Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Κούτσα – κούτσα… φτάνουμε στα μέτρα μας. Και ύστερα, τι; (του Κωνσταντίνου Σοφούλη από τη "Μεταρρρύθμιση" )

Μήπως ήλθε η ώρα που η κοινωνία μας χρειάζεται ψυχολογική προετοιμασία για την νέα της κατάσταση περισσότερο από κατά συνθήκη ψεύδη για το ξεπέρασμα της κρίσης; Μήπως αναπόφευκτο καθήκον των δημοκρατών είναι να προετοιμάσουν για την αλήθεια της συντριβής τους πολίτες, που μέχρι τώρα βαυκαλίζουν με ελπίδες για σύντομη ανάρρωση; Βάζω το ερώτημα από μια πλευρά κοινωνικής αισιοδοξίας και όχι απελπισίας. Γιατί, ύστερα από μια τραγωδία, η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με νέες φιλοδοξίες μόνο αν πιστέψουμε σε ένα νέο όραμα ξεπερνώντας το πένθος για την απώλεια του παλιού. Δεν ωφελεί να συνεχίζουμε τον θρήνο για τον χαμένο παράδεισο. Καιρός να φτιάξουμε τον δρόμο για έναν νεώτερο και ανθεκτικότερο.

Με απλή αριθμητική και χωρίς να χρειάζονται εκζητημένα μακροοικονομικά μοντέλα, η κοινή λογική έλεγε το 2010 ότι η χώρα μας, χρεοκοπώντας, θα έπεφτε αναπόφευκτα σε μια καινούργια γραμμή εκκίνησης που θα ήταν περίπου 25% κατώτερη από το ΑΕΠ της στιγμής της χρεοκοπίας. Ήταν φανερό ότι αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα από τον συνδυασμό της μείωσης της εθνικής ζήτησης (δαπάνης) από την διακοπή του εξωτερικού δανεισμού με τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή που αυτή θα ενεργοποιούσε. Η κατάσταση εξελίσσεται κάπως χειρότερα. Φαίνεται ότι το νέο επίπεδο εκκίνησης μπορεί να είναι τελικά έως και 30% κατώτερο. Εκεί έπεσαν έξω οι υπολογισμοί του ΔΝΤ σε ότι αφορά τις επιπτώσεις του αρνητικού πολλαπλασιαστή. Δεν είχε αντιληφθεί την λειτουργική «ταυτότητα» της ελληνικής κοινωνίας/οικονομίας και είχε υπολογίσει τους συντελεστές του πολλαπλασιαστή με όρους οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, ενώ η ταυτότητα της ελληνικής οικονομίας είχε έντονα χαρακτηριστικά σοβιετικού κρατισμού. Γιαυτό η κατάρρευσή μας μοιάζει περισσότερο με την κατάρρευση των πρώην λαϊκών δημοκρατιών και της τέως σοβιετίας, παρά με την κρίση χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Το πολιτικό σύστημα –σύσσωμο- έδειξε εξ αρχής την ανεπάρκειά του να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο και ως εκ τούτου την ανικανότητά του να προτείνει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα ανάταξης της χρεοκοπημένης κοινωνίας μας (κοινωνίας μας, επαναλαμβάνω). Εύλογο. Γιατί πώς να καταλάβει κάποιος τη ζημιά που επί τόσο χρόνια απεργάζονταν; Εκτός αν εξαπατούσε γνωρίζοντας την αλήθεια. Οι μεν κυβερνήσεις με τις λαϊκίστικες πολιτικές τους, η δε αριστερά με την πλειοδοσία της στις πολιτικές αυτές προς την χρεοκοπία κατέτειναν. Σε ότι αφορά το σημείο αυτό, δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι το «σύστημα» δεν αντιλήφθηκε την κατάσταση. Μιλώντας εκτός δημοσιότητας με σημαίνοντας παράγοντες όλων των παρατάξεων, εύκολα διαπίστωνε κανείς εξ αρχής, ότι δεν ήταν ανίκανοι να καταλάβουν την απλή αριθμητική του προβλήματος. Τότε, γιατί δεν το έλεγαν δημοσίως ώστε να μη δημιουργούν δεύτερη φάση λαϊκιστικών προσδοκιών τις οποίες πληρώνουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή όσο και κυνική: Η ανειλικρίνεια ήταν στοιχείο της αποτυχίας τους που οδήγησε στην χρεοκοπία, δηλαδή ήταν δομικό στοιχείο της πολιτικής τους κουλτούρας, το οποίο δεν μπορούσαν να υπερβούν τώρα. Πώς τώρα θα είχαν τα μούτρα να ομολογήσουν απερίφραστα το συνολικό λάθος τους, αφού εξακολουθούσαν να στηρίζονται στο ίδιο μοντέλο πολιτικής, δηλαδή τον λαϊκισμό; Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Γιώργος Παπανδρέου και διέλυσε το κόμμα του καθώς και την πολιτική καριέρα του. Οι άλλοι έμαθαν καλά το μάθημα και ούτε να ψελλίσουν τόλμησαν. Έτσι, με αγαστή σύμπνοια, οι ίδιοι παράγοντες του αποτυχημένου συστήματος, κατασκεύασαν το νέο αφήγημα περί  «κρίσεως» για να κατοχυρώσουν τη συνέχεια του λαϊκίστικου λόγο τους. «Κρίση έχουμε βρε παιδιά, κάντε υπομονή να ξεπεράσουμε τον κάβο» οι μεν, «φέρατε την μνημονιακή καταστροφή και καιρός να αφήσετε σε μας τους παρθένους την εξουσία» οι δε. Αυτή όλη η φιλολογία περί «κρίσεως» που επικράτησε έναντι του πραγματικού αφηγήματος περί «καταστροφής» δεν είναι καθόλου μα καθόλου αθώο.

Όταν ζυμώνουμε τις πολιτικές προσδοκίες γύρω από την έννοια της «κρίσης» μεταφέρουμε την λαϊκή φαντασία σε μια εικόνα προσωρινής δοκιμασίας. Είναι σαν να λέμε στην κοινωνία ότι κάτι το προσωρινά κακό της συνέβη και επομένως με κάποιους βραχυπρόθεσμους χειρισμούς το κακό θα περάσει. Κάτι σαν πονόδοντος που χρειάζεται μόνο ένα καλό παυσίπονο, αφού το δόντι είναι κατά βάση γερό. Χρειάζεται φάρμακο και όχι χειρουργείο. Αντίθετα, όταν η αφήγηση μεταφερθεί στα συμφραζόμενα της «καταστροφής» τότε το σήμα του λόγου δίνεται σε όρους ξεκαθαρίσματος των ερειπίων και χτισίματος μιας καινούργιας κατάστασης με καλλίτερα υλικά και ανθεκτικότερη σχεδίαση. Πολλά πρέπει να αλλάξουν με βαθιές τομές. Το φάρμακο δεν αρκεί, χρειάζεται χειρουργείο. Ποια πολιτική δύναμη (μιλάμε για τις αξιόπιστες, πράγμα που εξαιρεί το ΚΚΕ και την ΧΑ) θα μπορούσε να έχει το θάρρος να μιλήσει για ένα καινούργιο ξεκίνημα; Και οι βασικές τους συντεχνιακές δεσμεύσεις που στηρίζουν την πελατειακή τους ισχύ, που θα πήγαιναν τότε; Ποιος από τους συμβατικούς πολιτικούς σχηματισμούς θα μπορούσε να μιλήσει για ένα αναπροσδιορισμένο «κοινό συμφέρον» χωρίς να κινδυνεύει να αποκοπεί πλήρως από τα θρυμματισμένα μερικά συμφέροντα που μέχρι τώρα του εξασφάλιζαν εκλογική πελατεία;

Εκεί φτάσαμε λοιπόν: Καμία από τις πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν μπορεί και δεν τολμά να μιλήσει με όρους πατριωτισμού. Γιατί απλούστατα είχε παραμερίσει την έννοια του κοινού συμφέροντος που ο πατριωτισμός προϋποθέτει. Οι πολιτικοί πελάτες είναι πάντα με το γκουβέρνο, όχι με την πατρίδα.  Γιαυτό συνεχίζουν την αφήγηση περί κρίσεως. Περιορίζουν έτσι τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική σύγκρουση αποκλειστικά στο σκηνικό που στήθηκε για να διευκολύνει την προσγείωση και όχι την καινούργια εκκίνηση. Ο πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από την βοήθεια των εταίρων για αναίμακτη προσγείωση- χωρίς να τολμά να ανεβάσει τον λόγο της στο επίπεδο της αναδόμησης του εθνικού μας κράτους πάνω στη βάση ενός αναδιατυπωμένου κοινού συμφέροντος. Αλλά, δυστυχώς, αυτό και μόνο αυτό απαιτούν οι Καιροί και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αντιμετώπισή του.

