Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυπολιτισμικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυπολιτισμικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Οι προσφυγικές και μεταναστευτικές εισροές ως πρόκληση για τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες, και η πολυπολιτισμικότητα ως απάντηση* (του Γιάννη Αναστασίου από τη Μεταρρύθμιση)

H είσοδος προσφύγων και μεταναστών φαίνεται να δοκιμάζει τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Είναι κατά τη γνώμη σας η πολυπολιτισμικότητα απάντηση σε αυτή την πρόκληση;*
 Εισαγωγή
Ο κόσμος μας μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στην Αμερική και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ακολούθησε στο Αφγανιστάν, άλλαξε. Η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι και η κλιμάκωση των  πολεμικών συγκρούσεων στη Συρία, συνθέτουν ένα πολύπλοκο περιβάλλον οι  επιπτώσεις του οποίου ακόμη δεν έχουν πλήρως αποτυπωθεί για την περιοχή μας. Οι συνέπειες όσων συμβαίνουν σε γεωπολιτικό επίπεδο δεν είναι μόνο στρατιωτικές και μόνο για τις χώρες όπου διεξάγονται οι πολεμικές συγκρούσεις. Οι μεταναστευτικές ροές και οι πρόσφυγες καθίστανται ένα ευρωπαϊκό προβλήματα φυσικό επακόλουθο όσων συμβαίνουν.

Οι φιλελεύθερες ευρωπαϊκές αξίες και η ξενοφοβία

Κρίσιμο ρόλο στη κατανόηση των φοβικών αντανακλαστικών που προκαλεί η μετανάστευση στις φιλελεύθερες κοινωνίες, διαδραματίζει η επιρροή της πολιτικής σκέψης του κοινοτισμού, που αναδεικνύει την αξία της κοινότητας ακόμη και ως προτεραιότητα σε σχέση με την ελευθερία και την ισότητα που παράγονται από εκείνη.(Kymlicka,W, Πόλις 2005,319)

Στα φιλελεύθερα οράματα η κοινότητα ωστόσο, υπάρχει ήδη, βρίσκεται στις κοινές κοινωνικές πρακτικές, στις πολιτισμικές παραδόσεις και στις κοινές κοινωνικές κατανοήσεις, δεν ξεχωρίζει με βάση την κοινή εθνικότητα, γλώσσα, ταυτότητα, πολιτισμό, θρησκεία, ιστορία ή τον τρόπο ζωής.
Η ανεκτικότητα που αποτελεί θεμελιώδη αξία προαγωγής των ευρωπαϊκών αρχών της ατομικής ελευθερίας ή αυτονομίας στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ωστόσο, φαίνεται να μεταμορφώνεται σε μη ανεκτικότητα προς στις μη φιλελεύθερες ομάδες. Η αυτονομία οδηγεί τη φιλελεύθερη θεωρία, στην αποδοχή  της αλλοτρίωσης των ομάδων που είναι αφοσιωμένες στον φιλελευθερισμό, υπονομεύοντας τους θεσμούς που τον διέπουν . (Kymlicka,W, Πόλις 2005,344)
Ο πλουραλισμός των αξιών  από την άλλη, μολονότι εμφανίζεται ως προϋπόθεση της σύγχρονης δυτικής σκέψης  για τη σαφή ηθική και θεσμική εμπέδωση της ανεκτικότητας, δεν προκύπτει εύκολα, αναδεικνύοντας επίσης αντιφάσεις. Η αντίφαση λ.χ των φιλελευθέρων ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στους πρόσφυγες και μετανάστες, έγκειται στην μην επέκταση γι’ αυτούς, της αρχής της θρησκευτικής ανεκτικότητας, την ώρα που η εν λόγω αρχή, υπήρξε κρίσιμη παράμετρος ως ατομικό δικαίωμα για τους ίδιους τους Ευρωπαίους, στην οικοδόμηση της φιλελεύθερης θεωρίας στο πλαίσιο της θρησκευτικής ανεκτικότητας στη δύση. Η κοινή τους πεποίθηση περί δικαιοσύνης, δεν επαρκεί για την διατήρηση και ενίσχυση της αλληλεγγύης, της κοινωνικής ενότητας ή της πολιτικής νομιμοποίησης . (Kymlicka,W, Πόλις 2005,374)
Η φιλελεύθερη δικαιοσύνη λειτουργεί με το αίσθημα της ηθικής κοινότητας, στο πλαίσιο των συνόρων τα οποία θεωρούνται σημαντικά. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,375)
Το πρόβλημα των μεταναστευτικών ροών, συνδέεται, θεμελιωδώς με τη θέση του Μακιαβέλι περί κατανόησης της πολιτικής, ως ζήτημα που ενώνει τον αυτοπροσδιορισμό, με την αυτοπροστασία, μέσα από το κράτος δικαίου, τις εκλογικές διαδικασίες, την ασφάλεια και το δίχτυ κοινωνικής προστασίας. (D. Held, Αθήνα, 2007, 320)
Ο Μακιαβέλι, διακήρυττε ότι η πολιτική του κράτους και η πάση θυσία επιδίωξη της ισχύος του, έχουν προτεραιότητα έναντι των ατομικών συμφερόντων και της ιδιωτικής ηθικής (D. Held , Αθήνα, 2007, 70) Το καλό κράτος έλεγε ήταν πρώτα και κύρια το ασφαλές και σταθερό κράτος.
Η διάσταση της αντίληψης της κυριαρχίας και της ασφάλειας του κράτους έθνους, που ελέγχει το πεπρωμένο του δεν αμφισβητείται, εξακολουθεί και σήμερα να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης για τη δημοκρατία στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες. (D. Held, Αθήνα, 2007,  397) Η πολιτική εκπροσώπηση άλλωστε, βρίσκεται προσηλωμένη στα μέσα ενημέρωσης, κενή από ιδέες και ηγετικές φυσιογνωμίες που καθοδηγούν την κοινή γνώμη, αντί να ελέγχονται από αυτή. (D. Held, Αθήνα, 2007, 324) Οι εκλογές μοιάζουν με καταναλωτική επιλογή, καθώς οι πολίτες εγωιστικά, επιδιώκουν ως αντάλλαγμα εκλογής των εκπροσώπων τους, την απόκτηση και κατοχή αντικειμένων και πόρων, για την ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών ή επιθυμιών. (D. Held, Αθήνα, 2007, 325)
Η κυριαρχία του κράτους έθνους μέσω της ύπαρξης των συνόρων λοιπόν, τροφοδότησε τον εθνικισμό με την ιδέα της ενιαίας εθνικής κοινότητας, ορίζοντας την έννοια του έθνους  ως ενιαία πολιτική κοινότητα με κοινή εθνική γλώσσα, κοινό πολιτισμό και ταυτότητα, οδηγώντας στην  έκφραση του φιλελεύθερου εθνικισμού.
Η ιδέα της εθνικότητας σε αυτή την έκφανση του εθνικισμού, αποτελεί σημαντική βάση για την επίτευξη των φιλελεύθερων ιδεωδών της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, εντός των τειχών, όχι όμως στη κλίμακα των ζητημάτων της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός αδιαφορεί για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, μολονότι  η διάσταση της παγκόσμιας δικαιοσύνης αμβλύνει τα προβλήματα που οδηγούν στις συγκρούσεις. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,391)

Το μοντέλο της ιδιότητας του πολίτη ως κατόχου κοινών δικαιωμάτων, συνδέεται επίσης με τις ιδέες της εθνικής ολοκλήρωσης. Η ενσωμάτωση ορισμένων ομάδων  σ’ έναν κοινό εθνικό πολιτισμό, βάση επιδοματικών πολιτικών σύγκλησης, σημαίνει πολιτικές οικονομικής αναδιανομής, άρσης αδικιών και αποκλεισμών. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,455) Αυτή η προοπτική φοβίζει τόσο τους ανθρώπους που διαθέτουν πλούτο, όσο και αυτούς που θεωρούν ότι, θα υποστούν τις συνέπειες από τη διάβρωση του κράτους πρόνοιας και των αναδιανεμητικών πολιτικών που ίσχυαν υπέρ τους.

Το μεταναστευτικό και το προσφυγικό πρόβλημα συνδέονται, ωστόσο είναι διαφορετική η νομική υπόσταση του πρόσφυγα και άλλη αυτή του οικονομικού μετανάστη, ο οποίος όταν έχει εισέλθει παράνομα σε μία χώρα  αντιμετωπίζει την προοπτική της απέλασης. Σύμφωνα με το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης για τους πρόσφυγες, στον καθένα μπορεί να χορηγηθεί άσυλο εάν αυτός προέρχεται από κράτος που απειλείται η ζωή του, η ελευθερία του εξαιτίας της φυλής του, της θρησκείας, της ιθαγένειας του, ή της συμμετοχής του σε μία κοινωνική ομάδα ή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 95)

Οι μεγάλες μάζες των μεταναστών ιστορικά, είναι αυτές που αναζητούν εργασία για ένα καλύτερο μέλλον, δηλ, είναι κατά βάση οικονομικοί μετανάστες.

Οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη μετανάστευση

Οι αρμονικές και συμμετρικές πολιτικές σχέσεις τίθενται υπό αμφισβήτηση σ’ ένα κόσμο σύνθετο, περιφερειακών και παγκόσμιων αλληλεξαρτήσεων. (D. Held, Αθήνα, 2007,  398)  Η συνοχή, η βιωσιμότητα και η υποχρέωση λογοδοσίας των ίδιων των εθνικών κέντρων επί των αποφάσεων που λαμβάνουν επηρεάζουν άλλα ή γειτονικά κράτη. Οι παραδοσιακές εθνικές λύσεις που αφορούν κεντρικά ζητήματα της δημοκρατικής θεωρίας και πρακτικής αμφισβητούνται.

Η πολιτική εκτυλίσσεται με αβεβαιότητα και απροσδιοριστία  σ’ έναν κόσμο κίνησης αγαθών κεφαλαίων, ροής πληροφοριών, ανταλλαγής πολιτισμών, μετακίνησης ανθρώπων, αλληλεπίδρασης και άσκησης της εξουσίας, αυτό που ονομάζουμε πλαίσιο παγκοσμιοποίησης. (D. Held,  Αθήνα, 2007, 401)

Το έθνος κράτος βεβαίως, δεν παραμείνει ανεπηρέαστο από τη μεταβολή του βαθμού αυτονομίας του και τη διασταύρωση των εθνικών, διεθνών και υπερεθνικών δυνάμεων και σχέσεων. (D. Held, Αθήνα, 2007,  402) Η κυριαρχία του διαβρώνεται, εκτοπιζόμενη από μορφές υψηλότερης  και ανεξάρτητης εξουσίας, που περικόπτουν τη νόμιμη βάση λήψης των αποφάσεων, εντός του εθνικού πλαισίου. Έρχεται αντιμέτωπο με την απώλεια της ίδιας της κυριαρχίας του (D. Held, Αθήνα, 2007,   403) και αυτό έχει επιπτώσεις σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Η παγκοσμιοποίηση των  πολυεθνικών επηρεάζει βαθύτατα την μακροοικονομική πολιτική, μετατοπίζοντας τη  ζήτηση για εργασία σε χώρες με χαμηλό κόστος, ενώ η τεχνολογική εξέλιξη στις επικοινωνίες και τις μεταφορές διαβρώνουν τα όρια των χωριστών αγορών διεθνοποιώντας τη παραγωγή. Η διαχείριση των οικονομιών έγινε δυσκολότερη και πιο δαπανηρή, οδηγώντας στην απώλεια ελέγχου των εθνικών οικονομιών.

Σημαντικές είναι οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και στο επίπεδο της κουλτούρας. Η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος, έχουν φέρει τους πολίτες του κόσμου περισσότερο κοντά στις εξελίξεις και στη κουλτούρα των ανεπτυγμένων χωρών της δύσης. (D. Held, Αθήνα, 2007,  413) Το όνειρο του δυτικού τρόπου ζωής, απέχει πλέον ένα κλικ από το κινητό τηλέφωνο όλων.

Ο κόσμος βιώνει το κρίσιμο σημείο μετάβασης της εξουσίας σταδιακά στα χέρια του πολυεθνικού κεφαλαίου, που εξασθενεί τη δημοκρατία. Η παγκοσμιοποίηση είναι μία «διαλεκτική διαδικασία» (D. Held, Αθήνα, 2007,  421) που ανέδειξε όχι μόνο την κατανόηση μεταξύ των λαών, αλλά και τους οικονομικούς ανταγωνισμούς και τις διαφορές τους, δυσκολεύοντας την εμπέδωση της κοσμοπολίτικης δημοκρατίας που προϋποθέτει, την εμβάθυνση, τη διεύρυνση και τη κατοχύρωση των δημοκρατικών θεσμών σε μια κοσμοπολιτική βάση. (D. Held, Αθήνα, 2007,  416)

Η πολυπολιτισμικότητα και το παράδειγμα των ΗΠΑ

Στις ανεπτυγμένες χώρες η μετανάστευση προκαλεί ξενοφοβία. Ορισμένες ομάδες πιστεύουν ότι η πολυπολιτισμικότητα θα παραβιάσει τον ζωτικό εθνικό τους χώρο, εξαιτίας της «ιδέας της αυθεντικότητάς» (Taylor, Αθήνα , 2013, 189) των διαφορετικών ομάδων, που τη συνοδεύει.
Ο φόβος ωστόσο της αποδυνάμωσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας αποδεικνύεται λανθασμένος. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι δεν υπάρχουν στατιστικές διαφορές μεταξύ μεταναστών και εθνικών μειονοτήτων με τη πλειονότητα μιας εθνικής κοινότητας, ως προς την αφοσίωσή τους στις φιλελεύθερες ιδέες, μάλιστα, ακόμη και όταν οι χώρες προέλευσης τους, έχουν ελάχιστα κοινά στοιχεία με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,461)

Η πολυπολιτισμικότητα ενισχύει την αλληλεγγύη, προάγει την πολιτική σταθερότητα, οδηγώντας τις μειονότητες να υιοθετήσουν πραγματικά τους πολιτικούς θεσμούς της χώρας όπου φιλοξενούνται.
Οι επιπτώσεις της πολυπολιτισμικότητας εξαρτώνται, από το εάν οι άνθρωποι που την επικαλούνται αποδέχονται το φιλελεύθερο αναθεωρητικό και πλουραλιστικό χαρακτήρα των σκοπών της και  οι επικριτές της μετανάστευσης αυτό δεν το πράττουν. Ως εκ τούτου τότε υπάρχει ζήτημα για την ατομική ελευθερία, καθώς  η πολυπολιτισμικότηττα γίνεται συντηρητική, προσεγγίζοντας τον εθνικισμό, αντικαθιστώντας τις φιλελεύθερες αρχές  με κοινοτιστικές πολιτικές του κοινού αγαθού, στο τοπικό πλαίσιο μιας ομάδας.

Ο πολιτισμικός συντηρητισμός οδηγεί την ομάδα στο φόβο απέναντι στην ανοιχτή κοινωνία, την κινητικότητα των ανθρώπων, την ποικιλομορφία και αυτονομία του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,497)

Γίνεται λοιπόν αντιληπτή, η ανάγκη προστασίας της ελευθερίας των ατόμων εντός της ομάδας  και η  προαγωγή σχέσεων ισότητας και μη κυριαρχίας μεταξύ των ομάδων. Οι φιλελεύθεροι υπερασπιστές της πολυπολιτισμικότητας, οφείλουν να διαχωρίσουν τα  κακά μειονοτικά δικαιώματα που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα, από τα καλά που λειτουργούν συμπληρωματικά προς αυτά.
ΟΙ ΗΠΑ αποτελούν ένα πετυχημένο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολυεθνικού κοινωνικό πολιτιστικού μοντέλου που χαρακτηρίζεται από πολιτισμική πολυμορφία.

Η συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών ομάδων και πολιτισμικών μορφών ζωής με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν επιβαρύνει τη θεωρία των ατομικών δικαιωμάτων. Προκύπτει από την εξασφαλισμένη δυνατότητα ν’ αναπτύσσεται χωρίς περιορισμούς σ’ ένα πολιτισμικό κόσμο παραδόσεων, που θα  τον συνεχίσουν και μετασχηματίσουν οι εθνικές ομάδες, μεγαλώνοντας με ασφάλεια τα παιδιά τους. Οι πολιτισμοί άλλωστε επιβιώνουν μόνον όταν αντλούν τη δύναμη του αυτομετασχηματισμού τους από τη κριτική και το διαχωρισμό. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 80, 83)
Η αγγλική γλώσσα και η ταύτισή της με τις ευκαιρίες ζωής των πολιτών στις ΗΠΑ, εξέθρεψε την εθνική ταυτότητα της χώρας, η οποία ορίζεται εν μέρει εξαιτίας της κοινής ιδιότητας του μέλους σε έναν κοινωνικό πολιτισμό. Η ενσωμάτωση των πολιτών εξασφαλίζεται από την αφοσίωση του κοινού πολιτικού πολιτισμού, ο  οποίος έχει τις ρίζες και την ερμηνεία των συνταγματικών αρχών σ’ ένα κράτος δικαίου . Μιλάμε δηλ, για το ηθικό περιεχόμενο του συνταγματικού πατριωτισμού και την ουδετερότητά του δικαίου απέναντι σε όλους, που οδηγούν στην πολιτική ενσωμάτωση των πολιτών με τη συναίνεσή και συγκατάθεσή τους. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 86

Ο μονόδρομος της επιλογής της φιλελεύθερης πολυπολιτισμικής ενσωμάτωσης  

Αν και το αμερικανικό μοντέλο δεν δείχνει να είναι ακριβώς η απάντηση στο ευρωπαϊκό μεταναστευτικό πρόβλημα, ωστόσο βασικές φιλελεύθερες αρχές που το διέπουν, ήδη εφαρμόζονται ή αποτελούν τμήμα της υπό διαμόρφωση μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δυστυχώς εμπλουτίζεται με το κλείσιμο των συνόρων και την δημιουργία φρακτών.

