Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Πώς μεθοδεύουν το Grexit (του Παύλου Παπαδόπουλου από το Βήμα)

Η περυσινή αλλαγή της διαρρύθμισης των επίπλων στο γραφείο του Πρωθυπουργού με τη μετακίνηση του βάρους 94 κιλών δρύινου γραφείου του κ. Τσίπρα στο ανατολικό τμήμα της μακρόστενης αίθουσας με την ξύλινη επένδυση στους τοίχους, δεν έγινε τυχαία. Περιέχει συμβολισμούς. Το "Ιερό Βήμα" βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα των Ναών, αλλά και στην Ανατολή (Ρωσία, Κίνα και Ιράν) προστρέχει ο Αλέξης Τσίπρας για να οικοδομήσει μια «πολύπλευρη» εξωτερική πολιτική και να επιτύχει την εξασθένιση της «εξάρτησης» της χώρας (και των Πρωθυπουργών της...) από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο «αρχιερέας» Αλέξης κοιτάζει την Ελλάδα από τα ανατολικά, σαν να ιερουργεί, σαν να επιτελεί την αναίμακτη θυσία. Αυτή η μελετημένη «νέα αρχιτεκτονική χώρου» του Μεγάρου Μαξίμου παλεύει από τότε να απλωθεί στη χώρα και να γίνει η νέα πολιτική, οικονομική και γεωπολιτική αρχιτεκτονική. Στη μεταφυσική, και τα άψυχα έχουν ζωή, όλα αντιλαμβάνονται τον αισθητό κόσμο. Ακόμα και το ξύλο στο μακρόστενο τραπέζι των συνεδριάσεων του πρωθυπουργικού γραφείου, η μικρή βιβλιοθήκη με τα δερματόδετα βιβλία (που δεν έχει καταδεχτεί να ανοίξει κανείς...), οι παλιοί μηχανισμοί των διάφανων κουρτινών και των εξωτερικών ρολλών που τρίζουν ελαφρώς, τα επίχρυσα φωτιστικά δαπέδου....Όλα έχουν ζωή, όλααφουγκράζονται χωρίς να απαντούν. Ας ανατρέξουμε λοιπόν σε ένα πρωί λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα και ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της παράξενης "πολιτικής" που παράγεται σήμερα μέσα σε αυτό το ιστορικό γραφείο.

- «Το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση, ως οφείλουμε, έχουμε εκπονήσει σχέδια για την διασφάλιση της τάξης και την περιφρούρηση νευραλγικών δημοσίων κτιρίων σε περίπτωση ρήξης με την Ευρώπη», είπε ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Πανούσης.

- «Ο Στρατός θα βγει στους δρόμους και θα εγγυηθεί την ασφάλεια», τόνισε ο κ. Πάνος Καμμένος με τη γνωστή σιγουριά που τον διακρίνει.

- «Δεν θα χρειαστεί ούτε ο Στρατός, ούτε η Αστυνομία», είπε ο κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης, τότε υπουργός Υποδομών. «Ο λαός θα μπει μπροστά στη ΔΕΗ, ο λαός θα μπει μπροστά στον ΟΤΕ, ο λαός θα προστατεύσει τη χώρα».

- «Τίποτα από αυτά δεν θα χρειαστεί», καθησύχασε περιχαρής όπως πάντα ο κ. Γιάνης Βαρουφάκης. «Θα τυπώσουμε IOUs και δεν θα σημειωθεί καμία αναστάτωση».

- «Τα IOUs χρειάζονται πολύ χαρτί και πολύ χρόνο....», απάντησε σαν να μονολογούσε ο κ. Γιάννης Δραγασάκης, αποστασιοποιημένος, αμυντικός, μελαγχολικός κοιτάζοντας τα χαρτιά του...


Ο αμίλητος σκηνοθέτης


Ο κ. Τσίπρας δεν είπε τίποτα. Παρακολουθούσε διερευνητικά. Όπως και κάθε άλλη φορά, έμοιαζε σαν να παρακολουθεί τη συζήτηση από έναν τηλεοπτικό δέκτη. Συμμετείχε χωρίς να είναι "εκεί". Όπως επιβεβαιώνουν πολλοί υπουργοί, ο Πρωθυπουργός μοιάζει στις πολύωρες συσκέψεις σαν να βρίσκεται σε μια δική του πραγματικότητα, κοντινή, αλλά διαφορετική από τη δική τους. Δεν είναι αφηρημένος, αντίθετα είναι έντονα παρών, αλλά δεν δείχνει να εμπλέκεται συναισθηματικά, ούτε εκφράζει γνώμη. Αυτό το "στυλ" κάνει πολλούς να νομίζουν πως δεν έχει άποψη και πως παρασύρεται από τον έντονο χαρακτήρα και την ωμή αποφασιστικότητα του κ.Ν. Παππά, του παντοκράτορα του σαλονιού του πρώτου ορόφου του Μεγάρου Μαξίμου, του χώρου αριστερά της σκάλας, ενός χώρου με τοίχους σε απαλά γαλάζια χρώματα και υπόλευκους καναπέδες δεκαετίας ’70 που είχε φιλοξενήσει το feng sui γραφείο του Θοδωρή Ρουσόπουλου (2004 - 2008), αλλά και τους απογευματινούς καφέδες της Δήμητρας Λιανή (1993 - 1995). Αυτό το φορτισμένο σαλόνι φιλοξενεί σήμερα τον υπουργό που δεν διστάζει να απαντά απότομα και «χύμα» στον καλό φίλο και προϊστάμενό του, όταν διαφωνεί μαζί του, εκπλήσσοντας τους παρευρισκόμενους και διαταράσσοντας τα «κύματα» που διατρέχουν την ατμόσφαιρα.


Η αλήθεια όμως, μια αλήθεια που ελάχιστοι έχουν κατορθώσει να διακρίνουν, είναι ότι ο κ. Τσίπρας είναι ο αμίλητος σκηνοθέτης της πραγματικότητας, όχι μόνο του Γραφείου του, αλλά επίσης της κυβέρνησης και (εν πολλοίς) και της χώρας. Διαχειρίζεται υπομονετικά τις εντυπώσεις που προκαλεί στους συνεργάτες του, στο κόμμα και στον λαό μιλώντας αμφίσημα, ελάχιστα, στρεψόδικα ή καθόλου. Διαχειρίζεται τις εντυπώσεις που εκείνος υποβάλλει έτσι ώστε να «αναπλάθει τα πράγματα» στο σχήμα που αυτός θέλει. Σύντομα οι εξελίξεις αποκρυσταλλώνονται με τρόπο φυσικό και οι συνεργάτες του, οι υπουργοί, οι συνομιλητές, οι πολίτες πιστεύουν ότι εκείνοι τις αποφάσισαν, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι αυτός τους επηρέασε, ότι αυτός σκηνοθέτησε τις μεταβολές που «αποφάσισαν». Τους αφήνει όλους να πιστεύουν, από τον «πραγματικό Πρωθυπουργό» κ. Παππά ως τον «ρωμαίο συγκλητικό» κ. Κοτζιά, ότι εκείνοι είναι οι ισχυροί, ότι εκείνοι είναι τα μυαλά, ότι εκείνοι τον επηρεάζουν, ότι εκείνοι τον ελέγχουν. Μέχρι που φτάνει μια ημέρα που οι «πανίσχυροι» χάνουν τη θέση τους (και έχουμε πολλά παραδείγματα ήδη αυτούς τους 15 μήνες γι’ αυτό κακώς διολισθαίνουν σε αλαζονεία ορισμένοι...).Και μάλιστα ο κ. Τσίπρας δεν έχει ποτέ διαπληκτιστεί με εκείνους που εξαφάνισε, δεν έχει ποτέ συγκρουστεί, δεν έχει ποτέ αλλάξει το εφηβικό χαμόγελο με το οποίο τους υποδεχόταν.


«Δεν θυμώνει με κανέναν από εμάς και δεν έχει αντιδικήσει με κανέναν από εμάς, όχι γιατί δεν έχει το θάρρος, τις γνώσεις και τις πεποιθήσεις, όχι γιατί είναι άβουλος, ανεπαρκής ή δειλός, αλλά γιατί μας θεωρεί όλους χρήσιμους και αναλώσιμους ταυτόχρονα, άρα γιατί να θυμώσει μαζί μας όταν ξέρει ότι η ημερομηνία λήξης του καθένα μας θα έρθει από μόνη της;», παρατηρεί μιλώντας υπό συνθήκες εχεμύθειας προς "ΤΟ ΒΗΜΑ" πρόσωπο που έχει «διαβάσει» τον Πρωθυπουργό σε άπειρες άτυπες συσκέψεις, κλειστές μυστικές συναντήσεις και συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου. Κάπως έτσι ο κ. Τσίπρας, αθόρυβα, αθέατα, σαν ένας αόρατος άνθρωπος που μετακινεί τα αντικείμενα σε ένα σαλόνι ανυποψίαστων ανθρώπων, όχι μόνο ελέγχει την κυβέρνηση, αλλά μεταλλάσσει την κοινή γνώμη και την οδηγεί αργά και σταθερά στη ρήξη με την Ευρώπη. Προτού όμως αναλύσουμε περισσότερο αυτή τη στρατηγική του, ας δούμε το υπόβαθρο επάνω στο οποίο μπόρεσε να αναπτυχθεί.


Ο κύκλος της εξαπάτησης


Δύο είναι οι αλήθειες του προγράμματος μέσα στο οποίο η Ελλάδα έχει βαλτώσει επί έξι χρόνια. Πρώτον, ότι για να εφαρμοστεί ένα μνημόνιο πρέπει να ψηφιστεί από τη Βουλή δύο φορές. Μία φορά ονομαστικά, ως «πακέτο» (σε μια κατά το σύνηθες «δραματική» συνεδρίαση της Ολομέλειας), και μία ως «εφαρμοστικοί νόμοι» συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, που ψηφίζονται σταδιακά, με ιεράρχηση, μέσα στη χρονική διάρκεια του Μνημονίου η οποία χωρίζεται σε «περιόδους αξιολόγησης».Η τρόικα παρακολουθεί τη (δεύτερη) ψήφιση και την εφαρμογή όσων ψηφίστηκαν ως «πακέτο» (Μνημόνιο) και ανάλογα με την πρόοδο που σημειώνεται σε κάθε «περίοδο αξιολόγησης» εγκρίνει ή καθυστερεί τη συμφωνημένη δόση. Έτσι εξηγείται γιατί εμείς και οι δανειστές μπορεί να συμφωνούμε (με τα χίλια βάσανα...) σε ένα «σκληρό Μνημόνιο», αλλά μετά «κολλάνε» οι αξιολογήσεις με αποτέλεσμα μετά από 2 χρόνια να χρειάζεται ένα νέο «σκληρό μνημόνιο» για να ξαναρχίσουν από την αρχή οι προσχηματικές απόπειρες εφαρμογής των ίδιων μεταρρυθμίσεων. Οι κυβερνήσεις ψηφίζουν ότι θα εφαρμόσουν όλα αυτά που αργότερα αποφεύγουν να ξαναψηφίσουν προκειμένου να αποτρέψουν την εφαρμογή τους. Εξαιρούνται μόνο όσα μέτρα επιβάλλονται από τους δανειστές «με το μαχαίρι στο λαιμό» τα οποία ψηφίζονται σε εξευτελιστικές για τη χώρα μεταμεσονύχτιες κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις λίγες ώρες πριν από το επόμενο πιστωτικό γεγονός.