Ας συμμαζέψουμε, τώρα, τον λόγο μας στο ζητούμενο. Πώς απογράφουμε εντίμως την κατάσταση, και όχι την κρίση;  Ποιες δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο για μια πραγματική διαδικασία ανοικοδόμησης των ερειπίων;

Αυτές τις μέρες η Νέα Κατάσταση λες και κάνει επιδεικτική παρέλαση με όλα τα σέα και τα μέα της για να μας προκαλέσει: Η εικόνα που δείχνει είναι της πλήρους μετάστασης του οργανωμένου κράτους σε κατάσταση ερζάτζ. Το κράτος έχει καταντήσει απλή σκιά του εαυτού του:
  • Πλήρης κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και υποκατάστασή του με κράτος πολιτικών κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτό είναι το νόημα των παρατεταμένων καταλήψεων των «αγροτών» που παραβιάζουν επιδεκτικά μια ντουζίνα από διατάξεις του ποινικού και αστικού δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν επεμβαίνει και ο χειρισμός των ενόχων έχει ανατεθεί στο στελεχιακό δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος.
  • Κατάρρευση της διάκρισης των εξουσιών: Οι δικαστές πολιτικολογούν με αποφάσεις τους και η κυβέρνηση διαβουκολεί την ιεραρχική δομή του δικαστικού σώματος.
  • Εισπήδηση των Ενόπλων Δυνάμεων σε έργα πολιτικής διαχείρισης. Αντί για εργολάβους, το έργο της κατασκευής των hotspotsκαι όχι μόνο ανατίθεται με ζητωκραυγές στον στρατό ξηράς.
  • Αδιαμαρτύρητη παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων με τεράστια συμβολική αξία: Το πρωθυπουργικό αεροπλάνο εμποδίζεται από την Τουρκία να προσγειωθεί στο εθνικό έδαφος της Ρόδου.
  • Προκλητική παραβίαση προστατευμένων δικαιωμάτων του παιδιού με πλήρη αδιαφορία του αρμόδιου υπουργού: Ξενοφοβικοί ρατσιστές κατεβάζουν μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης ως ασπίδα στη σύγκρουσή τους με τις δυνάμεις του Νόμου.
  • Ολοκληρωτική μετάλλαξη της Βουλής από νομοθετικό σώμα σε σώμα στρατευμένων κομματικών οργάνων που την απασχολούν με προσχηματικά νομοσχέδια για να την εμποδίσουν να εκδηλώσει το πολιτικό της φρόνημα: Για να αντιμετωπιστεί η εκρηκτική επικαιρότητα εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο (για τα ΜΜΕ) που κατάφωρα παραβιάζει βασικές συνταγματικές προβλέψεις, θεμελιώδη στοιχεία του ευρωπαϊκού κεκτημένου και εξ ίσου θεμελιώδεις διατάξεις του παγκόσμιου κώδικα προστασίας των δικαιωμάτων πολίτη. Η Βουλή αντί να βουλεύεται μετατρέπεται σε θέατρο ποικιλιών για να τραβήξει την προσοχή του κοινού μακριά από την εξελισσόμενη εθνική τραγωδία.
  • Αναστολή βασικών λειτουργιών της Πολιτείας, όπως η δικαστική, με την βίαιη παρέμβαση συντεχνιών που ψωμίζονται από αυτές (απεργία διαρκείας των δικηγόρων )
  • Ξήλωμα των θεμελίων της ελεύθερης αγοράς με την δημιουργία νέων κρατικίστικων υποχρεώσεων: Χρηματοδότηση της βιομηχανίας ζάχαρης εκτός τραπεζικών κανόνων με χρήματα του Δημοσίου, απόπειρα ριζικής αλλαγής των πλαισίων της πτωχευτικής διαδικασίας με επαπειλούμενο νομοσχέδιο για τα αργούντα ιδιωτικά ακίνητα και κινητά.
  • Κομματικοποίηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.
  • Επιβολή εκφοβιστικού ελέγχου σε όλα τα μέσα με τα οποία εκφράζεται η ελευθερία του Λόγου.
  • Αποσάρθρωσε του παραγωγικού ιστού με την μονιμοποίηση της ανεργίας στο επίπεδο του 25% κατά μέσο όρο. Αντί για πρωτοβουλίες παραγωγικής απορρόφησης της ανεργίας, ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης βρίθει από αναφορές στην ανθρωπιστική κρίση. Λες και η χώρα είναι καταδικασμένη απλώς να τρέφει ζητιάνους και φτωχούς μοιραίους πολίτες.
  • Υποβάθμιση όλων των θεσμών κοινωνικής μέριμνας και προστασίας και ραγδαία εν τοις πράγμασι ιδιωτικοποίησή τους (Υγεία, ασφάλιση, εκπαίδευση).
  • Με την εξέλιξή μας σε μόνιμο σταθμό των προσφύγων και μεταναστών οδεύουμε σε μια εντελώς πρωτόγνωρη οικονομία υπηρεσιών, όπου οι εταίροι μας, στην καλλίτερη των περιπτώσεων, θα μας καταβάλλουν τα έξοδα που απαιτούνται για να τους κρατούμε έξω από τα δικά τους σύνορα, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότυπη νέα αγορά στην εσωτερική αγορά μας.
Το δυστύχημα είναι ότι αυτήν την εικόνα τείνουμε πλέον να την συνηθίσουμε και να την θεωρούμε δεδομένη, καθώς αλλού στρέφεται η πολιτική μας προσοχή: Σε μια καθημερινότητα αιχμηρών επεισοδίων που αυτά τραβούν το πολιτικό δυναμικό μας και όχι η σύνθεσή τους σε ενιαία εικόνα τραγικότητας των περιστάσεων. Φοβούμαστε να δεχτούμε ότι δεν βαίνομε προς, αλλά είμαστε ήδη στην κατάσταση του διαλυμένου κράτους – failing state.

Κανένας από τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς δεν έχει ορθώσει το ανάστημά μου με παρρησία μπροστά σε μια τέτοια αφήγηση. Να προβάλει ως διεκδικητής της ηγεσίας για μια ριζική ανάταξη της κοινωνίας και του κράτους μας. Μήπως άραγε η Ιστορία παίζει το αινιγματικό παιχνίδι της και προετοιμάζει την ετυμηγορία της για το ποιος θα αναλάβει την ηγεσία; Μήπως όλα αυτά οδηγούν στην απόφανση ότι ήλθε η ώρα μιας ριζοσπαστικής, για τα ελληνικά δεδομένα, σοσιαλδημοκρατίας; Μήπως η εικόνα εκφράζει έκδηλα το απαιτούμενο θεμελιακό πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατίας για τον τόπο μας. Μήπως το πρόταγμα αυτό είναι η εξής απλή φράση: «Περιγράψτε την πραγματική μας κατάσταση και αναλύστε τον ρόλο του καθενός μας σε μια καινούργια προσπάθεια ανάταξης με βάση το κοινό συμφέρον σε έντιμη αντιπαράθεση προς το ειδικό συμφέρον της κάθε κοινωνικής ομάδας». Πάνω σε μια τέτοια πλατφόρμα μπορεί να στηθεί ο απαιτούμενος πατριωτισμός της δημοκρατικής αριστεράς. Ένας πατριωτισμός που συνθέτει επιμέρους συμφέροντα αντί να τα αντιπαραθέτει όπως κάνει σήμερα η κυβερνώσα αριστερά, για να εξασφαλίζει τον κατακερματισμένη πολιτική πελατεία της ευκολότερα. Με του λιανέμπορους (συντεχνιακούς συνδικαλιστές) τα βγάζει ευκολότερα πέρα παρά με μια ενοποιημένη ενιαία κοινωνική συνείδηση που έχει προσδιορίσει το κοινό συμφέρον που την κρατάει ενωμένη.

πηγή: metarithmisi.gr

Ο πίνακας " Ο ελευθερωτής" του Ρενέ Μαγκρίτ, που συνοδεύει το κείμενο, είναι επιλογή του blog 

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Ποιος αποφασίζει αν θα γίνουμε θρησκόληπτοι μουσουλμάνοι; (της Σουλεϊμάν Σαμπιχά από το ΒΗΜΑ)

Πριν από ενάμιση χρόνο, για πρώτη φορά στη ζωή μου, ξύπνησα τα χαράματα από τον θόρυβο της ντουντούκας του χότζα που καλούσε για την πρωινή προσευχή. Νομίζω ότι τα τελευταία 100 χρόνια από την ύπαρξη του οικισμού μας στο Δροσερό αυτή ήταν η πρώτη φορά που ξυπνήσαμε για να πάμε ως μουσουλμάνοι, λες και αυτό είναι το πρόβλημά μας, να προσευχηθούμε. Αναρωτήθηκα: Τι σημαίνει αυτή η αλλαγή; Ποιος την αποφάσισε χωρίς εμάς; Ποιος ενδιαφέρεται περισσότερο από εμάς να μας μετατρέψει σε θρησκόληπτους μουσουλμάνους; Και τι είδους μουσουλμάνοι υποτίθεται ότι θα πρέπει να γίνουμε;

Από περιέργεια έψαξα και βρήκα: σιίτες, σουνίτες, σούφι, Αχμαντίγια, Ιμπαντί, κοσμικοί ή μη, πού πρέπει να ανήκουμε εμείς; Ποιο από όλα αυτά τα δόγματα επιβάλλεται στο Δροσερό και γιατί; Μήπως για να γίνει, αφού δεν είναι, «αυτό το τουρκικό πράγμα» που έλεγε ο γνωστός πολιτευόμενος καθηγητής του Παντείου; Αυτός και όλοι στην Ελλάδα γνωρίζουν ότι υπάρχουν τσιγγάνοι στη Θράκη. Μια ξεχωριστή ομάδα, με δική της γλώσσα και παραδόσεις, που όλοι οι μη Ρομά κάτοικοι στη Θράκη τούς αναγνωρίζουν και τους ξεχωρίζουν. Τους θεωρούσαν και τους θεωρούν κατώτερους συμπολίτες. Εμείς όμως πάνω από όλα, ακόμη και εναντίον της ιδιαίτερης ταυτότητάς μας, θέλουμε να ζήσουμε υπό καλύτερες συνθήκες ως έλληνες πολίτες.  

Το Δροσερό είναι ένα αμιγώς τσιγγάνικο χωριό. Λίγοι είναι οι κάτοικοι που έχουν συνάψει γάμο με πρόσωπα που δεν είναι Ρομά. Εχουμε τα δικά μας έθιμα, μιλάμε κυρίως ρομανί μεταξύ μας, μαζί με ελληνικά και τουρκικά. Εχουμε επίσης, θα έλεγα, τη δική μας ξεχωριστή θρησκεία. Βαπτίζουμε τα παιδιά μας στο σπίτι, με τις γιαγιάδες, χωρίς χότζα ή παπά.