Η Ε.Ε μολονότι αποτελεί  χαρακτηριστικό παράδειγμα «οιονεί υπερεθνικού» οργανισμού, που παρέχει ευκαιρίες και θεσπίζει νόμους οι οποίοι επιβάλλονται με τη συναίνεση τους στα κράτη μέλη, ωστόσο, στην αντίληψη περί κυριαρχίας στο εσωτερικό της, θεωρείται «νεκρή ως αδιαίρετη, απεριόριστη και αποκλειστική μορφή δημόσιας εξουσίας, ενσωματωμένης σε ένα ξεχωριστό κράτος». (D. Held, Αθήνα, 2007, 409)

Οι  περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτοπροσδιορίζουν την εθνική τους συνείδηση, όχι με την ιδέα του εδαφικού κράτους, αλλά  με αυτή του πολιτιστικού έθνους που δεν πρέπει να αλλοιωθεί ,ιδέα η οποία αποτέλεσε το υπόβαθρο ανάπτυξης εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας στο πρόσφατο παρελθόν.
Η ξενοφοβία είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στα κράτη μέλη της Ε.Ε, (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 89) που είναι πλέον προορισμός μεταναστών, ιδιαίτερα αυτών της κεντρικής Ευρώπης.

Η απόφαση της μετανάστευσης σε μία ελεύθερη και δημοκρατική χώρα λαμβάνεται κατά κανόνα για οικονομικούς λόγους.  Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι μεταξύ 1800 και 1960 σε ποσοστό 80% οι φωνασκούντες σήμερα Ευρωπαίοι, αποτελούσαν τα μεταναστευτικά κύματα στην αναζήτηση βελτίωσης των συνθηκών της ζωής τους, συμβάλλοντας μάλιστα η μετανάστευση στην βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των χωρών της Ευρώπης. (J.Habermas, 1994, Αθήνα, 96)

Η πολιτική της αναγνώρισης του μετανάστη και πρόσφυγα σ’ ένα σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος, εντάσσεται στην ίδια λογική αξίωσης της πολιτικής αναγνώρισης του χρώματος του δέρματος ή του σεξουαλικού σώματος του υποκειμένου, με τρόπο που φέρνει σε δύσκολη θέση κάποιον που επιθυμεί νε θεωρεί το χρώμα τ ή την σεξουαλική ταυτότητα, ως προσωπικές διαστάσεις του εαυτού του. (Taylor, Αθήνα , 2013,204)

Οι χώρες που δεν έχουν παράδοση υποδοχής νεοεισερχόμενων μεταναστών, συχνά είναι πιο ξενοφοβικές και επιρρεπείς  θεωρώντας τους ξένους δυνητική απειλή για την ασφάλεια τους. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,485) Το πρόβλημα για τις χώρες υποδοχής, προκύπτει όταν η επιθυμία της μετανάστευσης προσκρούει στην ετοιμότητα υποδοχής και αντοχής από μέρους τους.
Η Ε.Ε σήμερα στη προσπάθειά της ν’ ανακόψει τη μεταναστευτική παλίρροια, συνδυάζει περιοριστική πολιτική εισόδου με πολιτικές που στοχεύουν στην ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτήσεων ασύλου και πρακτική απελάσεων όσων η αίτηση έχει απορριφθεί.
Το πρόβλημα της ξενοφοβίας είναι σύνθετο, θέτοντας με τα επιτάσεως το ζήτημα της νόμιμης εισόδου σε μία χώρα, καθώς το  δικαίωμα της μετανάστευσης και η αναζήτηση καλύτερης ζωής, βρίσκει τα όρια του στο δικαίωμα μια πολιτικής κοινότητας, να διατηρήσει άθικτη την πολιτικο- πολιτιστική ταυτότητά της. (J.Habermas, 1994, Αθήνα,91)

Η επιτυχημένη ενσωμάτωση εξαρτάται ωστόσο και από την ετοιμότητα των μεταναστών να ενταχθούν στο πολιτικό πολιτισμό της νέας τους πατρίδας, χωρίς να εγκαταλείψουν τη πολιτιστική μορφή ζωής που φέρνουν μαζί τους. Ελάχιστα στοιχεία εμπειρίας των διακοσίων ετών μετανάστευσης στη δύση, συνηγορούν στο ότι οι μόνιμοι μετανάστες ή πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα να γίνουν πολίτες μιας χώρας, αποτέλεσαν απειλή για την ενότητα και τη σταθερότητα μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. (Kymlicka,W, Πόλις 2005,479)

Η ένταξη των μεταναστών άλλωστε δεν γίνεται εν μια νυκτί. Είναι μία μακροπρόθεσμη διαδικασία που λειτουργεί δια μέσου των γενεών και της διασφάλισης της συστηματικής διεύρυνσης  των κοινών θεσμών που δεν τους θέτουν σε μειονεκτική σχέση σε σχέση με τον άλλο πληθυσμό. Οι παράνομοι μετανάστες άλλωστε επιδιώκουν και αυτοί να αποκτήσουν το δικαίωμα της ιθαγενείας.
Η πολυπολιτισμικότητα χωρίς την παροχή ιθαγένειας, οδηγεί στον αποκλεισμό του πολίτη . Η πολιτική που βασίζεται στην εθελοντική επιστροφή του παρανόμου μετανάστη δεν είναι ρεαλιστική και θέτει σε κίνδυνο την ευρύτερη κοινωνία, δημιουργώντας γκέτο μεταναστών, μια κατώτερη κοινωνική τάξη χωρίς δικαιώματα, απομονωμένη με φυλετικά οικονομικά και θρησκευτικά κριτήρια.
Τα προγράμματα αμνηστίας ως ηθική απαίτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας που προκύπτει από την πολύχρονη παραμονή των μεταναστών ώστε να γίνουν πολίτες αποτελούν λύση. Οι αρχικοί όροι εισόδου τους άλλωστε σε μία χώρα, από κάποια στιγμή και έπειτα δεν ενδιαφέρουν την φιλελεύθερη δημοκρατία.(Kymlicka,W, Πόλις 2005,486)

Παράλληλα με τις πολιτικές απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη, όμως, απαιτούνται και οι θεσμοί για τη ενσωμάτωση τους σε σχέση με τη γλώσσα και την εκπαίδευση. Οι παροχές αυτών  των δικαιωμάτων βοηθούν στη δικαιολόγηση της εθνικής οικοδόμησης του κράτους και την ομαλή ένταξη των μεταναστών. Τέτοια δικαιώματα έχουν να κάνουν με την πρόσληψή τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, την στρατιωτική θητεία κ.α  Η αντίληψη της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής ολοκλήρωσης πρέπει να είναι πλουραλιστική και ανεκτική. Όσο περισσότερο τονίζονται οι πολιτιστικές διαφορές, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να εργαστούν οι ομάδες  και τα άτομα από κοινού για να καταπολεμηθεί η οικονομική ανισότητα και η διεθνής τρομοκρατία.  (Kymlicka,W, Πόλις 2005,495)

Συμπέρασμα

Η λύση στο πρόβλημα της μετανάστευσης στην Ευρώπη δεν είναι απλή υπό συνθήκες αναβίωσης εθνικισμών, ξενοφοβίας και κλεισίματος συνόρων. Μονόδρομος δείχνει η υιοθέτηση μιας φιλελεύθερης πολυπολιτισμικής μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία ανοίγει τις πόρτες στους πρόσφυγες και μετανάστες, ρυθμίζοντας τη μετανάστευση κατά το πρότυπο των δεδομένων δυνατοτήτων, που σημαίνει ότι, προφανώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη,  οι αντοχές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο μιας χώρας ή μιας ένωσης χωρών όπως η Ε.Ε.

Η διαβουλευτική δημοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποκαλύψει και ν’ αποκρούσει, τη μεροληψία, τη μονομέρεια και τα όρια συγκεκριμένων αντιλήψεων, των «βολεμένων» (D. Held, Αθήνα, 2007, 328) που συνδέονται με επιμέρους συμφέροντα. Η Ε.Ε δείχνει να είναι  το ιδεώδες πολιτικό και θεσμικό υπόστρωμα ελεύθερων πολιτών, από την παραμορφωτική επίδραση της ανισότητας της εξουσίας, του πλούτου, της μόρφωσης κ.α., όπου μπορούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να επωαστούν οι βέλτιστες πολιτικές αντιμετώπισης του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος που εξετάσαμε.