Οι καθυστερήσεις αυτές εξαθλιώνουν οικονομικά τους πολίτες αφού τελικά, όπως απέδειξαν άλλες χώρες με πρώτη την Κύπρο, που μπήκαν και βγήκαν από τα μνημόνια, το σωρευτικό κόστος της ματαίωσης των μεταρρυθμίσεων είναι αισθητά μεγαλύτερο από το κόστος που θα είχε η άμεση εφαρμογή τους. Μετά την άμεση εφαρμογή των επώδυνων μέτρων ο εργαζόμενος, ο επαγγελματίας, ο επιστήμονας θα μπορούσαν να αναπληρώσουν όσα θα έχαναν αφού μια οικονομία που θα λειτουργούσε ξανά θα τους πρόσφερε πολλές ευκαιρίες για νέες δημιουργικές πρωτοβουλίες. Η μη εφαρμογή των μέτρων όμως εγκλωβίζει τους πάντες στη διαλυτική απραξία. Και το κόστος της απραξίας συσσωρεύεται και μετουσιώνεται σε νέα, σκληρότερα μέτρα, χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος της μαζικής μετανάστευσης των ικανότερων και πιο μορφωμένων από τη νέα γενιά. Οι πολίτες όμως αποδίδουν την κύρια ευθύνη για όλα τα δεινά στους δανειστές που επιβάλλουν «νέα μέτρα» και όχι στις κυβερνήσεις που καθιστούν τα «νέα μέτρα» απαραίτητα αφού το πολιτικό σαμποτάζ στην εφαρμογή των «παλαιότερων μέτρων» αυξάνει διαρκώς τον λογαριασμό της κρίσης που πρέπει οι πολίτες να καταβάλλουν με τη μορφή «νέων μέτρων».Ο κύκλος της εξαπάτησης ολοκληρώνεται με τους κυβερνητικούς να συναντούν τους δανειστές στο Hilton ή στις δραματικές συνεδριάσεις του Eurogroup και να επικαλούνται τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια και τον «κίνδυνο για τη Δημοκρατία» προκειμένου να δικαιολογηθούν επειδή δεν εφαρμόζουν τα «νέα μέτρα» (δηλαδή τα παλιά) που έχουν υπογράψει ότι θα εφαρμόσουν (και που ο λαός νομίζει ότι έχουν ήδη εφαρμοστεί...).


Καθυστερώντας διαρκώς την ώρα που θα πουν και θα πράξουν όλα όσα οι περιστάσεις επιβάλλουν, οι πολιτικοί θέλουν να εξασφαλίσουν την παράταση της παραμονής τους στην πολιτική σκηνή. Σταδιακά, βεβαίως, η εκάστοτε κυβέρνηση αποδοκιμάζεται. Δεν αλλάζει όμως κάτι. Η σκυτάλη της εξαπάτησης περνά στην επόμενη χάρη στην οποία ο λαός ανανεώνει τις ψευδαισθήσεις του. Η θεμελιώδης ψευδαίσθηση είναι ότι η ευθύνη για την παρακμή οφείλεται στην «πανίσχυρη» Ευρώπη και στο «απεχθές» ΔΝΤ που δεν κουρεύουν το χρέος. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι η παρακμή οφείλεται σε μια εγχώρια εξαπάτηση γιατί είμαστε συνένοχοι σ’ αυτήν. Εμείς εξαπατούμε τους εαυτούς μας με όργανο τις κυβερνήσεις που διαρκώς αλλάζουμε. Κάπως έτσι κλείνουν σύντομα έξι χρόνια στο βάλτο του Μνημονίου, ένα πρωτοφανές ιστορικό αδιέξοδο για το οποίο μερίδιο ευθύνης φέρουν όλες οι κυβερνήσεις και ασφαλώς ο ίδιος ο λαός, δηλαδή εμείς.


Το εθνικοπατριωτικό τόξο στην εξουσία


Στις αρχές του 2015, όμως, η ελληνική κρίση άλλαξε ποιοτικά χαρακτηριστικά. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 25ης προς 26η Ιανουαρίου 2015 δεν σφραγίστηκε απλώς η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ. Για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία το εθνικοπατριωτικό τόξο. Ουσιαστικά ιδρύθηκε σιωπηλά και ανέλαβε την εξουσία ένα νέο υπερ - κόμμα που διαπερνά οριζόντια ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και εκδηλώθηκε ως κύριος εκφραστής του σοσιαλισμού, του εθνικισμού, του λαϊκισμού, του αντιδυτικισμού και του ευρωσκεπτικισμού. Η πολιτική του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη. Σχεδόν όλες οι τοποθετήσεις του μοιάζουν με χρησμούς αφού τα ίδια λόγια επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες. Σταθερή στρατηγική του είναι να αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, να μην δεσμεύεται ποτέ σε μία πολιτική και να κάνει όσο γίνεται περισσότερους πολίτες (όπως επίσης τους βουλευτές, τους συνεργάτες, τους συνομιλητές ή ακόμα και τους αντιπάλους του) να πιστεύουν ότι σχεδόν συμφωνεί με τις απόψεις και τις ιδέες τους. Με την ελλειπτικότητα των θέσεών του, με έναν πολιτικό λόγο που σχεδιάζεται από τον ίδιο για να παραμένει ανοιχτός σε ερμηνείες, ο Τσίπρας αναπλάθει και αναδιαμορφώνει την κοινή γνώμη έτσι ώστε αργά και σταθερά να την εξοικειώνει με την ιδέα της αποχώρησης από το ευρώ. «Ναι, στο ευρώ, αλλά όχι με κάθε κόστος», ήταν η πρωθυπουργική φράση που σφράγισε το 2015 και συνεχίζει να χαρακτηρίζει κάθε πράξη (και μη πράξη...) της διακυβέρνησής του. Αυτή η φράση υποβάλλει έντεχνα την ιδέα ότι από ένα σημείο και μετά μπορεί να υπάρχει ένας άλλος δρόμος για τη χώρα με λιγότερο κόστος και περισσότερα οφέλη. Πλάθεται λοιπόν μια κοινή γνώμη που ολοένα και περισσότερο προσχωρεί σε αυτή την άποψη.


Ο Αλέξης Τσίπρας ασφαλώς δεν έχει υιοθετήσει δημοσίως τη θέση ότι η Ευρώπη δεσμεύει τη χώρα. Ιδιωτικώς όμως ποτέ δεν απορρίπτει, ούτε αποδοκιμάζει την νεοκομμουνιστική ιδέα σύμφωνα με την οποία η ευρωζώνη είναι το σημερινό πρόσωπο της εξάρτησης της Ελλάδας από τις ξένες δυνάμεις οι οποίες επιβάλλουν και υποστηρίζουν το «αστικό καθεστώς».Και αφήνει να εννοηθεί πως συμμερίζεται την ιδέα ότι στην ευρωζώνη οι πρωθυπουργοί είναι αναλώσιμα «ανταλλακτικά» του κεντρικού συστήματος χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες επιλογών. Κατά συνέπεια, προϋπόθεση για να εφαρμοστεί μια «άλλη πολιτική» (και για να μακροημερεύσει στην εξουσία ένας αριστερός ηγέτης...) είναι είτε η «αλλαγή της Ευρώπης», είτε η εξασφάλιση βαθμών ελευθερίας από τη ζώνη του ευρώ. Και επειδή μόνο αφελής δεν είναι, γνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αλλάξει επειδή το θέλει η Αθήνα, άρα η ρητορική περί «άλλης Ευρώπης» δεν είναι παρά το πρόσχημα κάτω από το οποίο εφαρμόζεται μια πολιτική απομάκρυνσης από τη σημερινή Ευρώπη.


Η πραγματική «κυβέρνηση συνασπισμού»


Για να προχωρήσει σε αυτή την πορεία σταδιακής απεμπλοκής από την ευρωζώνη ο Πρωθυπουργός χρειάζεται την υποστήριξη όλων των πολιτικών παρατάξεων. Είναι προφανές ότι αυτό το συνειδητοποίησε πολύ καιρό προτού κερδίσει τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Η συμμαχία με τον νεοκαραμανλισμό (που ουσιαστικά εκφράζει τον δεξιό λαϊκισμό με τη σφραγίδα ενός οικόσημου), η «συνεννόηση» με την Εκκλησία και προσωπικά με τον κ. Ιερώνυμο, η ανακωχή με το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή καθώς και η κυβερνητική συνεργασία με προσωπικότητες του εθνικοπατριωτικού τόξου όπως ο Πάνος Καμμένος δεν είναι τυχαίες επιλογές. Προϋποθέτουν πολλή δουλειά και επαφές ετών στο πλαίσιο μιας ενιαίας πολιτικής στρατηγικής που στόχο έχει τη συνένωση διαφορετικών τάσεων (συνιστωσών) της ελληνικής πολιτικής μέσα σε ένα μεγάλο εθνικό κίνημα. Αυτή την αθόρυβη δουλειά έκανε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός μαζί με τον κ.Ν. Παππά. Και το αποτέλεσμα είναι ο Τσίπρας να έχει υπερβεί προ πολλού τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και ουσιαστικά συνενώνει υπό το πρόσωπό του τις συνιστώσες του εθνικοπατριωτικού τόξου. Μας κυβερνά ήδη μια κυβέρνηση συνασπισμού και αυτή είναι η κυβέρνηση του εθνικοπατριωτικού τόξου. Η πρωτοφανής για τα μεταπολεμικά δεδομένα συνένωση του εθνικοπατριωτικού τόξου έδειξε για πρώτη φορά τη δύναμή της στο δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου όταν ο Αλέξης Τσίπρας, ο μοναδικός υποστηρικτής του «ΟΧΙ» απέναντι σε όλους και σε όλα, εξασφάλισε 61%. Συνένωσε όλους τους μη εκσυγχρονιστές, εθνικιστές και ευρωσκεπτικιστές απ’ όλες τις παρατάξεις ενώ παρέσυρε απολίτικες, αγανακτισμένες και ριζοσπαστικοποιημένες ομάδες, ιδίως νέων ανθρώπων. Γι’ αυτό είναι αλήθεια ότι ο Πρωθυπουργός ελάχιστα ανησυχεί σήμερα από την πτώση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις. Δεν ανησυχεί γιατί δεν είναι πια απλώς ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ο ηγέτης του «ΟΧΙ στην ΕΥΡΩΠΗ».Και έχει την πρόσθετη ευελιξία ώστε αυτό να μην το λέει, να μην το διατυμπανίζει, να μην προειδοποιεί και να μην «ξυπνάει» τους αντιπάλους του οι οποίοι, παρά τα δαχτυλικά αποτυπώματα που υπάρχουν παντού στην καθημερινότητα της διακυβέρνησης, ελάχιστα πράγματα έχουν υποψιαστεί για τις πραγματικές του δυνατότητες και τις αληθινές του επιδιώξεις.