Πώς όμως τώρα όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν με έξωθεν επιβολή; Αφού είμαστε κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, γιατί πρέπει σώνει και καλά να δηλώσουμε, όπως ζητήθηκε από ορισμένους κατοίκους το καλοκαίρι, να υπογράψουμε αν είμαστε εθνικά Τούρκοι ή όχι; Δεν μπορούμε απλώς να είμαστε έλληνες τσιγγάνοι, μερικοί χριστιανοί, μερικοί μουσουλμάνοι και μερικοί οτιδήποτε νομίζουν; Είναι αυτό που γίνεται σήμερα στο Δροσερό μία ακόμη προσπάθεια επιβολής ταυτότητας στους τσιγγάνους και κατά συνέπεια μια προσπάθεια βαθύτερου αποκλεισμού μας από την τοπική κοινωνία;

Οι τσιγγάνοι της Θράκης έχουν τα ίδια ακριβώς προβλήματα που έχουν και οι υπόλοιποι Ρομά στην Ελλάδα: κοινωνικός αποκλεισμός, φτώχεια, αμορφωσιά και ανεργία. Στη Θράκη και στο Δροσερό αυτή την απαράδεκτη κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού κάποιοι δημοτικοί άρχοντες και πολιτευτές της πλειονότητας και της μειονότητας προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν για δικό τους όφελος.

Πρόσφατα διάβασα ότι η φονταμενταλιστική ιδεολογία έχει ριζώσει ανάμεσα στους Ρομά στη Βουλγαρία. Η εξήγηση είναι ότι η από δεκαετίες παραμέληση της τσιγγάνικης κοινότητας οδήγησε στην περιθωριοποίησή τους. Δεν ξέρω αν στο Δροσερό το πρόβλημα έχει επεκταθεί στο ίδιο σημείο. Εκείνο όμως που βλέπω καθημερινά είναι ότι το Δροσερό αλλάζει αρνητικά. Παρεμβαίνουν παράγοντες εκτός οικισμού που χρησιμοποιούν κατοίκους του Δροσερού με διασυνδέσεις με τους τοπικούς άρχοντες ή μη αναγνωρισμένους από το ελληνικό κράτος μουφτήδες για να προωθήσουν τη φονταμενταλιστική ισλαμοποίηση.

Η προσπάθεια της «Ελπίδας», του συλλόγου μας για την εκπαίδευση των παιδιών μας σε κανονικά σχολεία του ελληνικού Δημοσίου και όχι στα μειονοτικά, δηλώνει την αγωνία μας να ζήσουμε και να παύσουμε να είμαστε κάτι ξεχωριστό. Θέλουμε να είμαστε Ελληνες. Να μας συμπεριφέρονται έτσι. Πρώτα λοιπόν μας νοιάζει να αλλάξουμε την καθημερινότητά μας. Μετά θα προσπαθήσουμε, με τη βοήθεια του κράτους, να διατηρήσουμε τη δική μας τσιγγάνικη κουλτούρα και ταυτότητά μας ως ιδιαίτερη ομάδα εντός ή πέραν της μειονότητας.

Στο Δροσερό σήμερα βλέπω στα μικρά κορίτσια που λάμβαναν μέρος στις δραστηριότητες του Συλλόγου μας, καθώς βρίσκονταν εκτός σχολείου, να προσφέρονται 5 ευρώ για να φορούν τη μαντίλα. Ξέρετε τι σημαίνουν 5 ευρώ για ένα παιδί ή μια ολόκληρη οικογένεια που δεν έχει σταθερό εισόδημα; Αυτό δεν είναι που ονομάζεται εξαγορά συνειδήσεων; Βλέπω παιδιά που ο Σύλλογός μας βοήθησε να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους να παρενοχλούν αυτούς που τους βοηθούσαν ως τώρα με σχόλια του τύπου «είμαστε Τούρκοι». Βλέπω αγόρια και άνδρες τσιγγάνους στο Δροσερό με στενές σχέσεις με άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να οδηγούνται στην παράνομη λειτουργία τεμένους στα σπίτια τους, να φορούν τουρμπάνια και να αφήνουν μεγάλες γενειάδες. Αυτή είναι η «Ριζική αναδόμηση του Δροσερού με στοχευμένες δράσεις ανάπτυξης» που προωθούν ο Δήμος Ξάνθης και η κεντρική Ελληνική Πολιτεία;

Η «Ελπίδα» από την ίδρυσή της ως σήμερα έχει υλοποιήσει προγράμματα και έχει απευθυνθεί προς όλα τα υπουργεία και τον Συνήγορο του Πολίτη για να ζητήσει να διευθετηθούν κάποια από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι. Ανέφερα ήδη το ζήτημα της εκπαίδευσης. Για το θέμα της στέγασης που αντιμετωπίζουμε καθημερινά ζητήθηκε να ενταχθεί το Δροσερό στο σχέδιο πόλης της Ξάνθης ώστε να αποκατασταθεί η νομιμότητα αλλά αυτό καθυστερεί. Αντί αυτού βλέπουμε τη δημιουργία στο Δροσερό «βακούφικης επιτροπής». Ηταν ποτέ το Δροσερό «βακούφι»;

Δεν πρόκειται να υπάρξει αλλαγή στη ζωή των τσιγγάνων αν δεν υπάρξει μακροπρόθεσμη παρέμβαση της Πολιτείας για τα πραγματικά τους προβλήματα και όχι τα δήθεν μειονοτικά. Θέλουμε για πρώτη και τελευταία φορά, όχι με τις ίδιες όπως στο παρελθόν προσκλήσεις για είσοδο στην πολιτική που σκοπό είχαν και έχουν να μας ακυρώσουν, η πρότασή μας, που φαίνεται να συγκινεί τον Πρωθυπουργό, να γίνει πράξη το συντομότερο δυνατόν.

Η κυρία Σαμπιχά Σουλεϊμάν είναι πρόεδρος του Συλλόγου «Ελπίδα» στο Δροσερό Ξάνθης.

πηγή: tovima.gr

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Διοίκηση και δημοκρατία, ελευθερία και λογοκρισία.

Σήμερα θέλω να μιλήσω για μια λογοκρισία που δεν ήταν λογοκρισία. Μια μη λογοκρισία. Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να το κάνω προσπαθώντας, στο μέτρο του δυνατού,  να μην αναφερθώ καθόλου στη συνέχεια σε αυτήν τη λογοκρισία, που δεν ήταν λογοκρισία.


Αντίθετα θα μιλήσω για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία ως δομικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Θα μιλήσω και για τους θεσμούς. Τους θεσμούς ως αρμούς ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Τους θεσμούς, επίσης, ως μέσο διασφάλισης της ελευθερίας σε μια κοινωνία. Και για τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Τη διοίκηση των επιχειρήσεων ως θεσμικό εργαλείο λειτουργίας των εταιρικών συλλογικοτήτων, οι οποίες δρουν σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία.


Ας ξεκινήσω λοιπόν από το τελευταίο. Οι εταιρικές συλλογικότητες μιας κοινωνίας, είναι οι κατ΄εξοχήν μορφές ελεύθερης βούλησης και δραστηριοποίησης των μελών της. Αποτελούν δε και μια μορφή ποιοτικής ολοκλήρωσης της κοινωνίας, υπό την έννοια ότι προϋποθέτουν τη συνεργασία των ατόμων - μελών της, συμβάλλοντας έτσι στην ποιοτικότερη κοινωνικοποίησή τους.


Η συνεργασία αυτή για να είναι αποτελεσματική πρέπει να διέπεται από όρους. Οι όροι αυτοί γίνονται κοινά αποδεκτοί από τα μέλη των συλλογικοτήτων, και αναφέρονται σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις σε σχέση με το χαρακτήρα της συλλογικότητας. Αναφέρονται, στο στόχο της συλλογικότητας, στο πλάνο της, στο όραμά της, στο ρόλο και το νόημα της ύπαρξής της. Αναφέρονται επίσης και στον τρόπο, τους κανόνες λειτουργίας της, καθώς και στον τρόπο διοίκησής της.


Αυτό το τελευταίο, ο τρόπος διοίκησής της, είναι το πιο σημαντικό από όλα, διότι αυτό είναι που εξασφαλίζει και την επιτυχία όλων των προηγουμένων. Δηλαδή είναι η επιτυχημένη διοίκηση μιας εταιρικής συλλογικότητας, που θα φέρει αποτελεσματικά σε πέρας τους στόχους, πλάνα και οράματα, τα οποία έχουν τεθεί.


Η εξέλιξη της διοικητικής πρακτικής διαχρονικά μας έχει δείξει ότι αυτή πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένες αρχές. Αυτές οι αρχές αποτελούν την πεμπτουσία της δημοκρατικής ελευθερίας, όσον αφορά στη λειτουργία αυτού του κοινωνικού κυττάρου, το οποίο το ονομάσαμε εταιρική συλλογικότητα. Ας αναφέρουμε περιληπτικά κάποιες από αυτές.


Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας, δεσμεύεται από τις αποφάσεις τις οποίες έχει πάρει με ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο η συλλογικότητα εν συνόλω. Η διοίκηση μια εταιρικής συλλογικότητας είναι ελεύθερη να παίρνει όποιες αποφάσεις κρίνει ότι εξυπηρετούν τη λειτουργική επίτευξη των όποιων σκοπών, στόχων, και οραμάτων έχει θέσει η εταιρική συλλογικότητα μέσω των ελεύθερα και δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων. Λογοδοτεί ακόμα σε τακτές χρονικές περιόδους απέναντι στη εταιρική συλλογικότητα η οποία την έχει διορίσει, και μόνο σε αυτήν. Παρένθεση. Η διοίκηση εννοείται ότι λογοδοτεί, εκπροσωπώντας τη συλλογικότητα, εάν κατά τη διάρκεια της παραβεί άλλους γενικότερους κανόνες, στους οποίους εμπίπτει, και οι οποίοι έχουν τεθεί θεσμικά σε επίπεδο ανώτερο της εταιρικής συλλογικότητας. Αλλά, και όταν αυτό συμβαίνει, γίνεται πάντα με θεσμικό τρόπο. Ας μας μείνει όμως, για να το χρησιμοποιήσουμε και πιο μετά, ότι, για λόγους σωστής άσκησης των δημοκρατικών ελευθεριών μας, η διοίκηση επιβάλλεται να λογοδοτεί σε αυτόν που θεσμικά οφείλει να το κάνει, και μόνο σε αυτόν.