– Ο Γιάννης Αναστασίου είναι τεταρτοετής φοιτητής του ΕΑΠ στο Τμήμα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Στις εθνικές εκλογες του Σεπτεμβρίου υπήρξε ο επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στη Μαγνησία

Βιβλιογραφία
- Heywood, A., Πολιτικές Ιδεολογίες, 89-94,  κεφ. 5
- Kymlicka, W., Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας, κεφ. 6, 7, 8.
- Held, D., Μοντέλα δημοκρατίας, κεφ. 2, 9, 11.
- Taylor, Ch., Πολυπολιτισμικότητα. Εξετάζοντας την πολιτική της αναγνώρισης, Πόλις 2013.
- Habermas, J. Αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, Λιβάνης 1994
* Πρόκειται για θέμα εργασίας του ΕΑΠ, στο μάθημα  «Ευρωπαϊκές Πολιτικές Ιδεολογίες τον Εικοστό Αιώνα».

πηγή: metarithmisi.gr 
Ο τίτλος του άρθρου είναι ελαφρά προσαρμοσμένος από το blog. Ο πίνακας του Vincent van Gogh, The Parsonage at Nuenen by Moonlight, 1885, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επίσης επιλογή του blog.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Η επικίνδυνη πολυπολιτισμικότητα της Ευρώπης- Γιατί η ήπειρος αποτυγχάνει στις Μειονοτικές Ομάδες (Του Κενάν Μαλίκ)



Τι είναι αυτό που προσελκύει χιλιάδες νέους Ευρωπαίους στον τζιχαντισμό και τη βία; Τι είναι αυτό που  έκανε 4.000 ανθρώπους να ταξιδέψουν στη Συρία και να αγωνιστούν για το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ISIS); Και τι είναι αυτό που οδηγεί τους Ευρωπαίους πολίτες να συμμετάσχουν στην βάρβαρη σφαγή, σαν αυτή που παρακολουθήσαμε τον περασμένο μήνα στο Παρίσι;

Η συμβατική απάντηση είναι ότι έχουν "ριζοσπαστικοποιηθεί", μια διαδικασία μέσω της οποίας οι ευάλωτοι Μουσουλμάνοι προετοιμάζονται για την εξτρεμιστική βία από εκείνους που προασπίζονται το μίσος. Το επιχείρημα της «ριζοσπαστικοποίησης» αναλύεται σε τέσσερα στοιχεία. Το πρώτο είναι ο ισχυρισμός ότι οι άνθρωποι γίνονται τρομοκράτες, επειδή, συνήθως από θρησκευτικές πηγές, αποκτούν ορισμένες εξτρεμιστικές ιδέες. Το δεύτερο είναι ότι οι ιδέες αυτές αποκτώνται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο οι άνθρωποι αποκτούν άλλες εξτρεμιστικές ή αντιθετικές ιδέες. Το τρίτο είναι ότι υπάρχει ένας ιμάντας μεταφοράς που οδηγεί από τη σχέση «παράπονο – θρησκευτικότητα» στη σχέση «υιοθέτηση ριζοσπαστικών πεποιθήσεων – τρομοκρατία». Και το τέταρτο είναι η επιμονή ότι αυτό που κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στην απόκτηση τέτοιων ιδεών είναι ότι είναι προβληματικά ενταγμένοι στην κοινωνία.

Το θέμα είναι ότι αυτές οι υποθέσεις, που κρύβονται πίσω από τις περισσότερες  αντιτρομοκρατικές πολιτικές κάθε χώρας στην Ευρώπη, είναι λάθος.

Πολλές μελέτες δείχνουν, για παράδειγμα, ότι εκείνοι που έχουν παρασυρθεί σε ομάδες τζιχαντιστών δεν προσελκύονται απαραίτητα από φονταμενταλιστικές θρησκευτικές ιδέες. Μια μελέτη του 2008 από την Βρετανική MI5 σχετικά με τον εξτρεμισμό, που διέρρευσε στον Τύπο, παρατηρούσε ότι «αντί να είναι μάλιστα φανατικοί θρησκευόμενοι, ένας μεγάλος αριθμός των ατόμων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες δεν ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε τακτική βάση."

Υπάρχουν επίσης λίγες ενδείξεις ότι οι τζιχαντιστές αποκτούν τις ιδέες τους διαφορετικά από τα άλλα είδη ομάδων, ακόμη και αν ο μέσος νους θεωρεί πως η ιδεολογία τους προέρχεται από τους κήρυκες του μίσους και τα παρόμοια, τη στιγμή που οι άλλες ριζοσπαστικές ιδέες γεννιούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Ο Jamie Bartlett, επικεφαλής του προγράμματος «Βία και εξτρεμισμός» στο Βρετανικό
think tank «Δήμος», υποστηρίζει ότι μια τέτοιου είδους τρομοκρατία  «μοιράζεται πολλά κοινά με άλλες, ανατρεπτικές ομάδες αντικουλτούρας κυρίως οργισμένων νέων».

Ούτε υπάρχει απόδειξη μιας ευθείας διαδρομής που οδηγεί τους ανθρώπους από τις ριζοσπαστικές ιδέες στη τζιχαντιστική βία. Μια Βρετανική κυβερνητική έκθεση του 2010 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η θεωρία του «ιμάντα μεταφοράς» φαίνεται, και να παρερμηνεύει τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, και να δίνει υπερβολική σημασία στους ιδεολογικούς παράγοντες.

Και τέλος, υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι όσοι ακολουθούν τζιχαντιστικές  ομάδες είναι κάθε άλλο παρά προβληματικά ενταγμένοι, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια της ένταξης. Μια έρευνα για τους Βρετανούς τζιχαντιστές από ερευνητές στο Queen Mary College του Λονδίνου διαπίστωσαν ότι η υποστήριξη του τζιχάντ είναι άσχετη με την κοινωνική ανισότητα ή την κακή εκπαίδευση. Μάλλον, όσοι εντάχθηκαν σε ομάδες τζιχαντιστών ήταν ηλικίας 18 έως 20 ετών από πλούσιες οικογένειες που μιλούσαν αγγλικά στο σπίτι και πολλές φορές είχαν τελειώσει ένα καλό πανεπιστήμιο. Στην πραγματικότητα, «η νεότητα, ο πλούτος, και η συμμετοχή στην εκπαίδευση», όπως η μελέτη το έθεσε, «ήταν παράγοντες κινδύνου.»

Κατά μία έννοια, το επιχείρημα της ριζοσπαστικοποίησης εξετάζει την πορεία των τζιχαντιστών από πίσω προς τα εμπρός. Ξεκινά με τους τζιχαντιστές όταν βρίσκονται στο τέλος της διαδρομής, εξοργισμένοι με τη Δύση, και με μια άποψη άσπρου – μαύρου για το Ισλάμ, και υποθέτει ότι αυτοί είναι οι λόγοι που τους έκαναν έτσι. Αυτό που τραβάει τους νέους (και η πλειοψηφία των επίδοξων τζιχαντιστών είναι στην εφηβεία ή στα είκοσι και) προς τη τζιχαντιστική βία είναι μια αναζήτηση για κάτι πολύ λιγότερο ανιχνεύσιμο: για την ταυτότητα, για το νόημα, για να ανήκουν κάπου, για τον  σεβασμό. Στο βαθμό που είναι αποξενωμένοι, δεν είναι επειδή οι επίδοξοι τζιχαντιστές είναι ανεπαρκώς ενταγμένοι στην κοινωνία, με την έννοια ότι δεν μιλούν την τοπική γλώσσα ή αγνοούν τα τοπικά έθιμα ή με μικρή αλληλεπίδραση με τους άλλους στην κοινωνία. Η δική τους είναι μια πολύ πιο υπαρξιακή μορφή της αλλοτρίωσης.

Οργισμένα νειάτα

Δεν υπάρχει βέβαια τίποτα καινούριο στις εκφράσεις της αλλοτρίωσης και της αγωνίας. Η νεανική αναζήτηση ταυτότητας και νοήματος είναι κλισέ. Αυτό που διαφέρει σήμερα είναι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο συντελείται η αλλοτρίωση και η αναζήτηση. Ζούμε σε μια εποχή αυξανόμενης κοινωνικής αποσύνθεσης, στην οποία πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ιδιαζόντως αποδεσμευμένοι από τους επικρατούντες κοινωνικούς θεσμούς.