Οι αντίπαλοί του και οι ξένοι συνομιλητές του εφησυχάζουν και εθελοτυφλούν όταν δηλώνουν πεπεισμένοι ότι «ο Τσίπρας έγινε μνημονιακός αφού έφερε τρίτο μνημόνιο».Ο Πρωθυπουργός δεν έγινε «μνημονιακός».Θα γίνει μνημονιακός μόνο αν εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο και μέχρι σήμερα επιβεβαίωσε πλήρως όλους εκείνους που πίστευαν ήδη από το περασμένο καλοκαίρι πως δεν θα το εφαρμόσει. Το τρίτο μνημόνιο δεν σηματοδοτεί «ήττα», αλλά έναν στρατηγικό ελιγμό, μια νέα «Βάρκιζα» με τη διαφορά ότι τώρα η Αριστερά δεν κατέθεσε τα όπλα γιατί (όπως δήλωσε το καλοκαίρι του 2015 ο κ. Κατρούγκαλος) «τα όπλα είναι η εξουσία». Άλλωστε η Αριστερά, παρά τους θρύλλους, ούτε στην Βάρκιζα κατέθεσε τον βαρύ οπλισμό της...


Δημοψήφισμα για Grexit;


Κάποιοι που δεν μπορούν να διανοηθούν την αποχώρηση από το ευρώ επιμένουν πως ο Πρωθυπουργός θα αποφασίσει και θα υλοποιήσει μονομιάς όλες τις μεταρρυθμίσεις (με πρώτη τη βαθιά περικοπή όλων των συντάξεων) που δεν έκαναν οι προκάτοχοί του. Ο ίδιος όμως προφανώς γνωρίζει πως αν το κάνει τότε θα ακυρώσει την πολιτική του υπόσταση. Θα εμφανιστεί ως ένας ακόμα πολιτικός που έγινε «συνεργάτης των δανειστών». Σύμφωνα με κάποιους περισσότερο ρεαλιστές, μια άλλη επιλογή για τον Πρωθυπουργό θα μπορούσε να ήταν η προκήρυξη εκλογών με στόχο την ήττα και την αποχώρηση από την εξουσία προκειμένου να διασωθεί ό,τι απέμεινε από το «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς. Ο τρόπος που η κυβέρνηση διαχειρίζεται τις ανεξάρτητες αρχές, τη Δικαιοσύνη και τα Μέσα Ενημέρωσης, ως πόλους εξουσίας που πρέπει να ελεγχθούν, αποκλείει την ύπαρξη ενός τέτοιου σχεδιασμού. Ποιος είναι λοιπόν ο τρίτος δρόμος; Ο τρίτος δρόμος για τον Πρωθυπουργό (και ενδεχομένως η κεντρική του επιδίωξη από την πρώτη στιγμή) είναι να ισχυριστεί πως αγωνίστηκε για 1,5 χρόνο απέναντι στην αδιαλλαξία των ξένων και ότι την απόφαση για το κόστος της παραμονής στο ευρώ δεν μπορεί παρά να την λάβουν οι άνθρωποι που θα κληθούν να το καταβάλλουν. Ο τρίτος δρόμος λοιπόν θα μπορούσε να είναι μία ακόμα «Γιορτή Δημοκρατίας», ένα δημοψήφισμα για το νόμισμα στο οποίο ο Πρωθυπουργός θα εμφανιστεί ήπιος και θα πάρει θέση υπέρ ενός ελεγχόμενου και φιλικού Grexit.


Θα μιλήσει με σεβασμό για τους ευρωπαίους εταίρους και θα τονίσει ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο της Ευρώπης από τα αρχαία χρόνια (!), ότι θα παραμείνει μέλος της ΕΕ και θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με όλους τους εταίρους της. Θα υπαινιχθεί το «σχέδιο Σόϊμπλε» για το πακέτο βοήθειας σε περίπτωση Grexit, θα υπογραμμίσει ότι «το νόμισμα δεν είναι ταμπού» και θα επιστρατεύσει μια θερμή, λαϊκιστική και συγκινησιακή ρητορική που θα έχει ως επίκεντρο την εθνική κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Θα πει ότι η νέα γενιά αξίζει μια νέα αρχή και θα αποδοκιμάσει όλους όσοι κυβέρνησαν τα τελευταία 40 χρόνια. Τέλος, έχει την μοναδική ευκαιρία να αξιοποιήσει τη συγκυρία του βρετανικού δημοψηφίσματος και να υπογραμμίσει πως όταν οι Βρετανοί καλούνται να αποφασίσουν με δημοψήφισμα (στις 23 Ιουνίου) για την παραμονή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε ένα ελληνικό δημοψήφισμα για το ευρώ πρέπει από όλους να χαιρετιστεί ως μια πρωτοβουλία για να πνεύσει επιτέλους «άνεμος Δημοκρατίας» στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, γιατί όχι δημοψήφισμα για Grexit στο πρότυπο του Brexit; Η ατμόσφαιρα ρήξης που αναβιώνει σήμερα είναι βέβαιο ότι μπορεί να υπηρετήσει άριστα και έναν τέτοιο σχεδιασμό. Γιατί λοιπόν να αποκλείσουμε ότι υπάρχει;


Τα «χρήσιμα» capital controls


Κακώς, επίσης, δεν μας έχει κάνει καχύποπτους η πολύμηνη επιδεικτική αδιαφορία της κυβέρνησης για την ταχύτατη λήψη των αποφάσεων που θα οδηγούσαν στην άρση των capital controls, που είναι η κυριότερη προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της οικονομίας. Πέραν του ότι σοκάρει η εξοικείωση του επιχειρηματικού κόσμου με την χρηματοοικονομική ασφυξία (ποιος διαμαρτύρεται;), πέρα από την πυκνή ματαιότητα, την κατήφεια και την αδιαφορία των πάντων για την αποκατάσταση στοιχειωδών συνθηκών λειτουργίας της οικονομίας, πέραν από την κανονικότατη εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους ίδιους τους Έλληνες που αυτή η στάση απόσυρσης αποκαλύπτει, η ίδια η παγίωση των capital controls είναι μία ακόμα ισχυρή ένδειξη ότι η επανεκκίνηση της οικονομίας μέσα στην ευρωζώνη δεν μπορεί να είναι ο κεντρικός στόχος του Πρωθυπουργού. Αντίθετα, τα capital controls μάλλον χρησιμεύουν, μάλλον θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για να διασφαλίσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε περίπτωση δημοψηφίσματος για το ευρώ. Ο κίνδυνος που ανέφεραν όλοι εδώ και χρόνια κάθε φορά που γινόταν συζήτηση περί αλλαγής νομίσματος ήταν ότι «θα εξασφανιστούν οι καταθέσεις». Τώρα οι καταθέσεις (όσες απέμειναν) είναι προστατευμένες... Ποιος θυμάται τις προεκλογικές ανακοινώσεις της προέδρου της Εθνικής Τράπεζας κυρίας Λουκάς Κατσέλη ότι «τα capital controls θα αρθούν ως τα Χριστούγεννα»; Οι δηλώσεις είναι κατανοητές, αφού πολλοί υπογραμμίζουν κάτι άλλο ακατανόητο. Ότι στις ιδιωτικές συζητήσεις της η κυρία Κατσέλη θεωρεί τον κ. Τσίπρα ηγέτη μεγαλύτερο ακόμα και από τον Ανδρέα Παπανδρέου (!).Η σημαντική οικονομολόγος και πολιτικός δεν είναι η μόνη που έχει χάσει το μέτρο. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, η έννοια του μεγάλου ηγέτη έχει πολλές ερμηνείες...


Κατά συνέπεια, πράγματι, ο κ. Τσίπρας έχει τρεις επιλογές. Ας τις επαναλάβουμε: Η πρώτη είναι να εφαρμόσει τη συμφωνία, και μάλλον να συναινέσει σε μια νέα «κυβέρνηση Παπαδήμου», να υποστηρίξει δηλαδή μια νέα κυβέρνηση από κοινού με τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ. Αυτό το «προξενιό» προσπαθεί να «στήσει» τις τελευταίες εβδομάδες ο κ. Μάρτιν Σουλτς (κατ’ απαίτηση της κυρίας Μέρκελ), αυτό του έχουν ζητήσει οι ευρωπαίοι συνομιλητές του και (με βάση την προσφιλή του τακτική) δεν το έχει αποκλείσει... Όποιος όμως πιστεύει ότι πράγματι θέλει να το κάνει, απλώς θέλει να αυταπατάται. Ας αντιληφθούν όλοι (και θα το επαναλάβουμε) ότι η Ελλάδα κυβερνάται ήδη από κυβέρνηση συνασπισμού των δυνάμεων και των διακομματικών συνιστωσών του εθνικοπατριωτικού τόξου. Οι δυνάμεις που θα συγκροτούσαν μια κυβέρνηση στο πρότυπο της κυβέρνησης Παπαδήμου βρίσκονται διασπασμένες στην αντιπολίτευση. Θα εγκαταλείψουν την εξουσία οι πρώτοι για να χαρίσουν τη χώρα στους δεύτερους; Μοιάζει με ευσεβή πόθο. Η δεύτερη επιλογή του κ. Τσίπρα είναι να προκηρύξει εκλογές για να τις χάσει και να κάνει αντιπολίτευση σε μια κυβέρνηση Μητσοτάκη που θα εφαρμόζει τη συμφωνία. Και η τρίτη επιλογή είναι, όπως είπαμε, ένα νέο δημοψήφισμα. Άλλωστε το περυσινό «τεχνικό τεστ» πέτυχε. Πράγματι μπορεί να οργανωθεί δημοψήφισμα σε μία εβδομάδα. Και ας παραδεχθούμε ότι το ρίσκο πέρυσι ήταν μεγαλύτερο. Δεν υπήρχαν capital controls, η ζημιά στο τραπεζικό σύστημα μπορούσε να συνδεθεί με βαρύτατες εξατομικευμένες ποινικές ευθύνες, η κυβέρνηση έμπαινε σε αχαρτογράφητα νερά, οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί που θα οδηγούσε στην ανατροπή της. Κι όμως το αποφάσισαν. Κι όμως δεν συνέβη τίποτα απ’ όσα πολλοί φοβούνταν (ή ήλπιζαν) ότι θα συμβούν ...