Μορφές εταιρικών συλλογικοτήτων υπάρχουν πολλές. Κάποιος θα μπορούσε να τις διαχωρίσει σε μορφές οικονομικού και μη σκοπού. Αυτός ο διαχωρισμός είναι λίγο παρωχημένος, εφόσον, με την ευρεία έννοια, όλες οι εταιρικές συλλογικότητες θέλουν να πετύχουν όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά τον σκοπό τους με τη χρήση και τη κατανάλωση όσο το δυνατόν λιγότερων πόρων.

Ένας άλλος μάλλον πιο πετυχημένος διαχωρισμός είναι οι εταιρικές συλλογικότητες εμπορικού σκοπού, με σκοπό δηλαδή το κέρδος, και οι συλλογικότητες μηδενικού αποτελέσματος. Οι συλλογικότητες δηλαδή που στο τέλος δε θέλουν να “μείνει και κάτι” στους φορείς τους (δηλ. σε ατομικό επίπεδο στα μέλη που τις απαρτίζουν), αλλά αντίθετα επιθυμούν οι πόροι που διαθέτουν να διατεθούν με τη μέγιστη ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Αυτές οι τελευταίες εταιρικές συλλογικότητες μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πολιτιστικούς συλλόγους, καλλιτεχνικές ομάδες, ομάδες κοινής ωφέλειας, μη κυβερνητικούς οργανισμούς, αλλά και κυβερνητικούς (με την έννοια της γενικής διακυβέρνησης) , κρατικούς οργανισμούς.


Πριν προχωρήσουμε, να ξεκαθαρίσουμε ότι, όσον αφορά στις κατηγορίες δραστηριοποίησης των οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, και ειδικά τις καλλιτεχνικές συλλογικότητες, τίποτα δεν εμποδίζει να απαντώνται και σε μορφή εμπορικού κερδοσκοπικού οργανισμού. Θα έλεγα ότι θα έπρεπε να επιζητείται κιόλας, εφ΄όσον αυτό διασφαλίζει, ανάμεσα σε άλλα, υψηλότερα επίπεδα επαγγελματισμού, και χαμηλότερα επίπεδα διάχυσης της ευθύνης. Μερικές φορές όμως είναι αναγκαία και η παρουσία οργανισμών μηδενικού αποτελέσματος, εφ΄όσον η ιδιωτική πρωτοβουλία αδυνατεί να προχωρήσει στη υλοποίηση κάποιας επένδυσης με αναμφισβήτητο τρόπο κοινωνικά αναγκαίας όμως, για τη δημιουργία υποδομών κάθε είδους, υλικών και πνευματικών. Πρόκειται δηλαδή για μια μορφή συνέργειας σε ευρύ κοινωνικό επίπεδο, η οποία, ειδικά εξ αιτίας αυτού του χαρακτήρα της, θα πρέπει να διέπεται από ενδελεχή έλεγχο.


Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η διοίκηση όλων των ειδών των παραπάνω οργανισμών, τους οποίους συγκροτούν οι εταιρικές συλλογικότητες, διέπεται από τους ίδιους κανόνες. Να υπενθυμίσω εδώ ότι οι διοικήσεις των οργανισμών είναι θεσμοί οι οποίοι διασφαλίζουν την ελεύθερη και δημοκρατική λειτουργία τους, όπως είναι ενταγμένοι μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Γι αυτό και έχει σημασία να τηρούνται ακριβώς οι κανόνες οι οποίοι θα διασφαλίσουν την ανεξαρτησία, και την ελευθερία της διοίκησης. Ο βασικότερος κανόνας, όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, είναι ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτόν που είναι υποχρεωμένη θεσμικά να το κάνει, και σε κανέναν άλλον. Αυτός είναι κανόνας για τη διατήρηση μια σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας.


Πολλές φορές όμως δημιουργούνται παράκεντρα, και παραομάδες, που ασκούν εξωθεσμική πίεση προς την κατεύθυνση των ενεργειών μιας εταιρικής συλλογικότητας, όταν αυτές οι ενέργειες επιρρεάζουν πιο άμεσα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ευρύτερα κοινωνικά σύνολα.


Αυτή η πίεση, όταν ασκείται με εξωθεσμικό τρόπο, τελικά καταλήγει στο να πλήττει απευθείας τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας, και να υποσκάπτει τα στοιχεία ελευθερίας που τη συνθέτουν. Καλό θα ήταν να αναφέρουμε και ένα δυο παραδείγματα, ώστε να διαπιστώσουμε πως εφαρμόζεται στην πράξη με τέτοιες ενέργειες ο ελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας μιας κοινωνίας.


Πρώτα ας δούμε μια υποθετική περίπτωση, η οποία αφορά τις ενέργειες ενός καθαρά κερδοσκοπικού εμπορικού οργανισμού. Η διοίκηση μιας τυχαίας εντελώς εταιρείας αποφασίζει την πραγματοποίηση μιας μεταλλευτικής επένδυσης σε μια τυχαία εντελώς περιοχή. Από την πρώτη στιγμή οργανώνονται αντιδράσεις ενάντια σε αυτήν την επένδυση με την αιτιολογία ότι αυτή βλάπτει το περιβάλλον. Οι αντιδράσεις αυτές παίρνουν και θεσμική και εξωθεσμική μορφή. Ακολουθείται και ο δρόμος της νομότυπης υποβολής ενστάσεων, με τον οποίο η διοίκηση της εταιρείας συμμορφώνεται, όπως ορίζουν οι κανόνες της κοινωνίας στην οποία επέλεξε να επιχειρήσει. Ακολουθείται όμως και ο δρόμος των βίαιων αντιδράσεων από εξωθεσμικά επίκεντρα αντίθετων τοπικών μικροσυμφερόντων, ομάδες που συνεπικουρούνται από κάθε επάγγελμα και καθ΄έξιν οικοακτιβιστές, και λοιπούς επαναστάτες. Ακολουθούν παράνομοι αποκλεισμοί της εταιρείας, σαμποτάζ, καψίματα, και εν γένει μια βίαιη αναταραχή. Είναι ξεκάθαρο σε αυτήν την περίπτωση ότι η διοίκηση της εταιρείας εκβιάζεται με βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο να διακόψει τις εργασίες.

Επιχειρείται δηλαδή με σκανδαλώδη τρόπο να της στερηθεί η ελευθερία, και απαιτείται να λογοδοτήσει και να υποκύψει στους εκβιασμούς ομάδων, οι οποίες προσπαθούν με εξωθεσμικό, και άρα αντιδημοκρατικό τρόπο να της επιβάλλουν την άποψή τους. Είναι σαφές ότι η διοίκηση της εταιρείας δεν έχει καμιά υποχρέωση να λογοδοτήσει σε αυτές τις εξωθεσμικές ομάδες. Η μόνη υποχρέωση της είναι απέναντι στους μετόχους της εταιρείας οι οποίοι την εξέλεξαν και τη διόρισαν, και της εταιρείας συνολικά απέναντι στη θεσμικά και δημοκρατικά συντεταγμένη κοινωνία.


Στη συνέχεια μπορούμε να επιχειρήσουμε να μελετήσουμε μια εντελώς τυχαία, και εντελώς υποθετική περίπτωση, ενός μηδενικού αποτελέσματος κρατικού θεατρικού οργανισμού, ο οποίος επιλέγει να ενσωματώσει στο πρόγραμμά του ένα θεατρικό έργο για το οποίο μεγάλη μερίδα συμπολιτών έχει αντιρρήσεις.

Πριν προχωρήσουμε όμως είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε δυο πράγματα, ώστε να βοηθηθούμε στην ανάλυσή μας. 

Πρώτα, έχουμε να κάνουμε με την έννοια του κρατικού θεάτρου. Ένα κρατικό θέατρο είναι από τη φύση του μηδενικού αποτελέσματος. Δηλαδή προέχει η έννοια της μεγιστοποίησης του κέρδους του κοινωνικού συνόλου, και όχι του κέρδους των φορέων του. Με αυτήν την παραδοχή, γίνεται πιο σύνθετο να εξετάσουμε σε ποιόν λογοδοτεί η διοίκηση, σε ποιόν χρόνο, και με ποιά κριτήρια. Είναι φανερό ότι, για διατηρηθούν ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας, ενός κρατικού θεάτρου μια φιλελεύθερης και δημοκρατικής κοινωνίας πρέπει να τηρηθούν επακριβώς οι όροι και οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ασκείται, ελέγχεται και λογοδοτεί η διοίκηση. Οι όροι και οι κανόνες αυτοί έχουν τεθεί για να διασφαλίζουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κατά τεκμήριο ορίζουν ότι η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που την εξέλεξαν, οι οποίοι και αποτελούν θεσμικά την κοινωνική συλλογικότητα, στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο της κοινωνίας, στο χρόνο που ορίζεται από το καταστατικό του οργανισμού, και με κριτήριο την επίτευξη των στόχων πλάνων και οραμάτων που έχει υιοθετήσει, και έχει κάνει αποδεκτά, η κοινωνική συλλογικότητα, δηλαδή με θεσμικό τρόπο η κοινωνία.

Το δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι ένας θεατρικός οργανισμός, αυτονόητα αφορά στην τέχνη. Την τέχνη όπως η δημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία μας την αποδέχεται, με κοινωνικές ελευθεριότητες και πειραματισμούς. Ο καλλιτεχνικός δημιουργός απαιτείται να αφήνεται παντελώς ελεύθερος στην παραγωγή του έργου, και η κοινωνία παντελώς ελεύθερη στην κριτική του, χωρίς όμως να διαννοείται κατ΄ ελάχιστον να του στερήσει το δικαίωμα να πει αυτό που θέλει να πει. Πρόκειται για την επιτομή ενός διαλόγου, για κατ’ ουσίαν διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο δημιουργό - πομπό και την κοινωνία - δέκτη, της οποίας έχει προηγηθεί η διαλεκτική σχέση της κοινωνίας - πομπού και του καλλιτέχνη - δέκτη. Από την εποχή του Θέσπιδος ακόμα γνωρίζουμε το υπερθετικό αποτέλεσμα που επιφέρει στην κοινωνική εξέλιξη αυτή η διττή διαλεκτική σχέση, πόσο μάλλον στη σύγχρονη νεωτερική μας κοινωνία. Οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά το πιο πιθανό θα θεωρηθεί πλατειασμός.