Το πραγματικό σημείο εκκίνησης για την κατασκευή ενός ντόπιου τζιχαντιστή δεν είναι η ριζοσπαστικοποίηση, αλλά αυτό το είδος της κοινωνικής αποσύνδεσης, μια αίσθηση αποξένωσης και δυσαρέσκειας από τη Δυτική κοινωνία. Επειδή έχουν ήδη απορρίψει mainstream κουλτούρα, τις ιδέες, και τους κανόνες είναι που στρέφει κάποιους Μουσουλμάνοι στην αναζήτηση για μια εναλλακτική θεώρηση του κόσμου. Δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί υποψήφιοι τζιχαντιστές είναι είτε εξισλαμισθέντες, είτε Μουσουλμάνοι οι οποίοι ανακάλυψαν την πίστη τους σχετικά πρόσφατα. Και στις δύο περιπτώσεις, η απογοήτευση για ότι άλλο προσφέρεται τους οδήγησε στο μαύρο και άσπρο ηθικό κώδικα των εξτρεμιστικών ισλαμισμού. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι αν είχαν «προδιάθεση» ή  αν υπέστησαν «κατήχηση", αλλά το ότι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα γενικά πλαίσια ηθικής και ψάχνουν για μια εναλλακτική λύση.
Η «αποσύνδεση» δεν είναι φυσικά, απλά ένα μουσουλμανικό θέμα. Υπάρχει σήμερα ευρεία απογοήτευση από την πολιτική διαδικασία, μια αίσθηση του να είσαι πολιτικά άφωνος, μια απελπισία ότι ούτε τα βασικά πολιτικά κόμματα ούτε οι κοινωνικοί θεσμοί όπως η Εκκλησία ή τα συνδικάτα φαίνεται να κατανοούν τις ανησυχίες και τις ανάγκες τους.

Όλο αυτό αναπόφευκτα διαμορφώνει το πώς οι νέοι, και όχι μόνο αυτοί της μουσουλμανικής καταγωγής, βιώνουν την αποξένωσή τους, και πώς είναι σε θέση να αντιδράσουν σε αυτό. Στο παρελθόν, τέτοια δυσαρέσκεια με την επικρατούσα τάση μπορεί να οδηγούσε τους ανθρώπους, σίγουρα στην Ευρώπη, να συμμετάσχουν σε κινήματα για πολιτική αλλαγή, από ακροαριστερές ομάδες έως τις οργανώσεις του εργατικού κινήματος σε αντιρατσιστικές εκστρατείες. Οι οργανώσεις αυτές έδωσαν στον ιδεαλισμό και την κοινωνική διαμαρτυρία πολιτική μορφή, καθώς και μηχανισμό για τη μετατροπή της δυσαρέσκειας σε κοινωνικές αλλαγές.

Σήμερα, τέτοιου είδους εκστρατείες και οι οργανισμοί μπορούν να φαίνονται εκτός επαφής ως κύρια θεσμικά όργανα. Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι γενικές ιδεολογικές διαιρέσεις που χαρακτήριζαν την πολιτική για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων διακοσίων χρόνων έχουν όλες απλά διαγραφεί. Οι  διακρίσεις μεταξύ αριστεράς και δεξιάς έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές. Η αποδυνάμωση των εργατικών οργανώσεων και των άλλων θεσμικών οργάνων, η μείωση των κολεκτιβιστικών ιδεολογιών, η επέκταση της αγοράς σε πολλές γωνίες και τις σχισμές της ζωής όλων, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας πιο κοινωνικά, κατακερματισμένης κοινωνίας.
Με τη σειρά τους, η πολιτική της ταυτότητας έχει γίνει πιο σημαντική. Ο κατακερματισμός ενθάρρυνε τους ανθρώπους να αυτοπροσδιορίζονται σε όλο και πιο στενούς εθνικούς ή πολιτισμικούς όρους. Οι δημόσιες πολιτικές που αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των μειονοτήτων έχουν βοηθήσει μόνο να επιδεινωθεί αυτή η διαδικασία. Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι, πολλοί σχολιαστές επέμειναν ότι τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης πρέπει να βρίσκονται με τη γαλλική κοινωνική πολιτική «αφομοίωσης» που, όπως ισχυρίζονταν, είχε αποτύχει να ενσωματώσει τους μουσουλμάνους και είχε δημιουργήσει μια πιο διαιρεμένη κοινωνία. Οι κοινωνικές πολιτικές που θα ελάμβαναν περισσότερο υπόψη την πολυμορφία της γαλλικής κοινωνίας, ισχυρίζονταν, θα είχαν υπηρετήσει καλύτερα τη Γαλλία.

Άλλοι απάντησαν ότι δεν είχε νόημα να κατηγορούμε τη Γαλλική κοινωνική πολιτική. Το Βέλγιο, και ειδικότερα η περιοχή των Βρυξελλών, Molenbeek, έχει γίνει ένα φυτώριο για τζιχαντιστές, ακόμη και αν η Βελγική κοινωνική πολιτική είναι πιο πολυπολιτισμική από αφομοιωτική. Ούτε το να δείχνεις με το δάχτυλο τη Γαλλική κοινωνική πολιτική εξηγεί τις ρίζες της ντόπιου τζιχαντισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ήταν στο Λονδίνο που οι πρώτοι βομβιστές αυτοκτονίας της Ευρώπης σκότωσαν 52 ανθρώπους με τις επιθέσεις το 2005 στο σύστημα μεταφορών της πόλης. Τρεις από τους τέσσερις βομβιστές είχαν γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο άλλος είχε μεγαλώσει από παιδί εκεί.

Η διαμάχη για την αφομοίωση έναντι της πολυπολιτισμικότητας δεν είναι νέα. Για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, Γάλλοι πολιτικοί και υπεύθυνοι  είχαν καταδικάσει τη Βρετανία για την πολυπολιτισμική της προσέγγιση, προειδοποιώντας ότι οι πολιτικές αυτές ήταν διχαστική και αποτύγχαναν να δημιουργήσουν ένα κοινό σύνολο αξιών ή την αίσθηση του έθνους. Ως εκ τούτου, όπως ισχυρίστηκαν, πολλοί μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον ισλαμισμό και στη βία. Τώρα, πολλές από τα ίδιες κατηγορίες απευθύνονται προς τη Γαλλική κοινωνική πολιτική.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Και οι δύο πλευρές είναι, σε κάποιο βαθμό, σωστές. Η κοινωνική πολιτική της Γαλλίας είναι προβληματική, και έχει συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο διχαστικής κοινωνία. Αλλά, ακόμα κι έτσι, έχουν πολυπολιτισμικές πολιτικές. Εδώ και πολύ καιρό οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μιλάνε για τις διαφορές μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, αλλά αγνοούν τις ομοιότητες.

Οι Βρετανοί πολιτικοί διαβλέπουν το έθνος τους ως «την κοινότητα των κοινοτήτων», σύμφωνα με όσα λέει η  σημαντική έκθεση Parekh για την πολυπολιτισμικότητα που δημοσιεύθηκε το 2000. Αλλά με αυτόν τον τρόπο, έτειναν να αντιμετωπίζουν τις μειονοτικές κοινότητες σα να ήταν μια διαφορετική, μοναδική, ομογενής, και αυθεντική ως σύνολο, αποτελούμενη από ανθρώπους που μιλούν με μία φωνή και με ενιαία άποψη για τον πολιτισμό και την πίστη. Με άλλα λόγια, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής δέχθηκαν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μια ποικιλόμορφη κοινωνία, αλλά προσπάθησαν να διαχειριστούν αυτή τη διαφορετικότητα, βάζοντας τους ανθρώπους σε εθνοτικά και πολιτισμικά κουτιά, τα οποία στη συνέχεια, χρησίμευσαν για να καθορισθούν οι ανάγκες και τα δικαιώματα των ατόμων μέσα τους. Συχνά αποδέχθηκαν τις πιο συντηρητικές, συχνά θρησκευτικές, εικόνες σαν τις αυθεντικές φωνές των μειονοτικών ομάδων. Αντί να εμπλακούν άμεσα με τις μουσουλμανικές κοινότητες, οι βρετανικές αρχές με αποτελεσματικότητα μεταβίβασαν την ευθύνη στους  επονομαζόμενους «ηγέτες της κοινότητας».