Θέλουν οι Έλληνες το Grexit;


Τον Νοέμβριο 2015, σύμφωνα με έρευνα του think tank «ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ», 1 στους 3 Έλληνες τάσσονταν υπέρ της δραχμής (10% πάνω από σε σχέση με τον Μάρτιο 2015 κάτι που επιβεβαιώνει ότι το πολιτικό crash και το δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού δεν εξασθένισε, αλλά αντίθετα ενίσχυσε αισθητά τον σκληρό ευρωσκεπτικισμό).Εάν το ερώτημα για το νόμισμα τεθεί με όρους εθνικής κυριαρχίας, σε συνθήκες ακραίας πόλωσης και με το δίλημμα «Υποταγή ή Grexit;» το ποσοστό αυτό μπορεί εύκολα να αυξηθεί. Εάν παρ’ όλα αυτά ο κ. Τσίπρας χάσει αυτό το δημοψήφισμα θα μπορεί να αποχωρήσει όρθιος έχοντας εξασφαλίσει ένα ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο για το μέλλον την ίδια ώρα που οι αντίπαλοί του θα σπεύδουν να εφαρμόσουν ένα «σχέδιο Τόμσεν» με την κοινωνία να τους αποδοκιμάζει και την Αριστερά πιο ισχυρή από ποτέ. Εάν όμως κερδίσει θα θέσει τις βάσεις για μια πολυετή παραμονή στην εξουσία και για την εδραίωση ενός καθεστώτος με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά που κυβερνούν πολλές χώρες (ας υπενθυμίσουμε ότι η Δημοκρατία δυτικού τύπου είναι μειοψηφική στον πλανήτη).


Μετά το Grexit το δημόσιο χρέος θα παγώσει και θα επιμηκυνθεί για πολλά χρόνια (αυτό δηλαδή που ούτως ή άλλως θα συμβεί), ευρωπαϊκή βοήθεια (πακέτο Σόϊμπλε) προφανώς θα υπάρξει, αλλά και ξένος οικονομικός έλεγχος, μάλλον ασφυκτικός, ασφαλώς θα θεσμοθετηθεί με άλλη μορφή. Δεν θα υπάρξει αθέτηση του χρέους διότι σε αυτή την περίπτωση η χώρα οδηγείται στο Paris Club και αποκόπτεται από το παγκόσμιο σύστημα. Κανείς δεν θέλει κάτι τέτοιο και σίγουρα όχι ο κ. Τσίπρας. Μεγάλο μέρος των (ήδη εγκλωβισμένων) καταθέσεων μπορεί να περικοπεί (θα εξαρτηθεί από τη συμφωνία) αλλά ούτως ή άλλως το «ψαλίδι» (μικρό ή μεγάλο) θα επιβληθεί μέσω της νέας ισοτιμίας. Μισθοί και συντάξεις θα περικοπούν στην πράξη ακόμα περισσότερο και νέα σκληρή λιτότητα θα επιβληθεί για να σταθεροποιηθεί η δραχμή. Πολλά εισαγόμενα αγαθά θα λείψουν, οι τιμές των πρώτων υλών θα αυξηθούν, το κράτος θα στηρίζεται στο ευρωπαϊκό πακέτο (που θα προσφέρεται με το σταγονόμετρο και θα μοιράζεται σε εκλεκτούς της κυβέρνησης ...).Οι ειδικές συμφωνίες με την Κίνα και το Ιράν θα αποκτήσουν άλλη σημασία ενώ ο αλήστου μνήμης τιμάριθμός θα επιστρέψει. Τα προβλήματα με την Τουρκία θα πολλαπλασιαστούν μια που η γείτονα θα αισθανθεί πολλούς πειρασμούς για τους οποίους ήδη προετοιμάζεται. Η ελευθερία του λόγου θα γίνει περισσότερο προβληματική από ποτέ στη ζωντανή μνήμη..Και όσοι νέοι θα έχουν απομείνει στη χώρα θα συνωστίζονται για μετεγκατάσταση στην Ευρώπη προτού ζητηθούν βίζες. Όμως όλα αυτά (που είναι το «καλό σενάριο» καθώς δεν περιλαμβάνουν κάποια απότομη καταστροφή) θα γίνουν μέσα σε ένα κλίμα μεγάλης πόλωσης. Μεγάλο μέρος του λαού θα αποδίδει την ευθύνη για το απότομο crash όχι στην κυβέρνηση, αλλά σε όσους «μας έφεραν ως εδώ τα τελευταία 40 χρόνια», ενώ ταυτόχρονα θα έχει πειστεί ότι επιτέλους μπήκε πάτος στο βαρέλι και ότι η Ελλάδα ξαναρχίζει από την αρχή απαλλαγμένη από το αμαρτωλό παρελθόν της. Αυτό το μήνυμα θα μεταδίδει η κυβέρνηση και θα βρίσκει πολλούς πρόθυμους να το μεγεθύνουν και να το διαδώσουν.


Και φυσικά πολλοί θα είναι οι σιωπηλοί, αυτοί που θα περιμένουν για να δουν τι θα γίνει τελικά. Πολλοί είναι και σήμερα οι σιωπηλοί. Που προσφέρουν σιωπηλή ανοχή στην κυβέρνηση. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πρωθυπουργός θεωρείται αδιαφιλονίκητος ενώ έχει ψηφιστεί μόνο από το 18% εκείνων που έχουν δικαίωμα ψήφου (ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε από το 36% με τη συμμετοχή στις εκλογές του Σεπτεμβρίου να είναι λίγο πάνω από 50%).Πώς εξηγείται η πολιτική ηγεμονία του 18%; Εξηγείται γιατί η αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλαπλάσια της ψήφισής του. Η αποδοχή του γεγονότος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κυβερνά υπερβαίνει κατά πολύ το 18%. Γι’ αυτό η κυβέρνηση με άνεση μπορεί να προχωρεί σε παράτολμους σχεδιασμούς. Η κυβέρνηση της δραχμής θα ελέγχει τις τράπεζες, τον εθνικό πλούτο και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης. Αυτά θα είναι αρκετά για να δημιουργήσει τον δικό της λαό, για να διαμορφώσει μια δική της κυβερνώσα τάξη, να ελέγξει τους ορισμούς των εννοιών και να επιβάλλει ένα νέο σύστημα αλήθειας. Αυτό το πείραμα μπορεί αργότερα να εξελιχθεί σε ένα σκληρό ολοκληρωτικό καθεστώς ή να παραμείνει μία μεσογειακή τσαβική μεταφορά. Όσο για την εύγλωττη σιωπή των ΗΠΑ, αρκετοί την ερμηνεύουν ως υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς μια Αθήνα που «σείει» την Ευρώπη χωρίς να την απειλεί, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η πρωτοφανής αμερικανική απραξία στις ελληνικές υποθέσεις δεν είναι παρά ένα ακόμα σημάδι της παγκόσμιας αποδυνάμωσης της υπερδύναμης.


Πολλοί ρωτούν: «Μα δεν φοβάται ο Αλέξης τις απρόβλεπτες συνέπειες ενός Grexit; Γιατί δεν συμβιβάζεται με την επικρατούσα λογική στην Ευρώπη;».Η απάντηση, για όσους γνωρίζουν, είναι ότι ο Πρωθυπουργός, ένας άνθρωπος πεπεισμένος πως δεν υπάρχει Θεός, αφενός δεν πιστεύει ότι υπάρχει οποιαδήποτε λογική που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και αφετέρου δεν φοβάται εύκολα. Κάποιοι λένε ότι μάλλον δεν φοβάται καθόλου. Ότι στερείται της ... ικανότητας του φόβου. Ότι αντίθετα, πίσω από το γελαστό πρόσωπο βρίσκεται ένας άνθρωπος που έλκεται από την ιδέα για το «μεγάλο άλμα», ότι θέλει να ξαναγράψει την ιστορία της εθνικοπατριωτικής Αριστεράς της δεκαετίας του ’40, ότι θέλει να είναι αυτός που θα «πάρει τη ρεβάνς», ότι επιζητεί τη διακινδύνευση και την απειλή. Είναι γεγονός ότι οι καλύτερες επιδόσεις του στην πολιτική έχουν καταγραφεί όταν έχει απειληθεί. Μπορεί να είναι ειρωνεία της Ιστορίας ότι το Μέγαρο Μαξίμου την περίοδο της Κατοχής ήταν η κατοικία του γερμανού ναυάρχου των δυνάμεων του Αιγαίου και σήμερα που βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου ο Αλέξης Τσίπρας ένας άλλος γερμανός, ο υποναύαρχος Γιοργκ Κλάϊν, είναι τακτικός διοικητής της Μόνιμης Ναυτικής Δύναμης του ΝΑΤΟ που «επιτηρεί» το Αιγαίο. Ο κ. Τσίπρας όμως αισθάνεται απελευθερωτής, αναμορφωτής, ηγέτης που ξαναγράφει την Ιστορία. Δεν ξέρουμε τι θα αποφασίσει τελικά. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τους αστάθμητους παράγοντες που ενδεχομένως θα ενεργοποιηθούν. Ωστόσο, ουδείς δικαιούται πια να εκπλαγεί αν το 2015 ήταν μια «πρόβα τζενεράλε» και αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποφασίσει να υποβάλλει στους Έλληνες το εθνεγερτικό μήνυμα της ηρωϊκής εξόδου και να οδηγήσουμε όλοι μαζί την Ελλάδα, αν υπνωτισμένοι, σε ένα Grexit που μπορεί να ισοδυναμεί με εθνικό restart, με εθνική καταστροφή ή και με τα δύο ταυτόχρονα.


Σύμφωνα με μία αξιόπιστη διήγηση, ο Πρωθυπουργός είχε αποφασίσει να μην συμβιβαστεί αμέσως μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και παρά το γεγονός ότι δεν είχε εξασφαλίσει κεφάλαια για τη υποστήριξη της δραχμής από καμία τρίτη χώρα (Ρωσία, Κίνα, Ιράν...). Εκείνο που τον απέτρεψε ήταν ένας συνεργάτης του που του παρουσίασε ψύχραιμα και νηφάλια τις ποινικές ευθύνες που θα είχε εάν κάτι πήγαινε στραβά, αν το «πείραμα» οδηγούσε στην ανατροπή του από την εξουσία και αν οδηγούνταν σε Ειδικό Δικαστήριο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Τότε προφανώς σκέφτηκε ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμος. Ότι πρέπει να περιμένει. Φέτος, εάν το ερώτημα τεθεί ολοκληρωμένο, έντιμα και νηφάλια στον λαό, ο Πρωθυπουργός δεν θα έχει καμία απολύτως ποινική ευθύνη, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Η ευθύνη θα ανήκει εξ’ ολοκλήρου στον λαό...