Ας επανέλθουμε τώρα λοιπόν στο τελείως υποθετικό μας παράδειγμα, και ας υποθέσουμε ότι μερίδα των πολιτών ενοχλείται, και μάλιστα προκαταβολικά, από το από αυτούς προσλαμβανόμενο περιεχόμενο και σημαινόμενο του έργου. Έστω, για χάρη της υπόθεσης, ότι η αυτή διάθεση απέναντι στο έργο είναι πλειοψηφική μέσα στην κοινωνία.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα, ίσως και την υποχρέωση, να εκφράσει τη διαφωνία με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι θέλει να πει ο δημιουργός του έργου. Για να διατηρηθεί όμως ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός χαρακτήρας της κοινωνίας μας, αυτό πρέπει να γίνει μέσω των διεξόδων τους οποίους η ίδια η κοινωνία έχει εγκαταστήσει ώστε να προφυλάσσεται η ελευθερία και η δημοκρατία της.

Η διοίκηση ενός θεάτρου, ιδιωτικού αλλά πολύ περισσότερου κρατικού, δεν πρέπει επ’ ουδενί να νοιώσει ότι εκβιάζεται να προχωρήσει σε αποφάσεις. Πολύ περισσότερο δεν πρέπει να εκβιάζεται από συγκεκριμένες άτυπες ή τυπικές, κοινωνικές ομάδες, εναντίον των οποίων, βάσει του θεσμικού μοντέλου σύμφωνα με το οποίο διοικεί, δεν είναι υποχρεωμένη καν να λογοδοτήσει.

Οι διάφορης προέλευσης, σύνθεσης, και συμφερόντων, κοινωνικές ομάδες δε νομιμοποιούνται να ζητάνε να κατέβει ένα καλλιτεχνικό έργο, όσο και αν διαφωνούν με το ερέθισμα που αντιλαμβάνονται από την παρουσίασή του. Και δε νομιμοποιούνται βάσει των δυο ερμηνευτικών συλλογισμών που παρουσιάσαμε πιο πάνω.

Πρώτον, για το τι ανεβαίνει και τι όχι, σε ένα θεατρικό χώρο δεν είναι υπεύθυνες αυτές οι ομάδες, αλλά η κοινωνία μέσα από τη διοίκησή του θεάτρου την οποία και έχει θεσμικά διορίσει. Και δεύτερον, η διοίκηση λογοδοτεί σε αυτούς που θεσμικά επιβάλλεται. Αυτά όλα έχουν θεσπισθεί έτσι, ώστε να προφυλάσσεται η δημοκρατική και φιλελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας μας. Κάθε παρέκκλιση από αυτούς τους κανόνες συνιστά και ένα πλήγμα σε αυτό το μοντέλο οργάνωσης.


Στην περίπτωση δε που η διοίκηση ενός θεατρικού οργανισμού υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις των κοινωνικών ομάδων, χωρίς αυτές να περνάνε μέσα από το κοινωνικό φίλτρο που έχει επιβληθεί για να την προστατεύει να παράγει ελεύθερα το έργο της, δηλαδή να λογοδοτεί και να συμμορφώνεται με τους κανόνες οι οποίοι έχουν θεσμικά τεθεί, τότε έχουμε να κάνουμε με σαφή παραβίαση της ελευθερίας της, και εάν το έργο κατέβει, τότε εν τέλει έχουμε να κάνουμε με μια μορφή λογοκρισίας. Η λογοκρισία έχει να κάνει με το γεγονός ότι το έργο κατέβηκε εξ αιτίας εξωθεσμικών πιέσεων και διαδικασιών, οι οποίες κατέστησαν τη διοίκηση του θεατρικού οργανισμού ανίκανη να επιτελέσει ελεύθερα το έργο της, το οποίο είχε αποφασισθεί με σύννομες, θεσμικές, φιλελεύθερες και δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανονισμού τον οποίο διέπει τον θεατρικό οργανισμό, και έχει γίνει θεσμικά και με δημοκρατικό τρόπο αποδεκτός από την κοινωνία μας.


Σε αυτές τις τυχαίες, και τελείως υποθετικές περιπτώσεις, το να προσπαθεί να βαφτισθεί το κρέας ψάρι, και η λογοκρισία μη λογοκρισία είναι κοινωνική υποκρισία. Καλύτερα να πούμε ότι το θεατρικό έργο κατέβηκε διότι ενοχλούσε ηθικά μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Σε αυτήν τη περίπτωση ίσως έχουμε και μεγαλύτερη επίγνωση του επικίνδυνου για τη ελεύθερη έκφραση δρόμου στον οποίο έχουμε μπει.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

ΔΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΝΑΤΟΛΗΣ - ΞΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ (του Τσέχου Δημοσιογράφου Erik Tabery)



Η Κεντρική Ευρώπη δεν υπάρχει πια, μόνο η Ανατολή και η Δύση, όπως ήταν και παλιότερα. Αυτή είναι η συμπυκνωμένη εκδοχή της συνδυασμένης σοφίας πολλών Δυτικών αναλυτών και σχολιαστών αυτές τις μέρες. 

Η Ουγγαρία και η Πολωνία - και η Σλοβακία, σε μικρότερο βαθμό - έχουν ανακαλύψει τη μαγεία του συντηρητικού, αυταρχικού κράτους και σιγά σιγά περιορίζουν την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και της δικαστικής εξουσίας. 

Ακόμη και αν η κατάσταση των γειτόνων μας είναι μακριά από το μαύρο και άσπρο, και πάλι, μετά από πολλά χρόνια, η Τσεχική Δημοκρατία αντιμετωπίζει και πάλι το ερώτημα: Πού ανήκουμε;

Μιλήστε μαζί μας όχι γι αυτό

Μια ματιά στα Δυτικά μέσα ενημέρωσης μόνο ευχαρίστηση δε σου δίνει διαβάζοντας για τους ανθρώπους στην περιοχή μας. Μερικές φορές φαίνεται σαν να μην ανήκαμε ποτέ στον ελεύθερο κόσμο - σύμφωνα με τους φίλους μας στα δυτικά - και ότι τα τελευταία 25 χρόνια δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ανωμαλία, μια παράξενη παύση, κατά την οποία δώσαμε στην ελευθερία μια απέλπιδα προσπάθεια.
Τώρα λαχταρούμε να επιστρέψουμε σε αυτό που ο δοκιμιογράφος και αντιφρονών Milan Simecka, λίγο πριν από την πτώση του κομμουνισμού, που ονόμασε "τόσο άνετη ανελευθερία ώστε όσοι βρίσκονται στην εξουσία γνωρίζουν πώς να σταματήσουν το χρόνο και να συντηρήσουν την ακινησία."  

Είμαστε πραγματικά καταδικασμένοι να μη μάθουμε ποτέ πώς να ζούμε ελεύθερα, όπως πιστεύουν ορισμένοι στη Δύση; Βαδίζουν οι Ούγγροι, και οι Πολωνοί τώρα, τόσο άσχημα στο δρόμο προς τον ολοκληρωτισμό;
Και γιατί αυτοί οι Δυτικοί είναι τόσο αναστατωμένοι, όταν οι Γάλλοι παρ’ ολίγο να εκλέξουν τη Marine Le Pen, και όταν διάφορες ποικιλίες εξτρεμιστών είναι σε άνοδο σε πολλές χώρες; Μας συγκρίνουν με δυο μέτρα και δυο σταθμά;  

Το γεγονός παραμένει ότι η Ουγγαρία έχει γίνει ένα αυταρχικό κράτος, όπου το πολιτικό κόμμα της εξουσίας, δεν ρίχνει βέβαια τους αντιπάλους του στη φυλακή, έχει όμως δημιουργήσει τους κανόνες και το κρατικό σύστημα έτσι ώστε το σύνολο της χώρας ελέγχεται από μία πολιτική δύναμη.

Αν και η δυνατότητα αλλαγής μέσω εκλογών παραμένει, ο έλεγχος του συστήματος της δικαιοσύνης, καθώς και η οικονομική εξουσία των κυρίαρχων πολιτικών, δεν αφήνει στην αντιπολίτευση σχεδόν καμία πιθανότητα να πετύχει στην κάλπη. Και όλα ξεκίνησαν έτσι, όταν ένα κόμμα κέρδισε μια μεγάλη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.  

Και αυτό συμβαίνει ξανά στην Πολωνία. Πρώτα μια απόλυτη πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα και, στη συνέχεια, μέσα σε λίγες ώρες το κοινοβούλιο αλλάζει τους νόμους σχετικά με την ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης και της δικαστικής εξουσίας για να θέσει την κυβέρνηση εκτός ελέγχου των δημόσιων και κρατικών ιδρυμάτων.  
Πράγμα που μας φέρνει πίσω στο θέμα του γιατί η Δύση είναι τόσο φοβισμένη για όσα συμβαίνουν στην Ανατολή.

Κάθε χώρα γνωρίζει ότι οι επόμενες εκλογές μπορεί να βρουν εκλεγμένο κάποιον για τον οποίο θα πρέπει να ντρέπεται ο μισός πληθυσμός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διεθνείς πολιτικοί τόσο σπάνια σχολιάζουν σχετικά με τις εκλογές σε άλλες χώρες.

Έχουμε τη δική μας εμπειρία από αυτό: Σχεδόν κανείς στο εξωτερικό, μίλησε όταν ο ακραίος αντι-ευρωπαίος Βάτσλαβ Κλάους εξελέγη πρόεδρος το 2003, όπως ακριβώς κανείς δεν αναφέρθηκε στην πρωτοφανή σύγκρουση συμφερόντων του Andrej Babi.