Η συνέπεια ήταν ακόμη μεγαλύτερος κατακερματισμός και μια πιο τοπικιστική άποψη για το Ισλάμ. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι οι περισσότεροι από εκείνους που τους τράβηξε το τζιχάντ είναι το ίδιο αποκομμένοι από τις μουσουλμανικές κοινότητες όσο είναι και από τις δυτικές κοινωνίες. Οι περισσότεροι απεχθάνονται τα ήθη και τα έθιμα των γονέων τους και διαθέτουν λίγο χρόνο για τις ευρύτερα αποδεκτές, και υπό την αιγίδα του κράτους, μορφές του Ισλάμ. Μερικοί οδηγούνται στον ισλαμισμό, ο οποίος φαίνεται να παρέχει μία αίσθηση ταυτότητας που δε βρίσκουν ούτε στο βασικό κορμό της κοινωνίας, ούτε στο ευρύτερα αποδεκτό Ισλάμ. Στους περιθωριο,η δυσαρέσκεια διοχετεύεται στο τζιχάντ. Κατασταλαγμένοι σε ιδέες και αξίες άσπρου - μαύρου, κάποιοι καταλήγουν να διαπράττουν πράξεις τρόμου και να προβάλλουν αυτές τις πράξεις ως μέρος μιας υπαρξιακής πάλης ανάμεσα στο Ισλάμ και τη Δύση.
Η ειρωνεία είναι ότι η Γαλλική κοινωνική πολιτική, οι οποία ξεκινά από ένα πολύ διαφορετικό σημείο, καταλήγει στο να δημιουργεί πολλά από τα ίδια προβλήματα. Η Γαλλία είναι η πατρίδα περίπου πέντε εκατομμυρίων Γάλλων πολιτών βορειοαφρικανικής καταγωγής. Μόλις το 40% θεωρούν τους εαυτούς τους πιστούς μουσουλμάνους, και μόνο ένας στους τέσσερις παρακολουθούν την προσευχή της Παρασκευής. Ωστόσο Γάλλοι πολιτικοί, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι τους βλέπουν όλους ως μουσουλμάνους. Πράγματι, οι υπουργοί της κυβέρνησης, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι μιλάνε συχνά για τα «πέντε εκατομμύρια μουσουλμάνους» της Γαλλίας.  Η μόδα του να αποκαλούνται οι Βορειοαφρικανοί, «Μουσουλμάνοι» είναι σχετικά πρόσφατη. Στη δεκαετία του 1960 και του 1970 μπορεί να περιγραφόντουσαν beur ή arabe (που σημαίνει κάποιος από τη Βόρεια Αφρική ή την Αραβία, αντίστοιχα), αλλά σπάνια Μουσουλμανοι. Οι μετανάστες της Βόρειας Αφρικής σίγουρα δεν αυτοπροσδιορίζονται ως μουσουλμάνοι. Ήταν κυρίως κοσμικοί, συχνά εχθρικοί προς τη θρησκεία.

Η στροφή προς τη σύνδεση της Βόρειας Αφρικής με το Ισλάμ είναι αποτέλεσμα τόσο της μεγαλύτερης διάρρηξη της γαλλικής πολιτικής κατά τα τελευταία χρόνια όσο και της αυξανόμενης αντίληψης του Ισλάμ ως μια υπαρξιακή απειλή για τη Γαλλικό-δημοκρατικής παράδοση. Οι  Γάλλους πολιτικοί, σαν τους πολιτικούς όλης της Ευρώπης, αντιμετωπίζουν ένα κοινό ολοένα και πιο δύσπιστο και απόμακρο από τους βασικούς κοινωνικούς θεσμούς. Και, σαν τους πολιτικούς στην Ευρώπη, έχουν προσπαθήσει να κατευνάσουν αυτήν την εχθρότητα και την αγανάκτηση με την ενδυνάμωση της έννοιας της κοινής Γαλλικής ταυτότητας. Συχνά εξ αιτίας της δυσκολίας να διατυπώσουν με σαφήνεια τις ιδέες και τις αξίες που χαρακτηρίζουν το έθνος, έχουν αντίθετα καταφύγει στο να προδιορίζουν ποιοι δεν είναι Γάλλοι, αντί του ποιοί είναι. Σε αυτή την περίπτωση, το Ισλάμ είναι το "άλλο" εναντίον του οποίου ορίζεται η γαλλική ταυτότητα.

«Τι είναι αυτό που, στη Γαλλία του σήμερα»,ρωτά ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Karim Miské, «ενώνει τον ευσεβή Αλγερινό συνταξιούχο εργάτη, τον άθεο σαν και μένα Γαλλο-Μαυριτανό σκηνοθέτη, τον τραπεζικό υπάλληλο Φουλάνι Σούφι από το Mantes-la-Jolie, την Βουργουνδή κοινωνική λειτουργό που προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ, και τον αγνωστικιστή νοσοκόμο, ο οποίος ποτέ δεν έχει πατήσει το πόδι του στο σπίτι των παππούδων του στην Oujda; Τι μας ενώνει, αν όχι το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που μας σκέπτεται ως μουσουλμάνους;»

Κατ 'αρχήν, οι Γαλλικές αρχές απέρριψαν την πολυπολιτισμική προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου. Στην πράξη όμως αντιμετωπίζουν τους Βόρειοαφρικανούς μετανάστες και τους απογόνους τους με ένα πολύ «πολυπολιτισμικό» τρόπο, ως μια ενιαία κοινότητα που ζει δίπλα σε μιαν άλλη κοινότητα.

Η ειρωνεία είναι ότι ο Βορειοαφρικανικός πληθυσμός της Γαλλίας είναι κατά κύριο λόγο κοσμικός, ακόμη και οι εν ενεργεία μουσουλμάνοι είναι σχετικά φιλελεύθεροι στις απόψεις τους. Σύμφωνα με μελέτη του 2011 από το Institut Français d'Γνώμη Publique, 68% των γυναικών που τηρούν τη θρησκεία ποτέ δεν φορούν τη μαντίλα. Λιγότερο από το ένα τρίτο των εν ενεργεία μουσουλμάνων θα απαγόρευαν στις κόρες τους παντρευτούν έναν μη -μουσουλμάνο. 81% δέχονται ότι οι γυναίκες θα πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα στο διαζύγιο, το 44% δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη συμβίωση, το 38%υποστηρίζει το δικαίωμα στην άμβλωση, και 31% των εγκρίνει το σεξ πριν το γάμο. Η ομοφυλοφιλία είναι το μόνο θέμα για το οποίο υπάρχει μια πλειοψηφική συντηρητική στάση: το 77% των εν ενεργεία μουσουλμάνων την αποδοκιμάζουν.

Πολλοί στην δεύτερη γενιά των Βορειο-αφρικανικών κοινοτήτων είναι, ακριβώς όπως και οι ομόλογοί τους στη Βρετανία ή το Βέλγιο, αποξενωμένοι από την κουλτούρα και τα ήθη των γονέων τους, και από το επικρατούν Ισλάμ, όπως είναι από την ευρύτερη Γαλλική κοινωνία. Και μερικοί, όπως και αλλού στην Ευρώπη, βρίσκουν το δρόμο τους, σε ένα πιο σκοτεινό, πιο έντονο, πιο φυλετικό όραμα του Ισλάμ. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Cherif Kouachi, που ήταν ο εγκέφαλος τη σφαγής του Charlie Hebdo στο Παρίσι τον Ιανουάριο. Ανατράφηκε στο Gennevilliers, ένα βόρειο προάστιο του Παρισιού, με περίπου 10.000 ανθρώπους Βορειοαφρικανικής καταγωγής. Έχει σπάνια παρακολουθήσει τζαμί, και φάνηκε να μην είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενος, αλλά οδηγήθηκε από μια αίσθηση κοινωνικής αποξένωσης. Ανήκε, σύμφωνα με το Mohammed Benalí, πρόεδρο του τοπικού τζαμιού, σε μια «γενιά που αισθάνθηκε αποκλεισμούς, διακρίσεις, και πάνω απ 'όλα, ταπεινώσεις. Μιλούσαν και αισθανόντουσαν Γαλλικά, αλλά θεωρήθηκαν Άραβες. Βρισκόντουσαν σε μια πολιτισμική σύγχυση».

ΔΙΑΛΥΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Η ιστορία του Kouachi δε διαφέρει τόσο από εκείνη του Mohammad Sidique Khan, ηγέτη των βομβιστικών επιθέσεων της 7ης Ιουλίου στο Λονδίνο. Ούτε διαφέρει τόσο από την ιστορία του Abdelhamid Abaaoud, του ιθύνοντος νου των επιθέσεων του Παρισιού. Ο Abaaoud μεγάλωσε στην Molenbeek, το γκέτο των Βρυξελλών που έχει γίνει συνώνυμο της φτώχειας, της ανεργίας, και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Ο Abaaoud συμμετείχε ωστόσο σε ένα από τα κορυφαία σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Βελγίου, το Saint-Pierre d'Uccle. Εγκατέλειψε το σχολείο και σταμάτησε να επισκέπτεται το τοπικό τζαμί, όπως έκανε και ο στενός φίλος του Salah Abdeslam, άλλος ένας από τους ενόπλους του Παρισιού. Οι ιμάμηδες ήταν πολύ βυθισμένοι για τα γούστα τους στην παράδοση. «Έτσι κοιτάξανε αλλού», λέει ο Olivier Vanderhaegen, ο οποίος εργάζεται σε ένα τοπικό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας.

Η κοινωνική πολιτική στο Βέλγιο, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο την προώθηση της ολοκλήρωσης είναι τελείως διαφορετικές. Αυτό που έχουν όμως κοινό είναι ότι όλοι έχουν συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο εύθραυστης κοινωνία, και όλες συνέβαλαν στο να εδραιωθεί ένα στενότερο όραμα του «ανήκειν» και της ταυτότητας. Ούτε οι αφομοιωτικές, ούτε οι πολυπολιτισμικές πολιτικές είναι που δημιούργησαν τον Ισλαμισμό ή το Τζιχαντισμό. Αυτό που έχουν κάνει είναι να συμβάλουν στη δημιουργία χώρου για να ανθήσει ο Ισλαμισμός, και να διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια σε τζιχαντισμό.