πηγή: tovima.gr/opinions
η φωτό είναι αλιευμένη από τη σελίδα fanpage.gr 

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Η πτώση του Ancien Régime συμβαίνει πρώτα στο νου μας (του Κωνσταντίνου Μ. Σοφούλη από τη "Μεταρρύθμιση")

Χαρμόσυνες οι τελευταίες εξελίξεις που φέρνουν πιο κοντά τις δυνάμεις της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, αλλά το όλο τοπίο δεν με αφήνει να ξεφύγω από μερικές δύστροπες σκέψεις. Το υπό διαμόρφωση νέο πολιτικό σχήμα προφανώς θα διεκδικήσει θέση σε ένα ανανεωμένο πολιτικό σύστημα, αφού το παλιό σύστημα, Ancien Régime  ας πούμε, δείχνει να έχει καταδικαστεί απερίφραστα από την κοινωνία και το εκλογικό σώμα. Και δικαίως, αφού η συνυπευθυνότητα για την χρεωκοπία αφορά όλες ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις.  Η έκπτωση τους συστήματος στο νου του εκλογικού σώματος είναι σχεδόν καθολική.    Πέρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, και άλλα κόμματα εμφανίστηκαν στο εκλογικό σώμα επανειλημμένα για να καταδικάσουν τους «προηγούμενους» συλλήβδην και να κατακεραυνώσουν το «παλιό σύστημα» ως αποτυχημένο και ξεπερασμένο. Στην αντισυστημική ρητορεία ο Τσίπρας δεν ήταν μόνος. Παλιό και γερό θεμέλιο έβρισκε στο παραδοσιακό ΚΚΕ, χυδαίο συνοδοιπόρο εξασφάλιζε στους φασίζοντας ΑΝΕΛ, εκτρωματικό ομόγλωσσο εξασφάλιζε στη Χρυσή Αυγή και γραφικούς παρατρεχάμενους εξασφάλιζε στα διάφορα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και, τέλος,  με επιπολαιότητα την ίδια συνθηματολογία ακολούθησε το Ποτάμι με την αναγωγή του στην θεωρία των «παλιών» και των «νέων» στο πολιτικό παιχνίδι. Όλοι αυτοί που κήρυσσαν και κηρύσσουν την ίδια πολιτική διαγνωστική συμποσούνται σήμερα σε 70% περίπου του εκλογικού σώματος, αν κρίνει κανείς από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Σιωπηροί, αλλά τεκμαιρόμενοι υποστηρικτές του «παλιού συστήματος» μένουν μόνο τα απομεινάρια της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.   Οι επτά στους δέκα συμπολίτες μας, επομένως, κρίνουν αποδιοπομπαίο το «παλιό σύστημα». Τόσο τραγικό, μάλιστα,  αλλά κανείς μέχρι τώρα δεν τόλμησε να αναφέρει το φαινόμενο με το όνομά του. Το «παλιό σύστημα», το συμβολικό Ancien Régime έχει απορριφθεί

Ναι, ξέρω πολύ καλά την εύκολη ένσταση: Όλοι αυτοί δεν εννοούν το ίδιο πράγμα και επομένως δεν αθροίζονται. Λάθος. Ως προς το καταδικαστικό μέρος της απόφανσής τους λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα: Ολόκληρο το σύστημα που διαχειρίστηκε την πολιτική μοίρα του τόπου μέχρι την χρεωκοπία του 2009 αποτελεί ένα αποτυχημένο σύστημα κατά το ότι και την προκάλεσε αλλά και δεν την πρόλαβε. Κι ακόμη χειρότερα. Από την πλευρά του «παλιού συστήματος» δεν είναι λίγοι εκείνοι που στους συνυπεύθυνους της αποτυχίας συναθροίζουν εκείνους που εγώ στην πρώτη παραπάνω προσέγγισή μου τους άφησα απ’ έξω. Γιατί, δηλαδή, μήπως δεν είναι αξεχώριστο κομμάτι της ενιαίας συμπεριφοράς του παλιού συστήματος η πλειοδοσία της αριστεράς (ΚΚΕ και νεωτερικής) σε κάθε διαχειριστική υπερβολή του πελατειακού συστήματος των κυβερνησάντων; Με τη λογική αυτή, έχουμε μια αντικειμενική αντίληψη αποτυχίας του παλιού συστήματος να έχει εγκατασταθεί εδραίως στο νου μας και που εκφράζεται από τα εφτά δέκατα του εκλογικού σώματος, και μια συνολική παραδοχή της αποτυχίας από μέρους του 95% του ίδιου σώματος. Το τι θεωρεί αποτυχία ο καθένας και πώς την ερμηνεύει, ή πως κατανέμει τις ευθύνες στον κάθε παράγοντα, είναι ένα εντελώς άλλο ζήτημα. Η περίπτωση μοιάζει με ιατρικό συμβούλιο όπου των σύνολο των μελών του διαπιστώνουν τον θάνατο του ασθενή, αδιάφορα αν αμέσως μετά διαπληκτίζονται για το ποιος ή τι φταίει. Εδώ μιλάμε για την διαπίστωση του θανάτου κατ’ αναλογία και αυτή είναι περίπου καθολικά αποδεκτή.

Υπ’ αυτή την έννοια, έχουμε ως δεδομένο ότι το «παλιό σύστημα», το Ancien Régime στη γλώσσα της Γαλλικής Επανάστασης,  κείτεται νεκρό μπροστά στο εκλογικό σώμα. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν κυρίως εκείνοι, που ενδιαφέρονται έστω και για την διατήρηση των όποιων θετικών στοιχείων του τεθνεώτος πολιτικού συστήματος και δεν χοροπηδούν σαν άγριοι γύρω από το καζάνι όπου πιστεύουν ότι θα ανασύρουν το δικό τους νέο καθεστώς φρέσκο και αλώβητο ως δια μαγείας. Όσοι δηλαδή δεν θέλουν μαζί με τα ξερά να καούν και τα πολύτιμα χλωρά.  Μιλώ για τους πιστούς στην φιλελεύθερη δημοκρατία και, προσωπικά, με ενδιαφέρουν κυρίως όσοι έχουμε πιστέψει στην δυνατότητα μιας σύγχρονης φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας. Εμείς, οι ρεαλιστές, ξέρουμε πολύ καλά ότι κανένα καινούργιο σύστημα δεν μπορεί να στηθεί χωρίς τουλάχιστο μέρος του παλιού. Οι ιστορικές ασυνέχειες είναι μόνο μέσα στο άρρωστο μυαλό των εμμονικών του ολοκληρωτισμού. Ο ακραίος ριζοσπαστισμός μόνο σε μηδενισμό καταλήγει.  Αρκεί να θυμηθούμε ότι ακόμη και η Οκτωβριανή Επανάσταση διαιώνισε το βασικό χαρακτηριστικό του προηγούμενο καθεστώτος, δηλαδή τον άκρατο αυταρχισμό.

Όμως, τι ακριβώς εννοεί η πλειονοψηφία του εκλογικού σώματος όταν διαπιστώνει ότι πέθανε το παλιό σύστημα; Αυτό είναι πρώτο σπουδαίο ερώτημα που πρέπει πρώτο να απαντηθεί πριν προχωρήσει κανείς στο επόμενο και προφανές: Ποιός ευαγγελίζεται ποιό νέο σύστημα χρειάζεται για να αντικαταστήσει το νεκρό; Αλλά υπάρχει και ένα τρίτο ερώτημα που καραδοκεί: Έχει πράγματι πεθάνει το παλιό σύστημα ή μήπως έχουμε περίπτωση νεκροφάνειας; Για να συνεχίσουμε με την Ρώσικη αναλογία, μήπως στο ευαγγελιζόμενο σύστημα απλώς συνεχιστεί ο τσαρικός αυταρχισμός απλώς με νέους παίχτες και πρωταγωνιστές;

Στο μυαλό των περισσότερων συμπολιτών μας, το παλιό σύστημα ταυτίζεται με τα πρόσωπα και τα κόμματα που άσκησαν μέχρι τώρα εξουσία. Θολά αλλά σχεδόν καθαρά τα κόμματα ταυτίζονται με τις καταδικαστέες πρακτικές ενώ τα πρόσωπα συμβολίζουν την συλλογική ευθύνη για τις κακές πρακτικές. Και τα μεν καταδικαστέα κόμματα σχεδόν εξαερώθηκαν, αλλά τα πρόσωπα προφανώς δεν εκτελέστηκαν στον τοίχο κάποιου καθαρτήριου σκοπευτηρίου. Ζουν, και καλώς απολαμβάνουν ή βασανίζονται από τη ζωή τους μέσα στα πλαίσια που δημιούργησε το παρελθόν τους. Το πρακτικό ερώτημα που έρχεται είναι, αν στο νέο καθεστώς/σύστημα χωρούν τα παλιά κόμματα αλλά και οι παλιοί πρωταγωνιστές. Παραδόξως, η απάντηση είναι εύκολη και προφανής για τα κόμματα, αλλά εξαιρετικά δύσκολη για τους πρωταγωνιστές. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα παλιά κόμματα μόνο κατ’ όνομα εξαερώθηκαν και μάλλον το όνομα και την δομή τους άλλαξαν. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ένα ευπρόσωπο ποσοστό εκλογικής δύναμης,  αλλά το ΠΑΣΟΚ εξαερώθηκε ως προς την «παλιά» δομή του αφού ως εκλογική δύναμη και ως πολιτικό πρόγραμμα μετακινήθηκε μαζικά κάτω από την ταμπέλα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μέσα στα τεκτονικά ρήγματα που προέκυψαν από τις μεταμορφώσεις προέκυψαν μικρές σφήνες, σε ένα περιβάλλον που συνεχώς πιέζουν να συγκολληθούν σε ευρύτερα σχήματα. Αναφέρομαι στα τρία κομμάτια του δημοκρατικού κέντρου (υπόλοιπο ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ μαζί με μικρότερα σχήματα πολιτών) που αποτελούν την ομάδα της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, ενώ στα δεξιά προέκυψε άλλη ομάδα από σφήνες που ψάχνουν για ευκαιρία να συναθροιστούν κι αυτές. Αναφέρομαι στους Ελεύθερους Έλληνες, τη Χρυσή Αυγή και τους απόβλητους (?) ακροδεξιούς της ΝΔ, που αργά ή γρήγορα θα συναιρεθούν σε κάποιο ακροδεξιό εθνικολαϊκό σχήμα όταν αποκτήσουν μια στοιχειωδώς χαρισματική ηγεσία. Δηλαδή, στην ουσία το παλιό σύστημα κείτεται φαινομενικά νεκρό, ενώ το αναδυόμενο νέο κρατάει όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά του. Ιδού κλασσική περίπτωση νεκροφάνειας.
Για να υπάρξει πράγματι μια ληξιαρχική πράξη θανάτου του παλιού συστήματος που θα έχει ταυτόχρονα και έννοια πιστοποιητικού γέννησης του καινούργιου χρειάζεται η ανάδυση της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από το πτώμα του παλιού. Γιατί το μόνο που έλειπε από τον νεκρό παλιό, ήταν ακριβώς το γνήσιο σοσιαλδημοκρατικό σχήμα.
Ας έλθουμε τώρα στα ηγετικά πρόσωπα. Στον ελληνικό πολιτικό πολιτισμό τα πρόσωπα ανέκαθεν διατηρούν μεγάλη σημασία. Τα ισχυρότερα κόμματα υπήρξαν δημιουργήματα χαρισματικών προσωπικοτήτων. Παρόλα αυτά, όμως,  στα τελευταία είκοσι χρόνια παγιώθηκε μια αντιαρχηγική εξέλιξη, με τα κυριότερα κόμματα να αλλάζουν επανειλημμένα ηγεσίες χωρίς να διαλύονται ή να κάνουν εκλογικά άλματα. Σήμερα, το μόνο αρχηγικό κόμμα είναι ο νέο-ΣΥΡΙΖΑ που προέκυψε ως αποκλειστικό δημιούργημα του Τσίπρα μετά τις δεύτερες εκλογές του. Στο πεδίο των δημοκρατικών κομμάτων του κέντρου, που προσωπικά με ενδιαφέρουν, έχει συναθροιστεί μεγάλος αριθμός ανακυκλούμενων στελεχών και αρχηγών, αλλά δεν έχει επικρατήσει καμία αυτόνομη ηγετική προσωπικότητα. Σε ότι αφορά το Ποτάμι, εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πρωτότυπα. Εμφανίστηκε ως αρχηγικό κόμμα, που γρήγορα το ίδιο κόντυνε τον αρχηγό του χωρίς όμως και να δείξει μια πειστική εναλλακτική δομή. Μένει ήδη ως οριακό φαινόμενο που δύσκολα αφήνει περιθώρια για πρόγνωση του μέλλοντος. Τι μπορεί να γίνει με αυτή την ενδιαφέρουσα εφεδρική πολιτική ελίτ στα πλαίσια ενός νέου καθεστώτος;

