτησε να επισκέπτεται το τοπικό τζαμί, όπως έκανε και ο στενός φίλος του Salah Abdeslam, άλλος ένας από τους ενόπλους του Παρισιού. Οι ιμάμηδες ήταν πολύ βυθισμένοι για τα γούστα τους στην παράδοση. «Έτσι κοιτάξανε αλλού», λέει ο Olivier Vanderhaegen, ο οποίος εργάζεται σε ένα τοπικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας.

Η κοινωνική πολιτική στο Βέλγιο, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο την προώθηση της ολοκλήρωσης είναι τελείως διαφορετικές. Αυτό που έχουν όμως κοινό είναι ότι όλοι έχουν συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο εύθραυστης κοινωνία, και όλες συνέβαλαν στο να εδραιωθεί ένα στενότερο όραμα του «ανήκειν» και της ταυτότητας. Ούτε οι αφομοιωτικές, ούτε οι πολυπολιτισμικές πολιτικές είναι που δημιούργησαν τον Ισλαμισμό ή το Τζιχαντισμό. Αυτό που έχουν κάνει είναι να συμβάλουν στη δημιουργία χώρου για να ανθήσει ο Ισλαμισμός, και να διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια σε τζιχαντισμό.

Πηγή: foreignaffairs.com Σε απόδοση από τα Αγγλικά από εμένα


Το άρθρο αυτό δε μπορώ να πω ότι με εκφράζει συνολικά. Για την ακρίβεια έχω δυο βασικές ενστάσεις:

Η πρώτη είναι ότι είναι αφόρητα συντηρητικό, με την έννοια ότι ρίχνει όλο το φταίξιμο στη σημερινή κοινωνία, η οποία έχει κατακερματισθεί και δημιουργεί κρίσιμα κενά ταυτότητας στη νέα γενιά, και που η οποία νέα γενιά, για να τα καλύψει, στρέφεται στον εξτρεμισμό. Πράγματα δηλαδή που λέγαν οι μπαμπάδες μας, (σε κάποιους οι παπούδες) για να ερμηνεύσουν τελείως σχηματικά το πρόβλημα της αριστερίστικης τρομοκρατίας της δεκαετίας του 70.



Η δεύτερη ένσταση είναι ότι, όπως και στην περίπτωση της προαναφερθείσας δεκαετίας του 70, δεν κάνει καθόλου λόγο για τα οποιαδήποτε κέντρα προσηλυτισμού, καθοδήγησης, αλλά και χρηματοδότησης, των εξτρεμιστικών πυρήνων. Ειδικά στην περίπτωση του τζιχαντισμού τα αρνείται και τα απορρίπτει ως ψευδείς κατηγορίες, αρνούμενο στην πράξη να παραδεχθεί οποιαδήποτε διασύνδεση του Ισλαμικού Κράτους, ή και άλλων Ισλαμιστικών εξτρεμιστικών ομάδων με τον ευρωπαϊκό τζιχαντισμό. Ο τελευταίος για το συγγραφέα δεν είναι παρά ένα νεανικό λάθος για το οποίο φταίει η κατακερματισμένη κοινωνία και οι αλλοπρόσαλλες πολιτικές ενσωμάτωσης του Μουσουλμανικού στοιχείου στις δυτικές κοινωνίες. Αυτή τη θεώρηση προσωπικά δε μπορώ να τη δεχθώ.



Παρόλα αυτά παραθέτω το άρθρο γιατί έχει ένα δομημένο λόγο, και κάποια στοιχεία που αξίζει να ληφθούν σοβαρά υπ΄όψη σε σχέση με την κοινωνική προέλευση και ηλικιακή σύνθεση των Ευρωπαίων Τζιχαντιστών.