Πηγή: foreignaffairs.com Σε απόδοση από τα Αγγλικά από εμένα


Το άρθρο αυτό δε μπορώ να πω ότι με εκφράζει συνολικά. Για την ακρίβεια έχω δυο βασικές ενστάσεις:

Η πρώτη είναι ότι είναι αφόρητα συντηρητικό, με την έννοια ότι ρίχνει όλο το φταίξιμο στη σημερινή κοινωνία, η οποία έχει κατακερματισθεί και δημιουργεί κρίσιμα κενά ταυτότητας στη νέα γενιά, και που η οποία νέα γενιά, για να τα καλύψει, στρέφεται στον εξτρεμισμό. Πράγματα δηλαδή που λέγαν οι μπαμπάδες μας, (σε κάποιους οι παπούδες) για να ερμηνεύσουν τελείως σχηματικά το πρόβλημα της αριστερίστικης τρομοκρατίας της δεκαετίας του 70.



Η δεύτερη ένσταση είναι ότι, όπως και στην περίπτωση της προαναφερθείσας δεκαετίας του 70, δεν κάνει καθόλου λόγο για τα οποιαδήποτε κέντρα προσηλυτισμού, καθοδήγησης, αλλά και χρηματοδότησης, των εξτρεμιστικών πυρήνων. Ειδικά στην περίπτωση του τζιχαντισμού τα αρνείται και τα απορρίπτει ως ψευδείς κατηγορίες, αρνούμενο στην πράξη να παραδεχθεί οποιαδήποτε διασύνδεση του Ισλαμικού Κράτους, ή και άλλων Ισλαμιστικών εξτρεμιστικών ομάδων με τον ευρωπαϊκό τζιχαντισμό. Ο τελευταίος για το συγγραφέα δεν είναι παρά ένα νεανικό λάθος για το οποίο φταίει η κατακερματισμένη κοινωνία και οι αλλοπρόσαλλες πολιτικές ενσωμάτωσης του Μουσουλμανικού στοιχείου στις δυτικές κοινωνίες. Αυτή τη θεώρηση προσωπικά δε μπορώ να τη δεχθώ.



Παρόλα αυτά παραθέτω το άρθρο γιατί έχει ένα δομημένο λόγο, και κάποια στοιχεία που αξίζει να ληφθούν σοβαρά υπ΄όψη σε σχέση με την κοινωνική προέλευση και ηλικιακή σύνθεση των Ευρωπαίων Τζιχαντιστών.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ένοχες Λέξεις (της Βάσως Κιντή από το Protagon)

Πριν λίγες εβδομάδες διαβάζαμε με χαρά, ικανοποίηση και θαυμασμό τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης του Καναδά, μιας κυβέρνησης που περιλαμβάνει στους κόλπους της πολιτικούς από όλες τις ομάδες και τις εθνότητες που συμβιώνουν αρμονικά και αποτελούν το Καναδικό έθνος: γυναίκες και άνδρες, ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους, παραπληγικούς, αυτόχθονες, Ινδούς, αγγλόφωνους, γαλλόφωνους, χριστιανούς, μουσουλμάνους, Σιχ, νέους, ηλικιωμένους, επιχειρηματίες, επιστήμονες, κλπ.

Τα τραγικά γεγονότα στο Παρίσι μάς έκαναν με μιας να γυρίσουμε την πλάτη μας σ’ αυτές τις «πολυτέλειες» και να βρούμε τις ένοχες λέξεις: «πολιτική ορθότητα» και «πολυπολιτισμικότητα».  Η βαρβαρότητα στόχευσε και χτύπησε εκτός από τα τραγικά θύματα, εύθραυστες απόπειρες και κατακτήσεις. Τις κλόνισε γιατί έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε μανιχαϊστικά, μαύρο-άσπρο. Και σκεφτόμαστε μανιχαϊστικά γιατί δεν έχουμε τις έννοιες και τις λέξεις για να σκεφθούμε πιο σύνθετα, κάνοντας λεπτότερες διακρίσεις. Και ο λόγος που το κάνουμε αυτό είναι γιατί δεν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε και να λύνουμε προβλήματα (που είναι πάντα σύνθετα), αλλά να βρίσκουμε γρήγορα εχθρούς που μπορούμε με την άνεση της άγνοιάς μας να κατατροπώνουμε.

Σίγουρα υπάρχουν στιγμές που δεν σηκώνουν λεπτές διακρίσεις. Οταν υπάρχει πόλεμος προέχει το κύριο. Και το κύριο αυτήν την στιγμή είναι να ηττηθεί η ισλαμική τρομοκρατία. Και παρότι à la guerre comme à la guerre, επειδή αυτός δεν είναι ένας συμβατικός πόλεμος που μπορεί να λήξει σε τρεις ή σε επτά μέρες, ας μην υποχωρούμε από τα δικά μας οχυρά, κι ας μην εθελοτυφλούμε μπροστά στα προβλήματα.

Ποια είναι τα προβλήματα; Οτι οι κοινωνίες μας σήμερα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης, πολύ περισσότερο από ποτέ (διότι πάντα ήταν), είναι πολυπολιτισμικές. Και είναι έτσι διότι οι μαζικές μετακινήσεις είναι πιο εύκολες, οι ανισότητες και οι αδικίες στον πλανήτη ακόμη μεγάλες, οι πόλεμοι και οι καταστροφές δεν έχουν εξαλειφθεί (και ούτε πρόκειται). Αν θέλαμε να μιλήσουμε με όρους ανθρώπινης φύσης (που δεν ενδείκνυται γενικώς), θα λέγαμε ότι είναι στη φύση μας να περιπλανιόμαστε, να αλλάζουμε τόπο κατοικίας. Από περιέργεια, από ανάγκη, από διωγμούς.
Οι κοινωνίες γίνονταν ομοιογενείς, κατά το δυνατόν, δια της κάθαρσης (βίαιας ή ήπιας) ή του αποκλεισμού, είτε αυτός ήταν κοινωνικός, ταξικός, εθνικός, φυλετικός. Όταν οι περιθωριοποιημένες και αποκλεισμένες ομάδες, οι μαύροι, οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι, οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, οι αυτόχθονες και οι μετανάστες διεκδίκησαν μια φωνή και μια θέση στο προσκήνιο, όχι απαιτώντας προνόμια όπως αφελώς ή εμπαθώς λέγεται, αλλά αμυνόμενοι απέναντι στο κράτος που τους αδικούσε και τους έριχνε στο σκοτάδι και τη σκιά (στην καλύτερη περίπτωση), αναδείχθηκαν αντιθέσεις που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Κι αντί να αντιμετωπιστούν με τα όπλα άρχισε μια δύσκολη και εύθραυστη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν με τον λόγο. Με διαπραγματεύσεις, αντιπαραθέσεις, διαβούλευση, θεωρία και πολιτικές που σχεδιάζονται, δοκιμάζονται και υλοποιούνται. Ο Καναδάς είναι μια τέτοια χώρα.

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι υποκρισία, ούτε η πολυπολιτισμικότητα σημαίνει «μπάτε σκύλοι αλέστε» και «όλα επιτρέπονται». Οι λέξεις δεν είναι απλές, εναλλάξιμες, επιπόλαιες ταμπέλες σε ήδη δεδομένα πράγματα. Το πώς θα σε αποκαλέσει κάποιος έχει μεγάλη σημασία για την ταυτότητά σου και την αυτοεκτίμησή σου, για το πώς σε βλέπουν οι άλλοι, πώς σε βλέπει η κοινωνία στην οποία ζεις. Οι γυναίκες μέχρι πολύ πρόσφατα είχαν μόνο το όνομα του συζύγου τους, οι αφρο-αμερικανοί ήταν niggers. Με την πολιτική ορθότητα έγιναν υπερβολές, ακόμη και γελοιότητες. Ομως ευαισθητοποιήθηκαν ολόκληρες κοινωνίες και συμβιώνουν  με μεγαλύτερο συγκριτικά σεβασμό, αμοιβαία γνώση, ευγένεια και αλληλοεκτίμηση. Μα με την «ετικέτα» και τους καλούς τρόπους, θα έλεγε μία αντίρρηση, δεν λύνονται τα προβλήματα. Ναι, δεν λύνονται όλα πράγματι, αλλά ξεχνάμε ότι ο πολιτισμός όπως έλεγε κι ο Conrad, δεν είναι παρά μια λεπτή κρούστα λάβας που έχει ελάχιστα ψυχθεί και που μπορεί ανά πάσα στιγμή να σπάσει και να αφήσει να ξεχυθεί στην επιφάνεια το ζεστό μάγμα του ηφαιστείου των παθών. Αυτή η κρούστα στερεοποιείται, όσο γίνεται, και με τις συμβατικότητες και τους κανόνες κοινωνικής συναναστροφής.