Νομίζω ότι η δυστοκία και αμηχανία που διακρίνει αυτή την περίοδο το πεδίο της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας καθώς σέρνει τα βήματά της προς κάποια μορφή ενοποίησης, οφείλεται πρωτίστως στην ανασχετική δύναμη που συνιστά αυτή η εσωτερική ομάδα πίεσης καθώς αγωνίζεται να διατηρήσει το status της: Πολλοί αρχηγοί που κανείς τους δεν αναγνωρίζει έστω και κάποιον ως γενικό αρχηγό. Έτσι αναγκαστικά, η όλη διαδικασία της ενοποίησης έρχεται σε ισχυρή αντίθεση προς το κοινό αίσθημα, καθώς οι πολίτες με την απλουστευτική οπτική τους, βλέπουν να μη αποχωρούν από το προσκήνιο οι «παλιοί» και ως εκ τούτου να μη μπορεί να πραγματωθεί η επιθυμία για ένα γνήσια «νέο καθεστώς». Πώς μπορεί να λυθεί ο κόμπος αυτός και πώς πρέπει να λυθεί είναι δύο ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Κατά το κοινό αίσθημα, όλοι οι ηγέτες του παλιού συστήματος έχουν τις «πομπές» τους και καλό είναι να παραμερίσουν. Όμως στο ίδιο κοινό αίσθημα δεν έχει αναδειχθεί κάποια ή κάποιες ηγετικής φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να καταλάβουν την κορυφή της πολιτικής πυραμίδας. Επομένως υπάρχει ουσιαστικό κενό. Ο καθένας τους διατηρεί ένα στοιχειώδες πολιτικό δυναμικό που μένει φανατικά προσηλωμένα στους ίδιους προσωπικά.  Οι ίδιοι στηρίζονται περισσότερο σε αυτό το γλίσχρο δυναμικό για να διεκδικήσουν νέους ρόλους και δεν δείχνουν –με ελάχιστες εξαιρέσεις- απτό ενδιαφέρον να συνδράμουν στην εκκόλαψη ενός νέου αρχηγού όλων. Η κατάσταση μου θυμίζει Ένωση Κέντρου, την οποία έζησα εκ των ένδον και γιαυτό τρέμω στην ιδέα ότι η κεντροαριστερά μπορεί να ακολουθήσει εκείνο το παράδειγμα.  Υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση;

Εκ πεποιθήσεως ανήκω σε εκείνους που δεν απορρίπτουν ολοκληρωτικά κανένα συνάνθρωπό τους. Έτσι η εκτίμησή μου για τους «αρχηγούς» του χώρου δεν είναι μηδενική. Είναι αλήθεια ότι ο καθένας τους, σε κάποια κρίσιμη στιγμή της θητείας του, έκανε κάποιο μοιραίο λάθος. Αλλιώς δεν εξηγείται η πτώση τους. Ταυτόχρονα, όμως, ο καθένας τους είναι φορέας εμπειρίας που δεν πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Η σοσιαλδημοκρατία έχει ανάγκη του αποθέματος πείρας και γνώσης, είτε είναι θετικό είτε αρνητικό, ειδικά στο ξεκίνημά της. Πώς, λοιπόν, λύνουμε το πρόβλημα;
Αν πίστευα ότι ζούμε σε κοινωνία αγγέλων και ότι οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ολοκληρωτικά έτοιμοι να ξεπεράσουν κάθε προσωπική φιλοδοξία, θα πρότεινα ένα σχήμα σαν το εξής: Οι αρχηγοί εγκαινιάζουν μια διαδικασία ενοποίησης του χώρου και αμέσως αποσύρονται στο παρασκήνιο αφήνοντας τους συνομιλητές να αναπτύξουν πλήρως τη δική τους δυναμική. Πολύ σύντομα, το παρασκήνιο δομείται ως ένα είδος Συμβουλίου Γερόντων (άσχετα από την ηλικία των μελών του) που λειτουργεί συλλογικά ως συμβουλευτικό όργανο της νέας γενιάς των υπό κατασκευή ηγετών όσο διαβουλεύονται. Όταν ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαβούλευση, το νέο πολιτικό σχήμα τιμά τους Γέροντές του και τους εντάσσει σε μια δεξαμενή σκέψης για να συνεχίσουν την παραγωγή ιδεών βάσει της εμπειρίας τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα απέκλειε εξ ορισμού στην φάση αυτή την ανάδειξη ηγετικής προσωπικότητας μέσα από την ομάδα των γερόντων. Αφήνει όμως το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μετέπειτα εξέλιξης  στην δυναμική που θα αναπτύξει το νέο πολιτικό σχήμα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αποκλείσει κανένα δια βίου από το πολιτικό παιχνίδι. Οι εξοστρακισμοί είναι αρχαίες διαδικασίες και δεν ταιριάζουν σε μια φιλελεύθερη κοινωνία.

Μπορεί να φαίνεται ουτοπικό ένα τέτοιο σχήμα. Σκέφτομαι, όμως, ότι στην ιστορία κάθε δομή που διατήρησε την δυναμική της διαχρονικά χρειάστηκε σε κάποια στιγμή να εξειδικεύσει τους ρόλους των πρωταγωνιστών της με κάποιο παρόμοιο σχήμα. Οι παλιοί διευκολύνουν την ανάδειξη νέων και οι νέοι με σεβασμό τοποθετούν τους παλιούς σε τιμητική αποστρατεία αλλά με δικαίωμα συμβουλής και λόγου. Κάποτε όμως, εμφανίζεται και η περίπτωση Κιγκινάτου.

πηγή: metarithmisi.gr

Η εικόνα είναι δημιουργία του Auguste Couder (1839), και αποτελεί επιλογή του blog 

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Οι τζιχαντιστές είναι μόνο το 0,1% των μουσουλμάνων (του Νίκου Κτιστάκη από το Athens Voice)

Πώς θα μας φαινόταν αν ερμήνευαν το χριστιανισμό σύμφωνα με τη λογική και τις πράξεις των ερεβώδων, παρανοϊκών, επικίνδυνων και εγκληματικών αιρέσεων; Αν μία χριστιανική αίρεση αναπτυσσόταν τόσο που να διέθετε στρατό, καταλάμβανε εδάφη και τρομοκρατούσε τον κόσμο; Τότε θα έπρεπε να πούμε ότι ο δικός μας χριστιανισμός είναι μία θρησκεία μίσους που εποφθαλμιά την παγκόσμια ειρήνη και κινδυνεύει η ανθρωπότητα εξαιτίας του; Δεν λείπουν τα παραδείγματα τέτοιων εγκληματικών χριστιανικών αιρέσεων όπως: ο οίκος του ΙΑΒΕ, η εκκλησία της τελικής διαθήκης, η πόλη του Ελοχίμ, οι δυνάμεις της έξω Διάστασης κ.ά. Η περίπτωση του ISIS και των τζιχαντιστών είναι κάτι παρόμοιο στο μουσουλμανικό κόσμο.

Η αίρεση των «χαριτζίτων», που υιοθετήθηκε κυρίως από τους «αδελφούς μουσουλμάνους» και οι οποίοι ερμηνεύουν με εγκληματικό τρόπο το Κοράνι, είναι το θρησκευτικό δόγμα των τζιχαντιστών του κράτους του ISIS και αποτελούν μια μικρή και ελάχιστη μειονότητα, που την αποστρέφεται η μεγάλη πλειοψηφία του μουσουλμανικού κόσμου. Ακόμη και οι σουνίτες, που είναι περισσότερο προσκολλημένοι στο θρησκευτισμό, θεωρούν τους τζιχαντιστές που ανήκουν στην αίρεση των χαριτζίτων κακοποιούς. Διάβασα δεκάδες άρθρα σε εφημερίδες και σάιτ, και οι περισσότεροι αρθρογράφοι εκδηλώνουν την ανησυχία τους, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το επικίνδυνο Ισλάμ, προσδιορίζουν τις ανυπέρβλητες διαφορές ανάμεσα στους πολιτισμούς και κινδυνολογούν ακατάσχετα, μονολιθικά και μανιχαϊστικά, τσουβαλιάζοντας τη μισή ανθρωπότητα που πιστεύει στο Κοράνι ως οπαδούς φονταμεταλιστών, ενώ η αίρεση που προκαλεί τα προβλήματα και τις εγκληματικές ενέργειες τις οποίες διαπράττουν οι χαριτζίτες του ISIS δεν αντιπροσωπεύει ούτε το 0,1% του μουσουλμανικού κόσμου.

Δεν μπαίνουμε στον κόπο να ρωτήσουμε τους ίδιους τους μουσουλμάνους και τους πνευματικούς ανθρώπους αυτής της θρησκείας πώς βλέπουν τον ISIS. Αν το κάναμε, θα διαπιστώναμε ότι και αυτοί –όπως και τα δισεκατομμύρια μουσουλμάνων όλου του κόσμου– νιώθουν τον ίδιο αποτροπιασμό με εμάς, όπως θα σκεφτόμασταν και εμείς εάν καμιά παλαβή χριστιανική αίρεση προέβαινε σε εγκληματικές τρομοκρατικές ενέργειες (και στο παρελθόν συνέβησαν αρκετά τέτοια περιστατικά). Όλα αυτά που ακούω και γράφονται (καμιά φορά και από σοβαρούς ανθρώπους που παρασύρονται και υιοθετούν λανθασμένες απόψεις) περί αλλαγής πλέον του κόσμου, ότι θα διαφοροποιηθεί η ζωή μας, θα υπάρξει γεωπολιτική ανατροπή, πως η σύγκρουση των πολιτισμών είναι γεγονός κ.τ.λ., δεν αντιπροσωπεύουν καμία πραγματικότητα παρά είναι υστερικές φωνές υπό την επιρροή των τρομοκρατικών χτυπημάτων, υπερβολές και βερμπαλισμοί. Οι χαριτζίτες φανατικοί υπάρχουν αιώνες σαν αίρεση, αλλά μόλις δύο τρία χρόνια οργανώθηκαν σε στρατιωτικό κράτος με δομή, έσοδα από πλουτοπαραγωγικές πηγές (από τα εδάφη που κατέλαβαν) και ακροατήριο.