Πίσω από τις σκηνές θα ακούσεις γκρίνιες, φυσικά, αλλά κανείς δεν μιλά για αυτά τα πράγματα δυνατά. Τέτοιες υποθέσεις είναι ένα θέμα για κάθε χώρα και τα πάντα μπορούν να αλλάξουν στις επόμενες εκλογές.
Είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα, όμως, όταν οι εκλογικοί νικητές ξεκινήσουν να ξαναγράφουν τους κανόνες ώστε να μπορούν να παραμείνουν στην εξουσία για πάντα.

Μια Πολιτιστική Επανάσταση

Κάθε χώρα που επιθυμεί να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να πληρεί ορισμένα κριτήρια. Περισσότερο από απλά οικονομικά δεδομένα, πρόκειται πάνω απ' όλα για την συστηματική αλλαγή.

Μια υποψήφια χώρα πρέπει να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας δημοκρατικής κοινωνίας: μια ανεξάρτητη δικαστική εξουσία και μέσα ενημέρωσης, εγγυήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ένα πλουραλιστικό σύστημα ψηφοφορίας, μεταξύ άλλων.

Όλοι μας - οι Πολωνοί, οι Ούγγροι, και εμείς οι Τσέχοι – ξέραμε που μπαίναμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η έκπληξη της Πολωνίας σε έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ποιότητα της δημοκρατίας της, δεν είναι καθόλου πειστική.

Οι ενωσιακοί κανόνες υποτίθεται δεν πρέπει να δυσφημίσουν ή να προσθέτουν ένα βάρος στο έργο της εκλεγμένης κυβέρνησης. Ο στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν τους πολίτες ότι η δημοκρατική διαδικασία θα είναι αποδεκτή.

Θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό θέμα εάν η Πολωνία έδινε στους ψηφοφόρους μια επιλογή σε ένα δημοψήφισμα: Συμφωνείτε με αυτές τις αλλαγές στο σύστημα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις; Το κυβερνών κόμμα «Νόμος και Δικαιοσύνη», ωστόσο δεν υποσχέθηκε μια πολιτιστική και πολιτική επανάσταση.

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είναι αντιμέτωπα με ένα δύσκολο έργο. Πώς να κάνουν την Πολωνία να καταλάβει ότι οι κανόνες πρέπει να ακολουθούνται χωρίς να φανεί ότι σπρώχνει τη χώρα στη γωνία;
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Martin Schulz, σίγουρα δεν έκανε μια καλή επιλογή όταν ανακοίνωσε, «Αυτό που συμβαίνει στην Πολωνία έχει το χαρακτήρα ενός πραξικοπήματος και είναι δραματικό."
Ακόμη και αν αυτό ήταν αλήθεια, ο επικεφαλής ενός σημαντικού ιδρύματος δεν θα έπρεπε να το πει. Ούτε ο κατά κανόνα εξαιρετικός σχολιαστής Wolfgang Muenchau, της εφημερίδας Financial Times έκανε μια επιτυχή επιλογή των λέξεων, όταν έγραψε στο Der Spiegel προσωπικά πιστεύω ότι η προς ανατολάς διεύρυνση της ΕΕ ήταν, εκ των υστέρων, ένα μεγάλο λάθος. "

Ακόμα και αν συμφωνήσουμε με εκείνους που κριτικάρουν αφειδώς τη σημερινή πολωνική κυβέρνηση, πρέπει να πούμε ότι κατά τα τελευταία οκτώ χρόνια, οι Πολωνοί ήταν η αξιόπιστη κινητήριος δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση - συχνά προς όφελός μας. Έχουν όλα αυτά έχουν ξεχαστεί τόσο σύντομα;

Σκληρές Ερωτήσεις

Αυτό που συμβαίνει στη Βαρσοβία είναι μεγάλο πρόβλημα. Και, όπως βλέπουμε,  επιρρεάζει τους Τσέχους πάρα πολύ, γιατί σχεδόν εν μία νυκτί βρεθήκαμε πάλι να αναγραφόμαστε στο κατάστιχο "Ανατολική Ευρώπη".
Μια εξήγηση θα μπορούσε να είναι η σχεδόν απόλυτη σιωπή στις άλλες τρεις χώρες από τις «Τέσσερις του Βίζεγκραντ» (ΣτΜ: Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία) σχετικά με τις εξελίξεις στη γειτονική μας χώρα. Δίνει την εντύπωση ότι βλέπουμε αυτές τις πρακτικές ως συνήθεις. Αυτό είναι ένα λάθος όσον αφορά τις σχέσεις μας και με τη Δύση και με την Ανατολή.

Αυτοί οι Πολωνοί που υποστηρίζουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία θα πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν έναν εταίρο μας σε μια εποχή που αντιμετωπίζουν πίεση από τη δική τους κυβέρνηση - πρέπει να ξέρουν συμμεριζόμαστε την ανησυχία τους ότι η ελευθερία είναι υπό απειλή.
Από την άλλη πλευρά, η Πολωνική κυβέρνηση θα πρέπει να γίνει για να γνωρίζουμε ότι η σύγκρουση δεν είναι η Δύση εναντίον της Ανατολή;, αλλά για τη φιλελεύθερη δημοκρατική διαδικασία εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος. Και αυτό που μίλησαν για ναζιστικές αποχρώσεις στη Γερμανία όσον αφορά στην κριτική των νέων ωόμων για τα ΜΜΕ, το μόνο που τους κάνει είναι να φαίνονται ανόητοι.

Η πολωνική κατάσταση δημιουργεί επίσης μια ευκαιρία για την διπλωματία μας να επιτύχει επιτέλους κάτι για την Ευρώπη. Κατά κανόνα, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βρετανοί επιλύουν όλα τις μεγάλες κρίσεις για λογαριασμό μας, αλλά εδώ είναι μια ευκαιρία να βάλουμε κι εμείς το χέρι μας.

Οι Τσέχοι και οι Πολωνοί έχουν άριστες σχέσεις και εμείς δύσκολα θα θεωρούμασταν ανειλικρινείς αν μπορούσαμε να βρούμε έναν έξυπνο τρόπο για να κάνουμε την κυβέρνηση στη Βαρσοβία να καταλάβει ότι ακολουθεί λανθασμένο δρόμο.

Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον μπορούμε να το πει κατ 'ευθείαν προς την κυβέρνηση: Εμείς δεν θα σε ακολουθήσουμε εκεί. Στο κάτω κάτω, έχουμε τη δική μας ατυχή εμπειρία από τις ημέρες της «συμφωνίας της αντιπολίτευσης», το 1998, όταν ο Vaclav Klaus και ο Milos Zeman προσπάθησαν επίσης να κρατηθούν στην εξουσία επ' αόριστον με αλλαγή των κανόνων.
Για την Τσεχική Δημοκρατία, οι μέρες της νεανικής απειρίας έχουν περάσει και πρέπει να προβάλουμε μια πολύ δραστήρια εξωτερική πολιτική. Αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα ερωτήματα.

1) Η ευρωπαϊκή ιστορία δείχνει ότι οι περισσότερες από τις μεγάλες αλλαγές στην περιοχή μας προκύπτουν από τα σημεία καμπής στις υποθέσεις της Γερμανίας, η οποία σήμερα είναι ο στενότερος σύμμαχός μας. Πώς λοιπόν μπορούμε να βοηθήσουμε τη Γερμανία να ασχοληθεί με το πρόβλημα των προσφύγων, για το δικό μας συμφέρον;

2) Η Μόσχα είναι ένας όλο και πιο επιθετικός παίκτης στην περιοχή. Η ιστορία δείχνει ότι μόλις μια δύναμη λάβει μια μπουκιά από ξένο έδαφος, θέλει αμέσως περισσότερο. Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε την άμυνα μας και να πείσουμε την Ευρώπη να κάνει το ίδιο;

3) Από τους «Τέσσερις του Βίζεγκραντ», οι τρεις εμφανίζουν δραματική αύξηση του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και αυταρχικές τάσεις. Πώς μπορούμε να δείξουμε στους Δυτικούς εταίρους μας ότι δεν ανήκουμε σε αυτήν την κλίκα και τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιωθεί η κατάσταση στην Ανατολή;

4) Το επερχόμενο δημοψήφισμα για την ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να βρει τη Βρετανία να ψηφίζει υπέρ της αποχώρησης από την Ένωση. Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποτρέψουμε να συμβεί αυτό, διότι μια ενιαία ήπειρος χρειάζεται τη Βρετανική πνευματική, επιχειρηματική, ακόμα και στρατιωτική ικανότητα; Αν δεν τα καταφέρουμε, τότε τι γίνεται μετά;

πηγή: respekt.cz

Απόδοση στα Ελληνικά από εμένα. 

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Αύξηση της χρήσης ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης - Κατάρα ή ευλογία;

Διαβάζω στην “Καθημερινή” ότι, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα στο Νταβός, η αύξηση της χρήσης ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης θα κοστίσει τα επόμενα πέντε χρόνια την απώλεια 5,1, εκατ. θέσεων εργασίας σε 15 μεγάλες χώρες.


Πρόκειται για ένα θέμα που με εξιτάριζε από μικρό. Το πως, δηλαδή, αυτή η απώλεια των θέσεων εργασίας θα γύρναγε πίσω στην κοινωνία.


Ο πρώτος τρόπος που μπορεί να ιδωθεί αυτό το θέμα είναι ο απλοϊκά αριστερόστροφος, ο αρχέτυπα σοσιαλιστικός. Μπορεί δηλαδή κάποιος να πει ότι οι βιομηχανίες ασφαλώς κερδίζουν από την υποκατάσταση των φυσικών, ανθρώπινων εργατικών χεριών με μηχανές. Τι πιο απλό λοιπόν από το να επιστραφούν τα κέρδη αυτά, στους χαμένους της υπόθεσης, δηλαδή στην εργατική τάξη, υπό τη μορφή αυξημένων κοινωνικών παροχών, αυξημένου επίπεδου διαβίωσης.