Η πολυπολιτισμικότητα, που κάποιοι για να τη δαιμονοποιήσουν ευκολότερα τη διακρίνουν από τον πλουραλισμό, δεν είναι παρά η αναγνώριση ότι οι διάφορες αξίες, που μπορεί να συνδέονται με διαφορετικές κουλτούρες, δεν ενοποιούνται και δεν συγκλίνουν όλες σε έναν ενιαίο κανόνα. Οχι μόνο μπορούν έλλογα υποκείμενα να διαφωνούν για το πώς πρέπει να κατανοούν και να φθάσουν το αγαθό και το δίκαιο, αλλά, όπως έχει υποστηρίξει και ο Αϊζάια Μπερλίν, οι ίδιες οι αξίες μας μπορεί να είναι μεταξύ τους ασύμβατες, ακόμη και στο στήθος ενός μόνο υποκειμένου. Κι αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι κάποιες είναι αληθείς και οι άλλες ψευδείς, κάποιες σωστές και οι άλλες λάθος. Σημαίνει ότι αυτή η ασυμβατότητα, αυτός ο μη αναγώγιμος πλουραλισμός των αξιών και των πολιτισμών είναι σήμερα γεγονός απαράκαμπτο. Δεν μπορούμε να το προσπεράσουμε σαν να μην συμβαίνει ή προσπαθώντας δια της βίας να επιβάλουμε ορισμένες αξίες πάνω στις υπόλοιπες.
Και τι θα γίνει; Θα αφεθούμε σε έναν αχαλίνωτο σχετικισμό όπου όλα είναι ανεκτά, όλα επιτρέπονται, όπου δεν μπορούμε να επικρίνουμε κανέναν; Σε τέτοια αδιέξοδα καταλήγουν μόνο όσοι μεταμοντέρνοι δεν είναι παρά η άλλη όψη των απολυτοκρατών. Οι απολυτοκράτες πιστεύουν ότι υπάρχει μόνο ένας απόλυτος, καθολικής ισχύος κανόνας ορθών αξιών. Κι όταν διαπιστωθεί πως δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο (αν επισημανθεί π.χ., ότι συχνά αυτές που προβάλλονται ως καθολικές αξίες δεν είναι παρά όσες ηγεμονεύουν συγκυριακά αντλώντας από εκεί το εικαζόμενο καθολικό κύρος τους), τότε είτε απελπίζονται παραιτούμενοι από κάθε κρίση (judgment) είτε οχυρώνονται πίσω από μια μερική ταυτότητα κλεισμένοι στην αυτάρκεια, αυταρέσκεια και τις παρωπίδες της μερικότητάς τους, είτε παραδίδονται στις συνέπειες μια δυναμικής αναμέτρησης ισχύος.

Ομως, για να μην μιλάμε αφηρημένα, οι σημερινές δημοκρατίες, παρά την παγκοσμιοποίηση, στηρίζονται ακόμη –και καλώς- στο έθνος-κράτος που διατηρεί στενούς δεσμούς ανάμεσα στα μέλη του προσφέροντας στους πολίτες μία μεστή ταυτότητα με ιστορία, παραδόσεις, έθιμα, πιο πλούσια από την αφηρημένη ταυτότητα ενός ουδέτερου ατόμου. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες αυτών των εθνών-κρατών που βρίσκονται πάντα σε πορεία οικοδόμησης υπάρχουν πλειοψηφίες, υπάρχουν νόμοι και διαδικασίες διαβούλευσης. Με αυτές τις διαδικασίες, που αναθεωρούνται και μεταβάλλονται, αλλάζουν οι πλειοψηφίες και οι νόμοι, εμπλουτίζονται οι αξίες και οι αρχές. Δεν υπάρχουν αμιγείς αξίες του δικού μας πολιτισμού που είναι προσαρτημένες σε μία αναλλοίωτη διαχρονική οντότητα και οι οποίες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες στον χρόνο. Οι ίδιες οι έννοιες μεταβάλλονται, οι αξίες διαφοροποιούνται, τα όρια των πολιτισμών συγχέονται και επαναχαράσσονται διαρκώς. Σ’ αυτές τις δημοκρατίες ανοικτών εθνικών κρατών, οι κοινωνίες μελετούν και εφαρμόζουν πολιτικές για την αντιμετώπιση των διαφορών. Η εξομοίωση προϋποθέτει αφαίρεση: αφαιρείς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για να εξομοιώσεις –κι αυτό μπορεί να γίνει και με τη βία. Η αναγνώριση των διαφορών, δηλαδή των ιδιαιτεροτήτων, φέρνει άλλα προβλήματα (αντιθέσεις και ανταγωνισμούς), αλλά φέρνει και πλούτο, αυτόν τον πλούτο των διαφορών που μας συναρπάζει σε πόλεις όπως είναι το Παρίσι ή η Νέα Υόρκη: τη συνύπαρξη και τη μίξη στη συγκατοίκηση, στις ανθρώπινες σχέσεις, στη μουσική, στο φαγητό, στο ντύσιμο, στην τέχνη. 
Οσες δημοκρατίες είναι ώριμες και σοβαρές δεν ξορκίζουν τα προβλήματα αναδιπλούμενες σε παραμυθητικές αυταπάτες ή κατασκευάζοντας εχθρούς, αλλά καταπιάνονται με αυτά και προσπαθούν να τα αντιμετωπίσουν. Δοκιμάζουν πολιτικές, π.χ., της ενσωμάτωσης (το χωνευτήρι –melting pot- της Αμερικής παλαιά), της διακριτής συνύπαρξης και ομοσπονδιοποίησης (της μακεδονικής σαλάτας), της διαπραγμάτευσης για αυτονομία. Χρησιμοποιούν τα «όπλα» που έχουν για να δυναμώσουν το πολίτευμά τους και τις κοινωνίες τους και τα όπλα για να αντιμετωπίσουν εισβολείς και εχθρούς. Επιλέγουν εκπαιδευτικές και φορολογικές πολιτικές, υιοθετούν νέα νομοθεσία για τους θεσμούς, τη γλώσσα, τα δικαιώματα. Φροντίζουν να μελετούν την ιστορία τους, να την επανερμηνεύουν, να την αναθεωρούν και να την εμπλουτίζουν, να καλλιεργούν τη σύνθετη κουλτούρα τους, να τονίζουν εκείνα τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς τους που τους κάνουν να αισθάνονται δυνατοί και περήφανοι.

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τους τζιχαντιστές και την ισλαμική τρομοκρατία; Τι δουλειά έχουν οι δικές τους βαρβαρότητες με την πολιτική ορθότητα, την πολυπολιτισμικότητα και τον πλουραλισμό; Οι τρομοκράτες και οι τρομοκρατικές πρακτικές δεν είναι μέρος αλλά εχθρός της πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Απειλούν τις δημοκρατίες μας γι’ αυτό ακριβώς που είναι, ανεκτικές, πολυπολιτισμικές, διαβουλευτικές, κι εμείς θα απαρνηθούμε αυτές ακριβώς τις κατακτήσεις μας υποτασσόμενοι στις δικές τους απειλές; Εμείς πιστεύουμε ότι παρ’ όλα τα πολλά στραβά και τις αδικίες που έχουν οι κοινωνίες μας βαδίζουμε έναν δρόμο που γενικά μας ικανοποιεί (ας μην σταθούμε ειδικά στην Ελλάδα). Γι’ αυτό δεν σηκωνόμαστε να φύγουμε από τη «Δύση». Ακόμα και οι πιο αδικημένοι δεν θα προτιμούσαν μαζικά να ζουν κάπου αλλού. Έχουμε τις διαδικασίες για να μελετάμε τα προβλήματα, να κάνουμε κριτική, να τις αλλάξουμε και να τις βελτιώσουμε. Δεν είναι εύκολο και παίρνει χρόνο. Και δεν συμφωνούμε μεταξύ μας για τις αλλαγές –ποιες να είναι και πότε να γίνουνε. Άλλοι είναι συντηρητικοί, άλλοι σοσιαλιστές, άλλοι φιλελεύθεροι, οικολόγοι, κλπ. κι αυτό είναι καλό γιατί, όταν αποφασίζουμε, κάποιοι βιάζονται περισσότερο και κάποιοι κρατούν αντιστάσεις κι έτσι βαδίζουμε κατά το δυνατόν όλοι μαζί μειώνοντας το ρίσκο μιας αυθαίρετης και απερίσκεπτης κίνησης.

Η υπεράσπιση των αξιών μας, αυτών που υιοθετούμε μέσα στις αντιθέσεις και την ετερότητα που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες μας, είναι καθήκον μας, όρος για την ύπαρξη και τη συνύπαρξή μας. Δεν θα απολογηθούμε γι΄ αυτό. Δεν είναι ορθό να τις διαδίδουμε με μέσα αθέμιτα. Αλλά, η αυτοάμυνα τόσο για τα άτομα όσο και για τις κοινωνίες δεν είναι απλώς ηθικά θεμιτή. Είναι επιβεβλημένη.

πηγή: www.protagon.gr