Πώς συνέβη αυτό στην εποχή μας; Γιατί τόσα χρόνια δεν ήταν παρά μια ασήμαντη μουσουλμανική αίρεση, όπως π.χ. η χριστιανική αίρεση με εγκληματικές διαθέσεις «Η πόλη του Ελοχίμ», και δυνάμωσε τόσο ώστε να απειλεί την παγκόσμια κοινότητα και να δίνει λαβή για να συκοφαντείται ολόκληρος ο μουσουλμανικός κόσμος και η θρησκεία του;
Γιατί, μετά την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ, ο στρατός αυτής της χώρας που αριθμούσε 120 χιλ. στρατιώτες απαξιώθηκε επιχειρησιακά και αφέθηκε στη διαφθορά, το λαθρεμπόριο και τους εκβιασμούς και οι μαχητές του ISIS που απαριθμούσαν μόνο 20 χιλ. εύκολα τους έστρεψαν σε φυγή καταλαμβάνοντας τη μία πόλη μετά την άλλη. Κυριολεκτικά κατέρρευσε σαν χάρτινος γίγαντας ένας μεγάλος τακτικός στρατός με αεροπορία, πυροβολικό, άρματα μάχης, και δεν ενδιαφέρθηκε να αντισταθεί καθόλου, όντας ανεκπαίδευτος, απρόθυμος, χωρίς ηγέτες, εθνικό φρόνημα και με αξιωματικούς διεφθαρμένους κομπιναδόρους που χρησιμοποιούσαν το στράτευμα μόνο για να λυμαίνονται τους επιχειρηματίες και να διεξάγουν λαθρεμπόριο.

Γιατί ο Πούτιν θεωρούσε πως ο Άσαντ ήταν εγγύηση για τα συμφέροντα του λιμανιού που εξασφαλίζει παρουσία του στόλου της υπερδύναμής του στη Μεσόγειο και απαίτησε (ποιος ξέρει με τι ανταλλάγματα) την ανοχή του ΝΑΤΟ στην περιοχή, που τη χρησιμοποίησε ως δικό του πεδίο. Με αποτέλεσμα να μετατρέψουν σε ρημαδιό τη Συρία και το στρατό της και να διατηρηθεί ο εμφύλιος για να παραμείνει ο δικτάκτορας και να ασκεί την εντελώς λανθασμένη πολιτική του ο Ρώσος υπερτιμημένος πρόεδρος που επικοινωνιακά παίζει καράτε, χαϊδεύει τίγρεις, αλλά τα κάνει μούσκεμα στην εξωτερική πολιτική. Και γιατί ο Ομπάμα θέλει να δείξει ως το τέλος πως είναι ένας πρόεδρος που δεν διεξήγαγε πόλεμο και δεν έστειλε σε χερσαίες επιχειρήσεις Αμερικάνους στρατιώτες και δεν σκεπάσανε με αστερόεσσες τα φέρετρά τους, όπως επί Μπους.

Η ύπαρξη του ISIS είναι αποτέλεσμα των λαθών της Δύσης και των Ρώσων και τα σφάλματά τους πρόσφεραν σε ελάχιστες δεκάδες χιλιάδες κατσαπλιάδες φανατικούς τη δυνατότητα να καταλάβουν κομμάτια από το Ιράκ και τη Συρία, και τώρα η διεθνής προπαγάνδα προτιμά να συκοφαντεί τη μουσουλμανική θρησκεία, τα δισεκατομμύρια πολίτες και πιστούς της, εμφανίζοντάς τους συλλήβδην ως ομοίους μιας μικρής, ελάχιστης δράκας παρανοϊκών δολοφόνων. Τώρα όμως που οι τζιχαντιστές χτυπούν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αρχίζουν να ατενίζουν με τρόμο το τέρας που αφήσαν να θραφεί από την αμέλεια, την αδιαφορία και τα λάθη τους. Ακολούθησαν την εύκολη συνταγή των βομβαρδισμών, αλλά αυτές οι επιχειρήσεις έχουν πεπερασμένα αποτελέσματα αν δεν υπάρχει χερσαίος συντονισμός και επιχειρήσεις πεζικού να ανακαταλάβουν εδάφη και να συντρίψουν τον εχθρό. Αλλά ποιος είναι πρόθυμος να στείλει πεζικό εκεί για να βγάλει το φίδι από την τρύπα; Οι Γάλλοι; Οι Βέλγοι; Οι Αμερικάνοι; Όποιος το τολμήσει θα πρέπει να υπολογίσει ένα ποσοστό 15% επί του αριθμού στρατιωτών σε έτοιμα λουστραρισμένα φέρετρα και αυτό ειναι αρκούντως αποτρεπτικό. Στην περίπτωση που γινόταν χερσαία επιχείρηση εναντίον των ισλαμοφασιστών του ISIS παρόλες τις απώλειες είναι σίγουρο ότι σε ελάχιστες εβδομάδες, αν όχι ημέρες, θα τους συνέτριβαν ολοκληρωτικά. Και αυτό θα ήταν το τέλος των τζιχαντιστών και στην Ευρώπη, αφού οι σκόρπιοι πυρήνες τους χωρίς κέντρο να τους κατευθύνει και να τους προμηθεύει με εκρηκτικά, πολεμικό εξοπλισμό και χρήματα, καθώς και δίχως την έμπνευση που προσφέρει το ISIS, είτε αυτή η νοσηρή συνωμοσία θα ξεφουσκώσει από μόνη της (ή σε μεγάλο βαθμό) είτε εύκολα θα γίνουν βορά στις μυστικές υπηρεσίες της Ευρώπης και σιγά σιγά θα τους ξεσκεπάσει και θα τους εκμηδενίσει.

Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, και φυσικά οι Ρώσοι και οι Αμερικάνοι, αλλά ποιος είναι έτοιμος να πληρώσει το τίμημα των νεκρών στρατιωτών για να τους πολεμήσουν; Αλλά ας σταματήσει η σπορά του μίσους κατά των μουσουλμάνων, οι εύκολοι αφορισμοί, η ισοπέδωση της θρησκείας και της κουλτούρας τους. Ας επικρατήσουν τα σοφά λόγια του Πάπα Φραγκίσκου, που δήλωσε τον Νοέμβριο του 2015 στο Μπανγκί: «Χριστιανοί και μουσουλμάνοι είναι αδέλφια και πρέπει να αρνηθούν την εκδίκηση, τη βία και το μίσος», και να τα κρατήσουμε ως φωτεινό φάρο αλήθειας για να διατηρήσουμε την ειρήνη που δικαιούνται οι δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες.

Πηγή: athensvoice.gr

Η Τσουτσούνα στην Τέχνη, και στην Πολιτική



Αυτό του Φωτήλα με την "αριστερή ιδεολογία της τσουτσούνας" είναι ότι πιο λαϊκίστικο, χυδαίο και μικροπρεπές, έχει ακουστεί ποτέ από στόμα "πολιτικού" και μάλιστα στο κοινοβούλιο. Τόσο χαμηλά δεν έχουν κατεβάσει το επίπεδο ούτε οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής.

Και να σας πω και κάτι, που ξέρω ότι το 95% όσων των διαβάσουν θα το πάρουν στραβά, αλλά, τι να κάνουμε… 

Το επίμαχο απόσπασμα με τα παλλόμενα πέη δεν το ήξερα. Δεν γνώριζα καν την ύπαρξη της παράστασης που το περιέχει. Όσο δε για τον Γιαν Φαβρ, ίσως είχα κάποτε ακούσει κάτι γι αυτόν.

Το επίμαχο απόσπασμα δοθείσης της ευκαιρίας το είδα τώρα στο Youtube. Η εντύπωση που μου άφησε είναι ότι πρόκειται για ένα έξυπνο, προκλητικό και προβοκατόρικο δημιούργημα ενός πάρα πολύ τολμηρού καλλιτέχνη.

Αλλά αυτό δε σας νοιάζει, και πολύ καλά κάνει. Στην ουσία κανείς δεν ενδιαφέρεται σε ποιόν αρέσει και σε ποιόν δεν αρέσει το συγκεκριμένο δημιούργημα, εκτός ίσως από το δημιουργό του, και αυτό είναι το σωστό.

Σε μια ελεύθερη χώρα ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει στο κοινό αυτό που συλλαμβάνει με το νου του, και από αυτή την άποψη μπράβο στον Γιαν Φαβρ που και τη δυνατότητα απέκτησε να το κάνει, και απέδωσε (ελπίζω) αυτό που ακριβώς σκεφτόταν χωρίς φόβο και προκατάληψη.

Να θυμίσουμε επίσης ότι κανείς δεν υποχρέωσε κανέναν να το παρακολουθήσει, να επικοινωνήσει δηλαδή με τον καλλιτέχνη και το έργο του. Έτι δε μάλλον κανένας δεν υποχρεώθηκε να του αρέσει αυτό που βλέπει. Επειδή μερικές φορές χάνουμε την ουσία, ειδικά όταν η τέχνη μπλέκεται με την μικροπολιτική, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της τέχνης.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με την οποιαδήποτε πολιτική και κοινωνική αντίδραση στην περίπτωση διορισμού ενός δημιουργού όπως ο παραπάνω σε διευθυντική/διαχειριστική θέση.

Θα μπορούσε ο Γιαν Φαβρ των παλλομένων πεών να αποδειχθεί ένας εξαίρετος διευθυντής φεστιβάλ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό εξ αρχής το απέρριψε ο ίδιος ευθύς μόλις ανέλαβε. Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος διορισμός στον χρόνο και με τον τρόπο που έγινε προφανώς δεν εξασφαλίζει τα εχέγγυα για την επιτυχία του, καθώς και την πορεία του θεσμού του φεστιβάλ. Το πρόβλημα είναι η ρελάνς και η μικροπολιτική που επιχείρησε ο Υπουργός της Κυβέρνησης. Ο αριστερίζων ερασιτεχνισμός με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε το θεσμό.

Για αυτό ας πάψουν οι ομοφοβικοί βουλευτές και οι υποστηρικτές να κάνουν χυδαία αστειάκια από αυτά που κάνει δεκάδες ο Λαζόπουλος. Είναι λυπηρό ότι τον εικοστό πρώτο αιώνα η εικόνα του γυμνού ανδρικού σώματος είναι ταμπού, είναι λυπηρό ότι κάποιοι οπισθοδρομικοί εξακολουθούν να σοκάρονται από αυτή, και, αν κατέχουν και δημόσια θέση, να δηλητηριάζουν την κοινωνία.

Αυτό δε που με στεναχωρεί, γιατί ξέρω ότι είναι άδικο, είναι ότι σε διακόσια - τριακόσια χρόνια ο ιστορικός του μέλλοντος θα γράψει πως υπήρξε κάποτε μια αριστερή κυβέρνηση που θέλησε να φέρει έναν Ευρωπαίο καλλιτέχνη να διευθύνει το φεστιβάλ, αλλά οι οπισθοδρομικοί Έλληνες, μέσα από έναν κακώς εννοούμενο Ελληνοκεντρισμό, αντέδρασαν σε αυτήν την ιδέα και προτίμησαν άντί για την επικοινωνία με το φιλελεύθερο Ευρωπαϊκό πνέυμα, και τα αντίστοιχα καλλιτεχνικά ρεύματα, να κλειστούν για άλλη μια φορά στον εαυτό τους.