Επειδή όμως αυτό ακούγεται, και μάλλον είναι, πολύ ασαφές και ομιχλώδες, και επειδή ζούμε σε καπιταλισμό, το σωστό θα ήταν να προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε αν όντως δημιουργούνται εν τέλει αυτά τα κέρδη και, αν ναι, να εντοπίσουμε που ακριβώς εμφανίζονται, και πως λειτουργούν στο οικονομικό κύκλωμα. Να δούμε ποιος ωφελείται από αυτή την αλλαγή, με ποιον τρόπο, και πως διοχετεύεται αυτή η ωφέλεια.


Κατ΄αρχάς, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι τρέχουσες δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας των ρομπότ υπολείπονται αυτές της μισθοδοσίας των μπλε κολλάρων. Μια σειρά ρομποτικών μηχανικών κατασκευών για να παραχθεί χρειάζεται πρώτα μια σοβαρή επένδυση σε έρευνα και τεχνολογία, και αυτή η επένδυση σίγουρα πρέπει να αποσβεσθεί. Είναι φυσικό λοιπόν ότι αυτό το κόστος θα περάσει στην τιμή του προϊόντος “ρομπότ”, οπότε και θα ακολουθήσει η οικονομοκοτεχνική του απόσβεση σε ένα διάστημα, το οποίο εκ πρώτης όψης εκτιμώ ότι θα διαρκέσει πέντε με δέκα χρόνια. Σε απλά λόγια δηλαδή η βιομηχανία η οποία θα χρησιμοποιήσει ρομπότ αντι για ανθρώπους θα συνεχίσει να εγγράφει στα βιβλία της αντί για έξοδα μισθοδοσίας, μηνιαία έξοδα απόσβεσης.


Επίσης πρέπει να υποθέσουμε ότι ο λογαριασμός δεν σταματάει εκεί. Εκτός από τον ετήσιο καταλογισμό απόσβεσης της επένδυσης για την προμήθεια των ρομπότ, θα τρέχουν παράλληλα τα έξοδα συντήρησης αυτών των μηχανών. Τα ρομπότ θα πρέπει να έχουν και ένα λογισμικό. Αν κρίνω από το κεφαλοκλείδωμα που υφίσταται μια μικρομεσαία επιχείρηση για την ετήσια ανανέωσης χρήσης του ERP της, από την εταιρεία πληροφορικής που την υποστηρίζει, τα αντίστοιχα ετήσια έξοδα υποστήριξης του λογισμικού των ρομπότ δε θα είναι καθόλου αμελητέα.


Αν από την άλλη μεριά λάβουμε υπ΄όψη μας πόσο χαμηλά βρίσκονται τα μεροκάματα εξ αιτίας των παγκοσμίων οικονομικών κρίσεων, της παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας, και της χαμηλής απαιτούμενης εξειδίκευσης, τείνουμε να υποθέσουμε ότι από άποψη περιορισμού των λειτουργικών εξόδων ίσως η υποκατάσταση των ανθρώπινων εργατικών χεριών να μη φέρει σε πρώτη φάση τα οικονομικά αποτελέσματα που εκ πρώτης όψεως θα ανέμενε κάποιος.


Άρα λοιπόν αυτή η ρομποτική επανάσταση στην παραγωγή είναι άδικο να αντιμετωπίζεται σα μια απλή προσπάθεια για τον περιορισμό των εξόδων. Εδώ πλέον έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, κάτι νέο. Μια επανάσταση στην παραγωγική διαδικασία σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία θα αλλάξει ριζικά πολλά από αυτά που ξέραμε.


Ας προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε ποια θα είναι τα πρώτα ωφέλη από αυτήν την επαναστατική αλλαγή στην παραγωγή.


Το πρώτο και πιο σίγουρο θα είναι ο περιορισμός του ανθρώπινου λάθους, και μάλιστα του λάθους εκείνου που δε μπορεί να προβλεφθεί συστημικά, του λάθους που ανήκει στο 5% της κανονικής κατανομής όσον αφορά στην καμπύλη της παραγωγικής ευστοχίας. Θα έχουμε δηλαδή μια μηχανή που θα παράγει 100% αλάνθαστα κομμάτια, πανομοιότυπα, τα οποία θα ανταποκρίνονται σε κάθε περίπτωση στις απαιτούμενες προδιαγραφές.


Δεύτερη σημαντική αλλαγή που θα επιφέρει αυτή παραγωγική επανάσταση θα είναι η βελτιστοποιημένη ταχύτητα. Απλά και κατανοητά, η παραγωγικότητα θα σημειώσει κατακόρυφη άνοδο, εφ΄όσον θα έχει εξαλειφθεί πρώτα ο παράγοντας της ανθρώπινης κούρασης, και δεύτερον άλλα ζητήματα που προκαλούν χρονοτριβή όπως άδειες, διακοπές, απεργίες, Βέβαια εδώ μπαίνουν άλλα ζητήματα σε σχέση με τον προσδοκώμενο όγκο παραγωγής και το efficiency της αγοράς, αλλά υποθέτουμε ότι αυτά έχουν ληφθεί υπ΄όψιν πριν την επιβολή των νέων διαδικασιών ρομποτικής παραγωγής.


Αν προσπαθήσουμε τώρα να διακρίνουμε ποια θα είναι τα κέρδη της κοινωνίας από αυτήν την αλλαγή των παραγωγικών διαδικασιών, μπορούμε να δούμε και αυξημένη παρεχόμενη ποιότητα, αλλά και ποσότητα ικανή για δυο πράγματα. Πρώτον, να καλύψει πιο “δύσβατες” περιοχές, και, δεύτερο, να ρίξει τις τιμές, καθιστώντας και από τις δυο απόψεις το τελικό προϊόν, πιο προσιτό σε πλατύτερο καταναλωτικό κοινό.


Μπροστά σε αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές των παραγωγικών σχέσεων, φαντάζει όλο και περισσότερο λάθος η αντιμετώπιση των απωλειών θέσεων εργασίας με ένα στατικό, συντηρητικά εξισορροπητικό πνεύμα. Στη νέα εποχή την οποία εισερχόμαστε, κατά την οποία η εργατική τάξη αντί για μπλε γιακάδες θα έχει τσιπάκια, λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, πρέπει να δούμε ποια θα είναι πλέον η παραγωγική συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα, και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις και υποδομές για την ομαλή μετάβαση της ανθρώπινης εργασίας στις νέες συνθήκες. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εξειδίκευση, και η τεχνολογική εξοικείωση θα αποτελούν βασικά πλέον συστατικά του εργαζόμενου του μέλλοντος.


Σε μια κοινωνία όπου η εργατική τάξη αντικαθίσταται σταδιακά από ευφυώς εξελιγμένες μηχανές, οτιδήποτε στεγανό την κρατά πίσω, την εμποδίζει να εξελιχθεί η ίδια, και την κάνει να βλέπει το μέλλον με φοβία και συντηρητισμό πρέπει να εξαφανιστεί. Γι αυτό και είναι σημαντικό παράλληλα με την τεχνολογική εξέλιξη του 21ου αιώνα, να εξελιχθεί και η κοινωνική - πολιτική οργάνωση των κοινωνιών. Να αντιμετωπισθούν τα θέματα της δημιουργίας υποδομών, τα θέματα της παιδείας και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με τη παραγωγή, με ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο. Να παρθούν αποφάσεις τέτοιες που θα θέτουν τις βάσεις για να περιοριστούν οι αποκλεισμοί από τη γνώση, και τις παραγωγικές διαδικασίες, όπως αυτές διαμορφώνονται με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μας. 

Ο μεγαλύτερος εχθρός στις αλλαγές που πραγματοποιούνται είναι ο φοβικός τρόπος αντιμετώπισής τους. Η κοινωνία μας πρέπει με δημοκρατικό και φιλελεύθερο τρόπο να αποκαλύψει τα στεγανά που κρατάνε την κοινωνία πίσω, και όσους επωφελούνται από αυτά, βάζοντας της εμπόδια να συμβαδίσει με μια τεχνολογική - παραγωγική επανάσταση, που δε μπορεί να περιμένει.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση; (Του Π.Κ. Ιωακειμίδη)

Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) το 2016; Το ερώτημα αυτό θα ακουγόταν εντελώς άκαιρο, προκλητικό και ίσως παράλογο ή ενδεχομένως ως έκφραση ευσεβών πόθων. Κι όμως σήμερα από πλευράς τόσο χωρών-μελών και αναλυτών όσο  και θεσμών της ΕΕ (Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κ.ά.) εκφράζεται η βαθιά ανησυχία για το μέλλον της ΕΕ. Τίτλοι για το «τέλος της Ευρώπης» («The end of Europe») εμφανίζονται συχνά-πυκνά σε σοβαρά ή λιγότερο σοβαρά ευρωπαϊκά έντυπα.  Η αβεβαιότητα επομένως για το μέλλον της Ενωσης φαίνεται να επικρατεί. Αλλά «αν μια εβδομάδα είναι πολύ μεγάλος χρόνος στην πολιτική» (Χ. Γουίλσον) για να κάνει κάποιος προβλέψεις, ένας ολόκληρος χρόνος ίσως να φαντάζει αιώνας. Ας δούμε ωστόσο τα δεδομένα που δημιουργούν την αβεβαιότητα και θέτουν το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργήθηκε, ως γνωστόν, τη δεκαετία του 1950 (ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα) από τις έξι ιδρυτικές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Benelux) με έναν κύριο στόχο: την επίτευξη σταθερότητας και τον τερματισμό των αιματηρών πολεμικών συγκρούσεων στη Γηραιά Ηπειρο. Στον βασικό αυτόν στόχο η Ενωση πέτυχε κυρίως με τη συμφιλίωση Γαλλίας – Γερμανίας: ο πόλεμος στον χώρο που καλύπτει η ΕΕ έγινε αδιανόητος. Και ο χώρος αυτός διευρύνθηκε εντυπωσιακά. Οι έξι αρχικές χώρες έγιναν 28, ενώ άλλες επτά από τα Δ. Βαλκάνια και την Τουρκία έχουν εγκαινιάσει τη διαδικασία ένταξής τους και, με την εξαίρεση ίσως οριακών περιπτώσεων, όλες οι εναπομένουσες ευρωπαϊκές ή λιγότερο ευρωπαϊκές χώρες θα ήθελαν να ενταχθούν στην Ενωση. Παράλληλα η Ενωση από μια απλή τελωνειακή ένωση μετεξελίσσεται σε πολιτική και νομισματική ένωση (ατελή βεβαίως) με ενιαίο νόμισμα (ευρώ) και ενιαία νομική προσωπικότητα.