Εδώ (δε) θα 'στε, κι εδώ (δε) θα 'μαστε, να (μη) το δούμε.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Κεϋνσιανές φαντασιώσεις και ελληνική πραγματικότητα (του Αθανασίου Χ. Παπανδροπούλου από το EURO2day)

Πολυπράγμων, ευφυέστατος, πολυγραφότατος και με καλλιτεχνικές ανησυχίες, ο Τζων Μαίηναρντ Κέυνς (1883-1946) υπήρξε αντιπρόσωπος των Βρετανών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, εκπρόσωπός τους στις συμφωνίες του Μπρέτον-Γουντς το 1944, πρώτος πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, δημοσιογράφος, εκδότης και χρηματιστής-κερδοσκόπος για λογαριασμό του Κινγκς Κόλετζ στο Καίμπριτζ.

Ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ, πρωθυπουργός της χώρας του από το 1940 έως το 1945 και από το 1951 έως το 1955, είχε πει ότι κάποια στιγμή ζήτησε την άποψη τριών οικονομολόγων, μεταξύ των οποίων και ο Κέυνς. Απέσπασε όμως τέσσερις γνώμες, από τις οποίες οι δύο ήταν του Κέυνς -ο οποίος είχε πει ότι «όταν οι συνθήκες αλλάζουν, πρέπει και η γνώμη μου να αλλάξει».

Δυστυχώς, όμως, αρκετοί από τους μετέπειτα μαθητές αυτού του οξυδερκούς οικονομολόγου πέταξαν στο καλάθι των αχρήστων αυτή τη σοφή κουβέντα, με αποτέλεσμα να μετατρέψουν τον κεϋνσιανισμό σε μία μονολιθική πρακτική, η οποία σήμερα παράγει βουνά από χρέη και κρίσεις.
Στη «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Επιτοκίου και του Νομίσματος», που κυκλοφόρησε το 1935, ο Κέυνς έγινε γνωστός όχι τόσο γι' αυτά που πρότεινε αλλά ως πολέμιος της νεοκλασικής οικονομικής αντίληψης, που είναι και το βάθρο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Κατά κύριο δε λόγο, οι απόψεις του υιοθετήθηκαν από μαρξίζοντες κρατιστές, οι οποίοι είδαν τον κεϋνσιανισμό ως εργαλείο πολιτικής εξουσίας.

Υπό αυτή την έννοια, οι κεϋνσιανές συνταγές περί τονώσεως της «ενεργού ζητήσεως» και ενισχύσεως των επενδύσεων από το κράτος, ακόμα και χωρίς παραγωγικό περιεχόμενο, μπορεί να συνέβαλαν στο να απορροφηθεί η οικονομική κρίση του 1929, πλην όμως η κατάχρηση των προτάσεων αυτών, όταν η οικονομική πραγματικότητα είχε αλλάξει, έγινε αφετηρία κρίσεων. Έτσι, σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες η κεϋνσιανή συνταγή για την καταπολέμηση της ανεργίας, εφαρμοζόμενη καθ' υπερβολή, οδήγησε σε νέα ανεργία.

Αυτό, ωστόσο, ο Κέυνς το είχε προβλέψει όταν έγραφε: «Το κράτος θα πρέπει να ασκήσει καθοδηγητική επιρροή στη ροπή προς κατανάλωση, εν μέρει μέσω της φορολογίας, εν μέρει καθορίζοντας το επιτόκιο και εν μέρει, ίσως, με άλλους τρόπους. Επιπλέον, φαίνεται απίθανο ότι η επιρροή της τραπεζικής πολιτικής στο επιτόκιο θα είναι αφ' εαυτής επαρκής για να προσδιορίσει ένα άριστο επίπεδο επένδυσης. Θεωρώ, επομένως, ότι μία κάπως περιεκτική κοινωνικοποίηση της επένδυσης θα αποδειχτεί το μόνο μέσο διασφάλισης της προσέγγισης προς την πλήρη απασχόληση. Η ανάγκη αυτή, φυσικά, δεν αποκλείει συμβιβασμούς και μηχανισμούς συνεργασίας του Δημοσίου με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Πέρα όμως από αυτό, δεν υφίσταται εμφανής λόγος για ένα σύστημα Κρατικού Σοσιαλισμού που θα αγκάλιαζε το μέγιστο μέρος της οικονομικής ζωής της κοινωνίας. Το σημαντικό για το κράτος δεν είναι η κατοχή των μέσων παραγωγής.

Αν το κράτος είναι σε θέση να καθορίσει το σύνολο των πόρων που κατευθύνονται σε αύξηση των μέσων και τις βασικές αμοιβές εκείνων που τα κατέχουν, θα έχει εκπληρώσει πλήρως τον ρόλο του. Επιπλέον, τα αναγκαία μέτρα κοινωνικοποίησης μπορούν να εισαχθούν σταδιακά και χωρίς ρήγμα στις γενικές παραδόσεις της κοινωνίας».

Όπως προκύπτει από το παραπάνω απόσπασμα, ο διάσημος οικονομολόγος ήταν και συγγραφέας της «Γενικής Θεωρίας», ήταν πολύ επιφυλακτικός απέναντι στον κρατισμό και είχε μία μοναδική αίσθηση της πραγματικότητας, που του απαγόρευε «χιλιαστικού» περιεχομένου προφητείες όπως αυτές του Καρόλου Μαρξ.

Έτσι, σήμερα, αν ο Κέυνς ζούσε, θα κτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο στην ελληνική περίπτωση, ακούγοντας τους καταστροφείς της ελληνικής οικονομίας να τον επικαλούνται. Για τον άνθρωπο που είπε ότι «υπάρχουν παράφρονες που είναι δούλοι κάποιου μακαρίτη οικονομολόγου», θα ήταν πραγματικό σοκ να ακούει ότι στη χώρα μας, με την ανύπαρκτη «ενεργό προσφορά», θα πρέπει να ενισχυθεί η «ενεργός ζήτηση». Με άλλα λόγια, θα ήταν πρόκληση να ακούει ότι αυτοί που έχουν μετατρέψει τη χώρα σε επενδυτική Σαχάρα, επικαλούνται την «ενεργό ζήτηση» για να καταπολεμήσουν την ανεργία!!!

Γιατί, όμως, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αξιοποιήσει την περίφημη «ενεργό ζήτηση» ώστε, λειτουργώντας κατά το κεϋνσιανό θεωρητικό πρότυπο, να αυξήσει τα επίπεδα της απασχόλησης και του εισοδήματος; Ο λόγος είναι απλός, όπως μας έλεγε πριν λίγο καιρό ο έγκριτος οικονομολόγος κ. Δημήτρης Ιωάννου:

«Ο Κέυνς στις εργασίες του δεν μελέτησε σε βάθος τι μπορεί να συμβεί σε μία οικονομία η οποία, χωρίς να έχει την απαραίτητη ενεργό προσφορά, ακολουθεί πολιτικές τόνωσης της ζήτησης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανεπάρκεια της προσφοράς οδηγεί τη ζήτηση προς τις εισαγωγές, γεγονός που τελικά προκαλεί δημοσιονομικές ανισορροπίες.

»Στη χώρα μας είναι γνωστό από χρόνια ότι η παραγωγή αδυνατεί να παραγάγει τα ζητούμενα προϊόντα με ανταγωνιστικό τρόπο και αυτό γιατί, όσον αφορά στα αντικείμενα του διεθνούς εμπορίου (που, σε μεγάλο βαθμό, όταν παράγονται είναι εκείνα που φέρνουν ή κρατούν στην χώρα και τα ευρώ που χρειάζεσαι για να πληρώσεις γιατρούς, νοσοκόμους και δασκάλους), για να είσαι σε θέση να τα πουλήσεις ακόμη και στην ίδια σου τη χώρα, θα πρέπει να τα προσφέρεις ανταγωνιζόμενος στη σχέση "αξία προς τιμή" κάθε άλλον παραγωγό, είτε αυτός βρίσκεται στην Κίνα, είτε στην Αμερική, είτε στη Γερμανία. Το πρόβλημα λοιπόν της ελληνικής οικονομίας είναι πως δεν μπορεί να παραγάγει ανταγωνιστικά και υστερεί σε "ενεργό προσφορά" -και σε αυτό η "ενεργός ζήτηση" ουδόλως μπορεί να βοηθήσει.

»Η "ενεργός προσφορά" πάσχει διότι οι ελληνικές επιχειρήσεις υποφέρουν και αντικειμενικά και υποκειμενικά. Αντικειμενικά διότι υφίστανται πιστωτικό στραγγαλισμό σε μία χώρα στην οποία δεν υπάρχει πλέον τραπεζικό σύστημα, υπερφορολογούνται σε σχέση με τη φορολόγηση που έχουν οι ανταγωνιστές τους στις δικές τους χώρες, κινούνται μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που τους δένει τα χέρια λόγω της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας και βυθίζονται κάτω από το βάρος χρεών που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν. Υποκειμενικά διότι, στις καλές μέρες, οι περισσότεροι επιχειρηματίες (όχι όλοι, βεβαίως) δεν φρόντισαν να φτιάξουν μία οργάνωση της προκοπής στην επιχείρησή τους, προς όφελος των εργαζομένων τους, της πατρίδας τους και του μακροχρόνιου δικού τους συμφέροντος, αλλά προτίμησαν τις αρπαχτές και τα κέρδη στο φτερό, με επιδοτήσεις, κρατικές παραγγελίες, θαλασσοδάνεια και κάθε είδους πιθανή λαθροχειρία. Και οι δύο αυτές όψεις της "ενεργού προσφοράς", όμως, δεν είναι δυνατόν να θεραπευτούν με άλλο τρόπο παρά μόνον με ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Και αυτό σε βάθος χρόνου».

Ωστόσο, εδώ, όταν γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις, κάποιοι στήνουν οδοφράγματα, γιατί η όποια αλλαγή «τους χαλάει τη σούπα». Όταν ακούν για επενδύσεις -τις οποίες ο Κέυνς θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ-, βγάζουν σπυράκια, γιατί αυτό σημαίνει πρόοδο. Στο μέτρο δε που απευθύνονται σε κύμβαλα αλαλάζοντα, προτιμούν να ξορκίζουν τον «νεοφιλελευθερισμό» και δεν συμμαζεύεται παρά να αφήνουν χώρο για την ανάπτυξη κριτικής και γόνιμης σκέψης.

Όπως θα έγραφε και ο Κέυνς, πρόκειται «για παράφρονες στην εξουσία που ακούν φωνές να τους καλούν, ενώ αποκρυσταλλώνουν την τρέλα τους από κάποιον πανεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών». Τι τα θέλουμε όμως κι εμείς τέτοια λόγια, τέτοιες ώρες...

πηγή: euro2day.gr  
(Η εικόνα είναι πίνακας του Roger Fry και αποτελεί επιλογή του blog)