Ακόμη η Ενωση έχει καταλάβει μια σημαντική θέση στο παγκόσμιο σύστημα. Ενώ αντιπροσωπεύει το 7% μόνο του παγκόσμιου πληθυσμού, κατέχει το 25% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ και δαπανά το 50% των παγκόσμιων κοινωνικών δαπανών (7-25-50, οι αγαπημένοι αριθμοί της κυρίας Μέρκελ). Εχει τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο παγκόσμιο εμπόριο (20% περίπου), είναι ο μεγαλύτερος δωρητής εξωτερικής βοήθειας (0,45% του ΑΕΠ περίπου) και επιπλέον είναι ουσιαστικά ο παγκόσμιος «οικονομικός ρυθμιστής» (regulator) με τον καθορισμό των προτύπων παραγωγής αλλά και μια ισχυρή «παιδευτική δύναμη» (normative power), με την έννοια ότι «θαυμάζεται» σε αυξημένα ποσοστά από τους «απ” έξω» ενώ αμφισβητείται από τους «από μέσα». Είναι, με άλλα λόγια, μια ιδιόμορφη υπερδύναμη, αν και χωρίς συνεκτική κεντρική κυβέρνηση και επαρκή στρατιωτική ισχύ.

Γιατί επομένως η Ενωση βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση επιβίωσης;

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι κατά κάποιον τρόπο η Ενωση είναι θύμα της επιτυχίας της. Ο πρωταρχικός στόχος της σταθερότητας έχει επιτευχθεί, ενώ επιπλέον η Ενωση είναι ο χώρος με το υψηλότερο επίπεδο ευημερίας, δημοκρατίας και ατομικών δικαιωμάτων, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Παρά ταύτα, έχω εντοπίσει δέκα τουλάχιστον αιτίες/λόγους που τροφοδοτούν τη σημερινή υπαρξιακή κρίση, λόγους διαρθρωτικούς και λόγους συγκυριακούς
.
Διαρθρωτικοί λόγοι
  1. Η δημογραφική συρρίκνωση. Ο πληθυσμός της ΕΕ συνολικά μειώνεται (από τα 503 εκατ. σήμερα) αλλά και – το κυριότερο – γηράσκει, η Γηραιά Ηπειρος γίνεται όντως γηραιά, με τεράστιες συνέπειες για την οικονομία, τα συστήματα κοινωνικής  ασφάλισης, την αγορά εργασίας κ.τ.λ.
  2. Η μετατόπιση οικονομικών δραστηριοτήτων σε Ασία, Κίνα και Ινδία (γενικώς  BRICS), με επίσης έντονα ζημιογόνες πολλαπλές οικονομικές συνέπειες.
  3. Η ατελής Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ). Η ΟΝΕ είναι κατά βάση μόνο Νομισματική Ενωση, με το ευρώ άστεγο και ορφανό, και αυτό τροφοδοτεί αστάθειες και κρίσεις. Θα πρέπει να ολοκληρωθεί με πλήρη οικονομική, δημοσιονομική (fiscal), τραπεζική και τελικά πολιτική ένωση. Βήματα προς την κατεύθυνση αυτή έχουν γίνει, αλλά θα πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα.
Συγκυριακοί λόγοι
  1. Οι μαζικές ροές προσφύγων/ μεταναστών προς την Ευρώπη που,  αν και ευεργετικές από πολλές πλευρές, θέτουν ωστόσο περίπλοκα προβλήματα, ενώ οδηγούν σε αμφισβήτηση σημαντικών ενοποιητικών επιτευγμάτων, όπως η ελεύθερη διακίνηση προσώπων (καθεστώς Σένγκεν).
  2. Η άνοδος του IS (Ισλαμικού Κράτους), του ισλαμικού φονταμενταλισμού, της τρομοκρατίας με το απεχθές χτύπημα στο Παρίσι, που επίσης κλονίζουν κεκτημένα της Ενωσης και τροφοδοτούν κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας στην Ευρώπη.
  3. Η εντεινόμενη αστάθεια και συγκρουσιακή χημεία στην περιφέρεια της Ευρώπης (Ουκρανία, Μ. Ανατολή, Β. Μεσόγειο κ.ά.) και η συνακόλουθη όξυνση των σχέσεων με Ρωσία, καθώς και οι αβεβαιότητες για τις προθέσεις της τελευταίας.
  4. Το βρετανικό πρόβλημα, η αβεβαιότητα δηλαδή για τη θέση του ΗΒ στην ΕΕ στην προοπτική του σχετικού δημοψηφίσματος που θα διεξαγάγει μέσα στο 2016 με το ερώτημα «εντός ή εκτός» της Ενωσης.
  5. Η αναιμική οικονομική ανάπτυξη, η αυξημένη ανεργία (11% περίπου), οι νέες ανισότητες  ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και των πολιτικών λιτότητας των τελευταίων χρόνων.
  6. Η άνοδος, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, των ακραίων αντι-ευρωπαϊκών, ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων από τη Γαλλία ως την Πολωνία που ευθέως αμφισβητούν τη χρησιμότητα της Ενωσης.
  7.  Και, τέλος, η κρίση νομιμοποίησης (legitimacy) που προκύπτει με τον αυξανόμενο αριθμό ευρωπαίων πολιτών που τείνει να θεωρεί την Ενωση μέρος του προβλήματος παρά μέρος της λύσης και ως εκ τούτου να αποστασιοποιείται από αυτήν.
Κάτω από τις αλληλοτροφοδοτούμενες αυτές κρίσεις θα επιβιώσει επομένως η Ευρωπαϊκή Ενωση το 2016 αλλά και βεβαίως πέραν αυτού;

Η απάντησή μου είναι ότι θα επιβιώσει και πρέπει να επιβιώσει, όχι γιατί αυτό είναι αναπόφευκτο αλλά γιατί άλλο εναλλακτικό πρότυπο οργάνωσης για την Ευρώπη δεν υπάρχει. Χωρίς την ΕΕ η Ευρώπη περιέρχεται στο χάος των εμφύλιων συγκρούσεων. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει άλλωστε προχωρήσει ιστορικά μέσα από την επίλυση κρίσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ενωση επίσης θα ξεπεράσει τις κρίσεις μέσα από πολιτικές,  προσαρμογές και δράσεις βαθύτερης ενοποίησης (π.χ., Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή) που θα προωθήσουν κυρίως Γαλλία και Γερμανία, χώρες οι οποίες έχουν κάνει μια τεράστια ιστορική επένδυση στο σχέδιο «Ευρωπαϊκή ενοποίηση» και επομένως δεν θα το αφήσουν να καταρρεύσει (παρά τους φόβους που εγείρει η άνοδος της Μ. Λεπέν). Αλλά η υπέρβαση της κρίσης δεν θα γίνει με ένα ενοποιητικό big bang, όσο επιθυμητό κι αν είναι. Θα γίνει με σταδιακά βήματα σε ορίζοντα χρόνου. Και η νέα Ενωση που θα προκύψει θα είναι σαφώς διαφορετική. Θα είναι Ενωση «δύο στρωμάτων διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης». Μια ομάδα χωρών (κυρίως χώρες ευρωζώνης) θα προχωρήσουν σε βαθύτερη ενοποίηση, κάποιες άλλες θα παραμείνουν πίσω σε χαλαρότερο σχήμα ενοποίησης, ενώ μία ή δύο (π.χ., ΗΒ) δεν αποκλείεται να αποχωρήσουν αλλά κάποιες άλλες θα προστεθούν ως μέλη. Επομένως η κρίση μπορεί να είναι πολύπλευρη και βαθιά, αλλά το αναγγελλόμενο τέλος/θάνατος της Ενωσης ίσως να «είναι κάπως υπερβολικό», όπως θα έλεγε και ο O. Γουάιλντ.

Η θέση της Ελλάδας

Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στην πρόκληση του εξευρωπαϊσμού και στην πίεση του  «απο-ευρωπαϊσμού» με προβολή του εθνολαϊκισμού ως του κυρίαρχου ιδεολογικού αφηγήματος.

  Εγείρονται επομένως ερωτήματα για τη μελλοντική θέση της στην Ενωση. Τρία πιθανά σενάρια διαγράφονται: πρώτον, η χώρα να εκδιωχθεί/αποχωρήσει από την ευρωζώνη και ως συνέπεια και από την ΕΕ και να «επιστρέψει» πλήρως στα Βαλκάνια. Παρά το γεγονός ότι το Grexit παραμένει ως επιλογή στο τραπέζι, το σενάριο αυτό εμφανίζει σήμερα μάλλον χαμηλές πιθανότητες τελικής υλοποίησης. Δεύτερον, η Ελλάδα να «επανέλθει» στον εσωτερικό πυρήνα της Ενωσης ως ένα ισχυρό, ισότιμο, εξωστρεφές  και κυρίως κανονικό κράτος. Είναι το επιθυμητό σενάριο αλλά με σχετικά μικρές επίσης πιθανότητες άμεσης υλοποίησης χωρίς την προηγούμενη ανασυγκρότηση / ισχυροποίηση των γνήσια φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας.  Τρίτον, η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, μέσα στην οποία όμως θα συντηρείται ως μια παθολογικά αθεράπευτη περίπτωση στα όρια του  «αποτυχημένου κράτους». Από αρκετούς εκτιμάται ότι αυτό το σενάριο εμφανίζεται ως το σχετικά πιθανότερο για το άμεσο μέλλον τουλάχιστον. Και αυτό θα πρέπει να αποφευχθεί. Σε τελευταία ανάλυση, «τα πάντα είναι στα χέρια μας».

*Από το ‘Βήμα της Κυριακής’ (4-1-16)

-Ο κ. Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

πηγή: anoixtoparathyro.gr